ΜΠΗΚΑΜΕ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ ΤΗΣ ΠΙΟ ΑΝΤΙΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Βρεθήκαμε στην πρόβα της πρώτης επιθεώρησης που ετοιμάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μιας παράστασης που έχει ήδη από τον τίτλο της διάθεση να μιλήσει ευθέως: «Εγώ θα σας τα πω!» – Τι μας είπαν οι συντελεστές
Μπαίνω στο θέατρο Χώρα λίγο μετά από μια σφοδρή καλοκαιρινή μπόρα. Η Αθήνα έξω αχνίζει ακόμη, οι δρόμοι γυαλίζουν από τη βροχή και μέσα στο θέατρο με υποδέχεται μια εικόνα σχεδόν κινηματογραφική: ένα βουνό από γλυκά, κεράσματα και χαμόγελα. Είναι Κωνσταντίνου και Ελένης, η Ελένη Κοκκίδου γιορτάζει και έχει φροντίσει να γλυκάνει όλη την ομάδα.
Από την αίθουσα ακούγονται μουσικές, τραγούδια, ατάκες και γέλια. Όσο προχωρώ προς τη σκηνή, η αίσθηση είναι οικογενειακή. Οι ηθοποιοί ανεβαίνουν, δοκιμάζουν τα «νούμερά» τους, ξαναλένε ατάκες, τραγουδούν, γελούν, ενώ από κάτω οι υπόλοιποι παρακολουθούν με εκείνο το βλέμμα της συνενοχής που έχουν οι άνθρωποι όταν ξέρουν ότι κάτι ζωντανό γεννιέται μπροστά τους.
Βρεθήκαμε στην πρόβα της πρώτης επιθεώρησης που ετοιμάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μιας παράστασης που έχει ήδη από τον τίτλο της διάθεση να μιλήσει ευθέως: «Εγώ θα σας τα πω!». Και πράγματι, όλα δείχνουν πως αυτή η επιθεώρηση θέλει να τα πει. Να σχολιάσει, να σατιρίσει, να πειράξει, να θυμηθεί, να γελάσει, αλλά και να κοιτάξει κατάματα την ελληνική πραγματικότητα.
Στη σκηνή υπάρχει μια σπάνια ενέργεια: η παλιά μνήμη της επιθεώρησης συναντά το σήμερα, η πολιτική σάτιρα συνομιλεί με τη μουσική, οι ηθοποιοί πατούν πάνω σε ένα είδος βαθιά λαϊκό και το ξαναφέρνουν στο παρόν χωρίς φόβο και χωρίς νοσταλγική αμηχανία. Με πρωτότυπα κείμενα, νέα τραγούδια, ζωντανή ορχήστρα και μια ομάδα σπουδαίων συντελεστών, η παράσταση μοιάζει να διεκδικεί κάτι περισσότερο από το εύκολο γέλιο: τη χαρά της ζωντανής επικοινωνίας με το κοινό.
Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: Η επιθεώρηση είναι «το βασίλειο του ηθοποιού»
Κάθομαι δίπλα στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και τον ρωτώ για την επιθεώρηση αυτή. Μου μιλά με εμφανή αγάπη για το είδος, αλλά και με βαθιά γνώση της ιστορίας και της πολιτικής του διάστασης. Για εκείνον, η επιθεώρηση δεν είναι απλώς ένα θεατρικό είδος γέλιου, είναι ένας ζωντανός οργανισμός που γεννήθηκε μέσα από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της χώρας και συνεχίζει να τρέφεται από την επικαιρότητα.
Όπως εξηγεί, η επιθεώρηση ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα, το 1894, αρχικά σε πιο ερασιτεχνική μορφή, πριν εξελιχθεί στις αρχές του 20ού αιώνα σε ένα επαγγελματικό και ιδιαίτερα δημοφιλές είδος. Εκείνο όμως που τη χαρακτήριζε διαχρονικά ήταν η πολιτική σάτιρα και η αιχμηρή της ματιά απέναντι στην εξουσία. Ο ίδιος θεωρεί πως η παρακμή που γνώρισε από τη δεκαετία του ’80 και μετά οφειλόταν κυρίως στη χυδαιότητα και στην εύκολη αναζήτηση γέλιου, στο «να βγάλουμε το γέλιο με το τσιγκέλι», όπως λέει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι χάθηκε σταδιακά η ποιότητα και το πραγματικό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον του είδους.
Η σχέση του με την επιθεώρηση ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία και είναι βαθιά βιωματική. Ο πατέρας του ήταν εμποροράφτηκς και διατηρούσε κατάστημα δίπλα στο ιστορικό θέατρο Ακροπόλ και ο μικρός τότε Βαγγέλης περνούσε ώρες παρατηρώντας τις φωτογραφίες των παραστάσεων και των ηθοποιών. Μεγαλώνοντας, έγινε σχεδόν παιδί του θεάτρου. Θυμάται πως τον γνώριζαν όλοι εκεί, τον συμπαθούσαν και τελικά απέκτησε μέχρι και «ελευθέρας».
Οι μνήμες από εκείνη την εποχή είναι ακόμη ζωντανές: οι παραστάσεις, τα μουσικά νούμερα, οι τραγουδίστριες της εποχής, το πολύβουο κοινό, η αίσθηση ότι όλος αυτός ο κόσμος της επιθεώρησης ήταν ένας μαγικός μικρόκοσμος.
Στην κουβέντα του επιστρέφουν συνεχώς πρόσωπα και εικόνες από το παλιό Ακροπόλ. Θυμάται τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Αυλωνίτη, τον Σταυρίδη, αλλά και δεκάδες ακόμη μεγάλους πρωταγωνιστές που πέρασαν από τη σκηνή του. Για εκείνον, η επιθεώρηση εκείνης της εποχής δεν ήταν απλώς θέαμα, ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής της Αθήνας.
Παράλληλα, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνδέει την επιθεώρηση με τη δική του πολιτικοποίηση. Αναφέρεται με ειλικρίνεια στα χρόνια της χούντας και στο Πολυτεχνείο, γεγονότα που, όπως λέει, τον διαμόρφωσαν βαθιά. Δεν υπήρξε ποτέ κομματικοποιημένος, αλλά παρέμεινε έντονα πολιτικοποιημένος και ανήσυχος. Αυτή η πολιτική ματιά είναι που τον οδηγεί και σήμερα στη συγκεκριμένη παράσταση, καθώς θεωρεί ότι η επιθεώρηση οφείλει να σχολιάζει τους κυβερνώντες, την εξουσία και όσα συμβαίνουν γύρω μας. «Η επιθεώρηση κάνει την επικαιρότητα θέατρο και σάτιρα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Το “Εγώ θα σας τα πω”, όπως αποκαλύπτει, θα βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη ζωντανή σχέση με την πραγματικότητα. Η επικαιρότητα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως έμπνευση, αλλά ως βασικό υλικό της δουλειάς. Γι’ αυτό και τα κείμενα παραμένουν ανοιχτά σε αλλαγές μέχρι και την τελευταία στιγμή. “Η επιθεώρηση είναι ίσως το μόνο θεατρικό είδος που μπορεί να συνομιλεί τόσο άμεσα με όσα συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας” τονίζει.
Παράλληλα υποστηρίζει πως η επιθεώρηση είναι «το βασίλειο του ηθοποιού» και πως το χιούμορ γεννιέται μέσα από την προσωπικότητα και την πρωτοβουλία του καθενός πάνω στη σκηνή.
Τέλος καταλήγει πως στόχος της επιθεώρησης αυτής δεν είναι η εύκολη μίμηση πολιτικών προσώπων ή οι φτηνές ατάκες. Το ζητούμενο είναι να αποτυπωθεί το πνεύμα της εποχής και να αναδειχθούν οι πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που βιώνει ο κόσμος. Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την καθημερινότητα της εξουσίας, όλα μπορούν να γίνουν υλικό επιθεώρησης, αρκεί να υπάρχει χιούμορ, ευφυΐα και μέτρο.
Ελένη Κοκκίδου: Η πραγματική μαγεία της επιθεώρησης γεννιέται τη στιγμή που μπαίνει ο θεατής
Η Ελένη Κοκκίδου τελειώνει το νούμερό της ως … εισαγγελέας και μιλά με ενθουσιασμό και συγκίνηση για τη συμμετοχή της στη σύγχρονη επιθεώρηση, ένα θεατρικό είδος που, όπως λέει, «δεν πεθαίνει ποτέ». Η ίδια έχει υπάρξει θεατής αλλά και ηθοποιός στην επιθεώρηση και περιγράφει την εμπειρία ως μία από τις μεγαλύτερες χαρές για έναν ηθοποιό.
«Είναι κατεξοχήν θέατρο του ηθοποιού», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως ο ηθοποιός καλείται μόνος του να σηκώσει το βάρος της επικοινωνίας με το κοινό και να το κάνει να γελάσει. Όπως εξηγεί, η πραγματική μαγεία της επιθεώρησης γεννιέται τη στιγμή που μπαίνει ο θεατής στο θέατρο. «Ο κόσμος είναι ο άλλος παίκτης», λέει, τονίζοντας πως τότε αλλάζει εντελώς το παιχνίδι και ανοίγει ο δρόμος για αυτοσχεδιασμό, ανταλλαγή ενέργειας και ζωντανή επικοινωνία με το κοινό. Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη: «Είναι μια χαρά που τη φέρνεις εσύ, την πασάρεις και την παίρνεις πίσω από τον κόσμο».
Συγκρίνοντας την επιθεώρηση του τότε με το σήμερα, η Ελένη Κοκκίδου παραδέχεται πως πολλά πράγματα παραμένουν ίδια. Θυμάται πως μικρότερη ζήλευε τους ηθοποιούς που έκαναν επιθεώρηση, γιατί γελούσε πολύ μαζί τους και τους θαύμαζε. Σήμερα βλέπει ακόμη πιο καθαρά τη δύναμη του είδους: «Όσο πιο ζοφερή είναι η πραγματικότητα γύρω μας, τόσο πιο ανάγκη υπάρχει να δούμε επιθεώρηση». Για εκείνη, το χιούμορ και το γέλιο λειτουργούν σχεδόν λυτρωτικά.
Ανάμεσα στους ρόλους που ξεχωρίζει από τη φετινή παράσταση είναι εκείνος μιας εισαγγελέως, σε ένα σατιρικό κομμάτι που αγγίζει τα ΜΜΕ και την πολιτική επικαιρότητα. Άλλωστε, όπως σημειώνει, η επιθεώρηση ήταν πάντα με τη μεριά της αντιπολίτευσης: «Πάντα χτυπάμε την κυβέρνηση», λέει γελώντας.
Μιλώντας για τα πρόσωπα που σημάδεψαν την ιστορία της επιθεώρησης, αναφέρει πως ξεχωρίζει την εποχή της «Ελεύθερης Σκηνής» και σπουδαίους ηθοποιούς όπως ο Δημήτρης Πιατάς, η Σοφία Φιλιππίδου, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, η Άννα Παναγιωτοπούλου, ο Σταμάτης Φασουλής και η Νένα Μεντή, λέγοντας πως «με αυτούς μεγαλώσαμε, εμείς είμαστε η επόμενη γενιά».
Από τις πιο παλιές μορφές της επιθεώρησης ξεχωρίζει τη Σπεράντζα Βρανά, την οποία χαρακτηρίζει «πολύ πληθωρική», ενώ θυμάται και τη Ρένα Ντορ από τις ραδιοφωνικές επιθεωρήσεις.
Δημήτρης Πιατάς: Στην επιθεώρηση χρωστώ πολλά
Σειρά παίρνει ο Δημήτρης Πιατάς που επιστρέφει στο είδος της επιθεώρησης με εμφανή συγκίνηση και βαθιά αγάπη για ένα θεατρικό είδος που, όπως λέει, σημάδεψε τη ζωή και την πορεία του. «Προέρχομαι από την επιθεώρηση», τονίζει από την αρχή της συζήτησης, εξηγώντας πως της χρωστά πολλά: «της χρωστώ την επωνυμία μου, την επιτυχία μου, ακόμη και την τότε οικονομική μου ευμάρεια». Η επιθεώρηση υπήρξε για εκείνον ένα μεγάλο σχολείο, ένας χώρος δημιουργίας και καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Παρότι κάποια στιγμή απομακρύνθηκε από το είδος, καθώς υπηρετούσε και άλλες μορφές θεάτρου, παραδέχεται πως η σχέση του με την επιθεώρηση δεν έσπασε ποτέ ουσιαστικά. Όπως λέει, είχε διακρίνει εγκαίρως την κρίση που ερχόταν για το είδος και επέλεξε να αποχωρήσει νωρίτερα. «Είχα την ευφυΐα να δω το πρόβλημα που ερχόταν», αναφέρει με ειλικρίνεια, σημειώνοντας πως η παρακμή της επιθεώρησης δεν ήταν τυχαία.
Η επιστροφή του, ωστόσο, έρχεται τώρα μέσα από μια νέα προσπάθεια που τον ενθουσιάζει πραγματικά. Ο Δημήτρης Πιατάς μιλά με θερμά λόγια για τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και την πρόθεσή του να αναβιώσει «την ποιοτική επιθεώρηση», εκείνη που στηριζόταν κυρίως στο κείμενο, στον λόγο, στην ιδεολογία και στην αισθητική. Για τον ίδιο, αυτή η παράσταση αποτελεί μια ευκαιρία να κλείσει ένας μεγάλος καλλιτεχνικός κύκλος επιστρέφοντας σε έναν χώρο «αγαπημένο και οικείο».
Αυτό που συνεχίζει να τον γοητεύει περισσότερο στην επιθεώρηση είναι το μοναδικό της πνεύμα. «Δεν έχει χάσει τίποτα από την ομορφιά της», λέει χαρακτηριστικά. Μιλά για το «σπινθηροβόλο πνεύμα» του είδους και για τη χαρά που νιώθει ο ηθοποιός όταν παίζει σε άμεση επαφή με το κοινό. Στην επιθεώρηση, όπως εξηγεί, ο ηθοποιός γίνεται «ο απόλυτος άρχοντας και πρωταγωνιστής», αποκτά μια σπάνια ελευθερία και συνδιαμορφώνει την παράσταση μαζί με τους θεατές.
Το “Εγώ θα σας τα πω” για τον Δημήτρη Πιατά, λειτουργεί σαν ένα σύγχρονο χρονογράφημα της ελληνικής κοινωνίας. Διαθέτει πολύ χιούμορ και γέλιο, χωρίς όμως να αποφεύγει τα δύσκολα θέματα. Αντίθετα, τα αγγίζει με σκωπτική διάθεση και σατιρική ματιά. «Το σοβαροφανές και το βαρύγδουπο είναι μακριά από εμάς», σημειώνει, διευκρινίζοντας όμως πως πίσω από την ανάλαφρη φόρμα κρύβονται ζητήματα βαθιά πολιτικά και κοινωνικά.
Ο Δημήτρης Χαλιώτης, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος και ο Θέμης Καραμουρατίδης δε φοβούνται την… επιθεώρηση
Ο Δημήτρης Χαλιώτης, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος και ο Θέμης Καραμουρατίδης μιλούν με πάθος για τη νέα επιθεώρηση που ετοιμάζουν, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή πως δεν φοβούνται καθόλου τη λέξη «επιθεώρηση». Αντίθετα, θεωρούν πως ήρθε η στιγμή το είδος να επιστρέψει δυναμικά, πολιτικά και ουσιαστικά στο σήμερα.
Ο Δημήτρης Χαλιώτης περιγράφει την παράσταση ως μια ξεκάθαρα σύγχρονη επιθεώρηση που σχολιάζει το «εδώ και τώρα» της ελληνικής κοινωνίας. Όπως λέει, η σάτιρα της παράστασης στρέφεται κυρίως απέναντι στην εξουσία και ειδικά στην πολιτική εξουσία των τελευταίων χρόνων. «Τα σατιρικά μας βέλη στρέφονται κατά κύριο λόγο στην εξουσία», σημειώνει χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας όμως πως η παράσταση δεν περιορίζεται μόνο στην πολιτική επικαιρότητα, αλλά επιχειρεί να αποτυπώσει συνολικά την ατμόσφαιρα της κοινωνίας. Για τον ίδιο, αυτό που παρουσιάζουν είναι «μια επιθεώρηση ξεκάθαρα αντικυβερνητική».
Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος εξηγεί πως η δική τους γενιά δεν έζησε την επιθεώρηση στην ακμή της, αλλά μεγάλωσε μέσα από τον απόηχο που άφησαν σημαντικές στιγμές του είδους, όπως η «Ελεύθερη Σκηνή» και μια πιο τρυφερή, πολιτική επιθεώρηση. «Χτίσαμε την αισθητική μας πάνω σε αυτό το λαϊκό είδος», λέει, τονίζοντας πως αυτό που επιχειρούν τώρα είναι να καταθέσουν τη δική τους εκδοχή: μια επιθεώρηση καυστική και αιχμηρή, αλλά ταυτόχρονα τρυφερή, ευαίσθητη και κομψή.
Και οι τρεις δημιουργοί φαίνεται να συμφωνούν πως το χιούμορ δεν χρειάζεται να είναι προσβλητικό ή χυδαίο για να είναι αποτελεσματικό. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος υπογραμμίζει πως στόχος τους ήταν να αποφύγουν το εύκολο γέλιο και τα φτηνά αστεία. «Πιστεύουμε ότι υπάρχει χιούμορ που μπορεί να βγει από την αγάπη για τον άνθρωπο», αναφέρει, εξηγώντας πως θέλουν να καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα της εποχής χωρίς να χάνουν την ηθική τους και χωρίς να κακοποιούν ανθρώπους ή καταστάσεις.
Ο Δημήτρης Χαλιώτης συμπληρώνει πως ακόμη και στα πιο κοινωνικά ή φαινομενικά “ανάλαφρα” νούμερα της παράστασης, υπάρχει πάντα ένα βαθύτερο πολιτικό σχόλιο. Αναφέρει μάλιστα ως παράδειγμα ένα νούμερο που αφορά μια ηρωίδα που θέλει να πάει στη Eurovision. Στην επιφάνεια μοιάζει απλώς χιουμοριστικό, όμως κρύβει πολλαπλές πολιτικές αιχμές και σχόλια για τη σύγχρονη κοινωνία. Όπως ξεκαθαρίζει, δεν τους ενδιαφέρει η εύκολη lifestyle σάτιρα ή η αναπαραγωγή τηλεοπτικών στερεοτύπων που συχνά χαρακτήριζαν τις παλιές τηλεοπτικές επιθεωρήσεις.
Η συζήτηση περνά αναπόφευκτα και στο ζήτημα της πολιτικής ορθότητας. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος παραδέχεται πως το θέμα τους απασχόλησε, κυρίως γιατί σήμερα η συζήτηση γύρω από το τι επιτρέπεται να λέγεται δημόσια έχει γίνει ιδιαίτερα έντονη. Για εκείνον, το να μη θέλεις να προσβάλεις ή να πληγώσεις κάποιον δεν είναι αδυναμία, αλλά στοιχειώδης σεβασμός. Μέσα στην παράσταση υπάρχει μάλιστα και νούμερο που σατιρίζει ακριβώς αυτή τη σύγχρονη σύγχυση γύρω από τη λεγόμενη “woke” κουλτούρα και την πολιτική ορθότητα.
Και τονίζει πως “η ουσία της επιθεώρησης είναι να στήνει παγίδες στον θεατή, να τον κάνει αρχικά να συμφωνεί με έναν χαρακτήρα και στη συνέχεια να του τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια. Είναι παιχνίδι ψευδαίσθησης”.
Σημαντικό κομμάτι της παράστασης αποτελεί και η μουσική, την οποία υπογράφει ο Θέμης Καραμουρατίδης. Ο ίδιος εξηγεί πως από την πρώτη στιγμή αποφάσισαν να μην χρησιμοποιήσουν έτοιμες επιτυχίες ή γνωστά τραγούδια. Αντίθετα, θέλησαν να δημιουργήσουν εξ ολοκλήρου καινούργια τραγούδια ειδικά για την παράσταση — κάτι που, όπως λένε, αποτελεί μεγάλη καινοτομία για την επιθεώρηση.
Ο Θέμης Καραμουρατίδης παραδέχεται πως αυτό ένα μεγάλο στοίχημα το να γράψουν πρωτότυπα τραγούδια που να λειτουργούν μέσα σε ένα σατιρικό θέαμα, διατηρώντας ταυτόχρονα αμεσότητα, χιούμορ και επικοινωνία με το κοινό. Ανάμεσα στα μουσικά κομμάτια της παράστασης υπάρχουν και τραγούδια εμπνευσμένα από τη Eurovision, δοσμένα φυσικά μέσα από τη δική τους σατιρική και καλλιτεχνική ματιά.
Οι τρεις δημιουργοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν την επιθεώρηση όχι ως ένα «μουσειακό» είδος, αλλά ως κάτι ζωντανό που εξελίσσεται. Κοινός τόπος όλων είναι πως η σάτιρα δεν μπορεί να χαϊδεύει το κοινό. Η παράσταση περιλαμβάνει τραγούδια και νούμερα που σατιρίζουν ευθέως πολιτικά πρόσωπα, κυβερνητικές επιλογές, το Εθνικό Σύστημα Υγείας, ακόμη και συγκεκριμένους υπουργούς. Οι ίδιοι γνωρίζουν ότι αυτό μπορεί να ενοχλήσει μερίδα θεατών, όμως θεωρούν πως αυτή είναι ακριβώς η αποστολή της επιθεώρησης: να μιλά ευθέως για την πραγματικότητα, με χιούμορ, αιχμή και ελευθερία.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Κείμενα, Στίχοι τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Δημήτρης Χαλιώτης
Πρωτότυπα τραγούδια, Μουσική, Ενορχηστρώσεις: Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Κίνηση: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Βοηθός Κίνησης: Μαργαρίτα Μπουγιούκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Φωνητική διδασκαλία: Αποστόλης Ψυχράμης
Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Κορογιαννάκης
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Αγγελική Πολίτη
Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης
Μουσικοί επί σκηνής:
Αντώνης Παλαμάρης — μουσική διεύθυνση, επιμέλεια ορχήστρας, πλήκτρα
Κωστής Πυρένης — ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα
Βαγγέλης Οικονόμου — μπάσο
Δημήτρης Τσόλης — τύμπανα, programming
Παρτιτούρες: Άρης Ζέρβας
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Δημήτρης Πιατάς, Ελένη Κοκκίδου, Δημήτρης Μακαλιάς, Γιούλη Τσαγκαράκη, Ζερόμ Καλούτα, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αλέξης Βιδαλάκης, Θανάσης Ισιδώρου
Πρώτοι σταθμοί περιοδείας
Βεάκειο Θέατρο Πειραιά
4, 5, 6 & 7 Ιουνίου, 21:00
Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού
23 Ιουνίου, 21:00
Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ego-tha-sas-ta-po-epitheorisi/