ΓΚΙΛΙΕΜ ΚΛΟΥΑ: “ΝΟΜΙΖΑ ΟΤΙ ΕΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ, ΤΕΛΙΚΑ ΕΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ”
Ο Γκιλιέμ Κλούα σε μία μεγάλη συνέντευξη στο NEWS 24/7 με αφορμή το “Χελιδόνι” που ανεβαίνει στο θέατρο ΕΛΕΡ από τις 16 Απριλίου σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
Ο Γκιλιέμ Κλούα θεωρείται μια από τις πιο καινοτόμες και διεισδυτικές φωνές του σύγχρονου καταλανικού θεάτρου και ανήκει σε μια γενιά δημιουργών που συνέβαλαν καθοριστικά στη μεταμόρφωση του θεατρικού τοπίου της Βαρκελώνης. Η γραφή του, βαθιά πολιτική αλλά ταυτόχρονα έντονα ανθρώπινη, ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό τραύμα, φωτίζοντας ιστορίες που ξεκινούν από την επικαιρότητα, αλλά καταλήγουν να αγγίζουν κάτι οικουμενικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της γραφής αποτελεί «Το Χελιδόνι», ένα έργο που γεννήθηκε από ένα πραγματικό γεγονός — την τρομοκρατική επίθεση στο Pulse nightclub στο Ορλάντο το 2016 — αλλά αρνείται να λειτουργήσει ως απλή αναπαράστασή του. Αντίθετα, ο Κλούα στρέφει το βλέμμα του σε αυτό που ακολουθεί: στο πένθος, στη μνήμη και στην επίπονη διαδικασία της συμφιλίωσης.
«Νόμιζα ότι έγραφα για τη μισαλλοδοξία», λέει ο ίδιος στη συζήτηση που είχαμε, «αλλά τελικά κατέληξε να γίνει ένα έργο για την αγάπη». Και πράγματι, στο κέντρο του έργου δεν βρίσκεται το γεγονός καθαυτό, αλλά η ανθρώπινη ανάγκη να ξανασταθεί κανείς μετά την απώλεια — να βρει έναν τρόπο να συγχωρήσει, να κατανοήσει και τελικά να αγαπήσει ξανά.
Από τις 20 Απριλίου, το «Χελιδόνι» παρουσιάζεται στο Θέατρο ΕΛΕΡ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη, με τη Μαρία Τσιμά και τον Κυριάκο Μαρκάτο στους δύο ρόλους. Ένα έργο που έχει ήδη διαγράψει μια σημαντική διεθνή πορεία, αποδεικνύοντας πως, ανεξάρτητα από τον τόπο και το κοινό, υπάρχουν ιστορίες που μιλούν με την ίδια ένταση παντού.
Η δραματουργία του Κλούα λειτουργεί με ακρίβεια και ένταση. Δύο χαρακτήρες συναντιούνται σε ένα φαινομενικά απλό μάθημα φωνητικής, όμως η σχέση τους αποκαλύπτεται σταδιακά, μέσα από μια αλυσίδα ανατροπών που κρατούν τον θεατή σε εγρήγορση. Ο ίδιος επισημαίνει πως αυτή η αίσθηση μυστηρίου είναι κρίσιμη: το κοινό εμπλέκεται πιο βαθιά όταν καλείται να αποκρυπτογραφήσει αυτό που βλέπει, όταν νιώθει πως κάτι δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται.
Ταυτόχρονα, το έργο παραμένει βαθιά πολιτικό. Ο Κλούα δεν διστάζει να μιλήσει για τη σύγχρονη άνοδο της μισαλλοδοξίας και των ακροδεξιών ιδεολογιών, επιμένοντας ότι το θέατρο έχει ευθύνη να αγγίζει τέτοια ζητήματα. Και όμως, το «Χελιδόνι» δεν εγκλωβίζεται στην καταγγελία. Αντίθετα, επιλέγει να αναζητήσει μια χαραμάδα φωτός.
Η γέννηση της ιδέας και η επικαιρότητα…
Πώς γεννιέται συνήθως μια ιδέα για εσάς; Ξεκινά από μια εικόνα, έναν χαρακτήρα ή ένα γεγονός;
Οι ιδέες συνήθως προκύπτουν από πολύ διαφορετικές αφετηρίες. Είναι αλήθεια ότι πολύ συχνά αντλώ υλικό από γεγονότα που έχω δει στις εφημερίδες ή έχω συναντήσει στην πραγματική ζωή, είτε στο άμεσο περιβάλλον μου είτε στην επικαιρότητα. Ωστόσο, όλο και περισσότερο βρίσκω έμπνευση και στους ανθρώπους — σε έναν χαρακτήρα, σε κάποιον που γνωρίζω ή σε μια ιστορία που μου έχει αφηγηθεί κάποιος κοντινός μου για ένα άλλο πρόσωπο. Υπό αυτή την έννοια, δεν έχω μια συγκεκριμένη μέθοδο για να μετατρέπω αυτές τις εμπνεύσεις σε θεατρικό έργο. Κάθε έργο είναι διαφορετικό ως προς το τι μπορεί να προσφέρει αυτή η ιστορία, και συνήθως ακολουθώ πολύ διαφορετικές δημιουργικές διαδικασίες από το ένα έργο στο άλλο.
Τι ρόλο παίζει η επικαιρότητα και τα κοινωνικά ζητήματα στο έργο σας;
Η επικαιρότητα και τα κοινωνικά ζητήματα είχαν πάντοτε πολύ σημαντικό ρόλο στη γραφή μου. Πιστεύω πως σήμερα είναι ακόμη πιο σημαντικά, καθώς παρατηρούμε μια άνοδο της μισαλλοδοξίας και των ακροδεξιών πολιτικών κινημάτων που, κατά τη γνώμη μου, υπονομεύουν τον δυτικό πολιτισμό. Διαβρώνουν το κράτος πρόνοιας και επιχειρούν να ανατρέψουν δικαιώματα που οι μειονότητες έχουν κατακτήσει με μεγάλους αγώνες — και αυτό με ανησυχεί βαθιά. Γι’ αυτό προσπαθώ πάντα να ενσωματώνω αυτά τα ζητήματα στο έργο μου, κάτι που έχει κάνει τη γραφή μου ολοένα και πιο πολιτική με το πέρασμα του χρόνου.
Πόσο σημαντική είναι για εσάς η διεθνής πορεία ενός έργου και η «μετάφρασή» του σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα;
Έχω σταθεί τυχερός και προνομιούχος που τα έργα μου έχουν ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ανεβαίνοντας σε πολλές χώρες και μεταφραζόμενα σε διαφορετικές γλώσσες. Αυτό υπήρξε καθοριστικό τόσο για τη διαμόρφωσή μου ως συγγραφέα όσο και για τη διαδρομή που έχω σήμερα. Πιστεύω πως το να μεταφράζεται και να ανεβαίνει ένα έργο σου σε άλλες χώρες, ερχόμενο σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες, σε βοηθά να εξελιχθείς ως δραματουργός, γιατί σε αναγκάζει να δεις την πραγματικότητα μέσα από πολύ διαφορετικά μάτια, πέρα από τη δική σου οπτική.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα;
Για μένα, οι μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα είναι, αφενός, να βρει νέους τρόπους αφήγησης σε έναν κόσμο όπου το κοινό είναι ολοένα και πιο συνηθισμένο στον ρυθμό των οθονών και των οπτικοακουστικών μέσων, παρά σε αυτό που μπορεί να προσφέρει το ζωντανό θέατρο.
Αφετέρου, σε επίπεδο περιεχομένου, πιστεύω πως έχουμε πλέον πολύ μεγαλύτερη ευθύνη να αγγίζουμε πολιτικά ζητήματα, και η αγνόησή τους είναι κάτι που απλώς δεν μπορούμε να επιτρέψουμε. Επομένως, το να γράφεις ιστορίες με ουσία, υψηλής ποιότητας και ικανές να εμπλέξουν πραγματικά το κοινό — διατηρώντας παράλληλα την καλλιτεχνική αρτιότητα — αποτελεί μια σημαντική πρόκληση.
Πώς διαχειρίζεστε, ως συγγραφέας, την ευθύνη όταν γράφετε για τόσο ευαίσθητα και πραγματικά τραύματα;
Πολύ συχνά, όπως στην περίπτωση του έργου μου «Το Χελιδόνι», είναι δύσκολο να προσεγγίσω μέσα από τη γραφή μου πραγματικά τραύματα που με αγγίζουν τόσο βαθιά. Με επηρεάζουν έντονα και, κάποιες φορές, μου ήταν δύσκολο να διατηρήσω την ψυχραιμία και την απαραίτητη απόσταση από την ιστορία που αφηγούμουν.
Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω πως αυτή η συναισθηματική και ψυχική εμπλοκή είναι αναγκαία — ότι το έργο πρέπει να περιέχει μια ισχυρή αίσθηση αλήθειας και να γεννιέται από κάτι πολύ προσωπικό μέσα σου, αν θέλεις πραγματικά να αγγίξεις το κοινό και να το οδηγήσεις σε σκέψη. «Το Χελιδόνι» είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού, και πιστεύω πως πολλά από τα υπόλοιπα έργα μου, είτε πρόκειται για δράματα είτε για κωμωδίες, έχουν ακολουθήσει την ίδια διαδρομή.
Το χελιδόνι
Το «Χελιδόνι» εμπνεύστηκε από μια πραγματική τραγωδία. Πώς μετατρέψατε ένα τόσο σκληρό γεγονός σε ένα βαθιά προσωπικό και ανθρώπινο έργο;
Στην περίπτωση του «Χελιδονιού», είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι έγραψα το έργο πολύ γρήγορα. Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες — μέσα σε μερικές εβδομάδες — είχα ήδη ένα πρώτο προσχέδιο. Παρόλο που δεν ήταν ακόμη ένα καλό έργο, ούτε αυτό που βλέπουμε σήμερα στη σκηνή, περιείχε ήδη τον πυρήνα, την ουσία και τη δομή αυτού που ήθελα να αφηγηθώ. Το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα συμβάν που με συγκλόνισε τόσο βαθιά, γέννησε μέσα μου μια ισχυρή δημιουργική ώθηση και έκανε αυτό που έγραφα να μοιάζει εξαιρετικά αληθινό και σωματικό.
Πιστεύω πως αυτό μπορεί να είναι και επικίνδυνο, γιατί η ενέργεια που προέρχεται από τόσο βαθιά μέσα σου δεν είναι πάντα επεξεργασμένη ή υψηλής ποιότητας — είναι όμως πάντα δυνατή. Το να την ελέγξεις είναι δύσκολο, και το να τη διοχετεύσεις με την απαραίτητη αντικειμενικότητα και απόσταση είναι πολύ σύνθετο. Ωστόσο, νομίζω πως με το «Χελιδόνι» καταφέραμε να πετύχουμε μια ιδανική ισορροπία.
Το έργο δεν εστιάζει στο ίδιο το γεγονός, αλλά στο τραύμα που αφήνει πίσω. Τι ήταν αυτό που σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε μέσα από αυτή την ιστορία;
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την ιστορία δεν είναι η ίδια η επίθεση, ούτε το μίσος ή ο τρόμος που προκάλεσε ένα τόσο φρικτό γεγονός, αλλά το άνοιγμα προς την ελπίδα που δημιουργούν οι δύο χαρακτήρες — ανοίγοντας ο ένας στον άλλον και δίνοντας ο ένας στον άλλον την ευκαιρία να συγχωρήσουν, να αγαπήσουν ξανά και να συμφιλιωθούν με το κομμάτι του εαυτού τους που έχουν χάσει. Είναι ένα έργο για το πένθος, για το πώς μαθαίνουμε να επουλώνουμε τις πληγές μας, για το πώς μαθαίνουμε να ανεχόμαστε τον άλλον παρά τις διαφορές μας, πάντα υπό τη σημαία της αγάπης.
Η αγάπη υπήρξε πάντοτε πολύ παρούσα στο έργο μου, και πιστεύω πως το «Χελιδόνι» είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού. Κι όμως, δεν ξεκίνησα να γράψω για την αγάπη όταν δημιούργησα το έργο. Νόμιζα ότι έγραφα για την τρομοκρατία και τη μισαλλοδοξία, αλλά τελικά κατέληξε να γίνει ένας ύμνος στο πιο ισχυρό συναίσθημα που υπάρχει — που για μένα είναι η αγάπη.
Τι συμβολίζει αυτό το Χελιδόνι;
Το ίδιο το έργο το εξηγεί μέσα από το τραγούδι: το χελιδόνι είναι ένα αποδημητικό πουλί που φεύγει και επιστρέφει, και όταν επιστρέφει φέρνει μαζί του το καλοκαίρι. Είναι ένα πουλί γεμάτο ελπίδα — με μεγάλες μέρες, γόνιμες σοδειές, χαρά, διακοπές και όλα τα θετικά που φέρνει ο καλός καιρός μετά από έναν κρύο και έρημο χειμώνα. Αυτό είναι που συμβολίζει, αυτό εκφράζεται μέσα στο τραγούδι, και γι’ αυτό το έργο καταλήγει σε αυτό: όταν οι δύο χαρακτήρες βγαίνουν από τον χειμώνα τους και ξεκινούν μια νέα άνοιξη.
Οι δύο χαρακτήρες συνδέονται με έναν τρόπο που αποκαλύπτεται σταδιακά. Πόσο σημαντικές είναι η ένταση και η ανατροπή στη δραματουργία σας;
Πολλά από τα έργα μου ενσωματώνουν στοιχεία θρίλερ, έκπληξης ή απρόσμενων ανατροπών, που πιστεύω πως συνδέονται πολύ έντονα με το κοινό. Οι θεατές συχνά εμπλέκονται περισσότερο σε μια ιστορία όταν υπάρχει ένας γρίφος προς επίλυση, ένα μυστήριο χωρίς ξεκάθαρη εξήγηση ή όταν τους δίνονται ενδείξεις ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Αυτό συμβαίνει στο «Χελιδόνι» από την αρχή, και νομίζω πως είναι ένα από τα κλειδιά για να κρατιέται το κοινό σε εγρήγορση.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο του έργου είναι η σταδιακή αποκάλυψη της πληροφορίας — το πώς κάθε νέο στοιχείο και κάθε ανατροπή εμφανίζονται ακριβώς τη σωστή στιγμή. Αυτό απαιτούσε να χτιστεί το έργο σχεδόν σαν ένας μηχανισμός ρολογιού, έτσι ώστε όλα να λειτουργούν σωστά και κάθε πληροφορία να αποκαλύπτεται ακριβώς όταν χρειάζεται.
Το «Χελιδόνι» έχει παρουσιαστεί σε πολλές χώρες. Πιστεύετε ότι τα θέματα του αποκτούν διαφορετική απήχηση ανάλογα με το κοινό;
Ναι, αυτό συμβαίνει πολύ συχνά με όλα τα είδη θεατρικών έργων, όχι μόνο με το «Χελιδόνι». Κάθε θεατρικό κείμενο αποκτά το νόημα που του δίνει το κοινό του, και αυτό το κοινό είναι διαφορετικό σε κάθε χώρα και σε κάθε πολιτισμό. Επομένως, δεν πιστεύω ότι ένα έργο έχει ένα και μοναδικό, σταθερό νόημα. Όλα εξαρτώνται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιάζεται, από το όραμα του σκηνοθέτη — που είναι πάντα διαφορετικό σε κάθε μέρος του κόσμου — από τους ηθοποιούς που το ερμηνεύουν, οι οποίοι φέρνουν πολύ διαφορετικές μεθόδους και τεχνικές ανάλογα με τη χώρα, και από το ίδιο το κοινό, με τη δική του συλλογική ιστορία και τις πολιτισμικές του αναφορές.
Όλα αυτά κάνουν κάθε εμπειρία του «Χελιδονιού» μοναδική σε κάθε χώρα και οδηγούν κάθε θεατή να συγκινηθεί ή να προβληματιστεί για διαφορετικούς λόγους. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως υπάρχουν και οικουμενικά θέματα στο έργο που αγγίζουν τους ανθρώπους παντού, όπως η αγάπη, η σχέση μητέρας και παιδιού και, κυρίως, η ομοφυλοφιλία.
Το έργο αγγίζει ζητήματα βίας απέναντι στη διαφορετικότητα. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος κατανόησης και συμφιλίωσης;
Ναι, το πιστεύω ακράδαντα. Διαφορετικά, δεν θα έγραφα θέατρο. Νομίζω πως το θέατρο — ή γενικότερα η αφήγηση, αλλά ιδιαίτερα το θέατρο — λειτουργεί ως ένας χώρος μεταμόρφωσης. Τα καλά έργα αλλάζουν τους ανθρώπους. Ένας θεατής μπαίνει στο θέατρο σε μια κατάσταση και βγαίνει σε μια άλλη, νιώθοντας διαφορετικός. Ίσως κάτι να έχει κινηθεί βαθιά μέσα του ή ίσως να έχει φυτευτεί ένα ερώτημα στο μυαλό του.
Όλα αυτά είναι πολύτιμα. Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για επαναστατικές αλλαγές που μεταμορφώνουν τον κόσμο, μπορούν να αλλάξουν έναν άνθρωπο — ή τουλάχιστον να έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν.
Με το «Χελιδόνι» αυτό συμβαίνει πολύ συχνά: οι άνθρωποι φεύγουν από το θέατρο και αποφασίζουν να τηλεφωνήσουν στους γονείς τους για να τους πουν ότι τους αγαπούν, ή παίρνουν μια απόφαση για το coming out τους, ή απλώς λένε «σ’ αγαπώ» σε κάποιον κοντινό τους. Αυτές είναι κινήσεις που συμβαίνουν συχνά με αυτό το έργο, και με κάνουν εξαιρετικά χαρούμενο, γιατί αποδεικνύουν τη μεταμορφωτική δύναμη που μπορεί να έχει το θέατρο κάποιες φορές.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου
Μουσική: Αντώνης Παπανικολάτος
Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Εβίνα Βασιλακοπούλου
Graphic Designer: Όλγα Κουτρουμάνου
Φωτογραφίες: Θεόφιλος Τσιμάς
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Κουρή
Βοηθός σκηνογράφου: Δανάη Αλιφραγκή
Τους στίχους του τραγουδιού «Το χελιδόνι» έγραψε η Μαρία Τσιμά
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Θέατρο ΕΛΕΡ
Φρυνίχου 10, Πλάκα (Στάση Μετρό: Ακρόπολη)
Από Δευτέρα 20 Απριλίου
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21:00