Ελένη Καλένος: “Οφείλουμε να προστατεύουμε τη ψυχή μας, πριν τη μοιραστούμε με το κοινό”

Διαβάζεται σε 7'
Η Ελένη Καλένος
Η Ελένη Καλένος

Η υψίφωνος Ελένη Καλένος μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή την συναυλία στις 17 Απριλίου της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής.

Η Ελένη Καλένος, μία από τις πιο σημαντικές και αναγνωρισμένες Ελληνίδες υψίφωνες της διεθνούς όπερας, θα παρουσιάσει ένα εξαιρετικό πρόγραμμα με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) στο Μέγαρο Μουσικής, στις 17 Απριλίου.

Στην ειδική αυτή συναυλία, με αφορμή την επέτειο των 250 χρόνων από τη Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, η Καλένος θα ερμηνεύσει το λυρικό έργο Knoxville: Summer of 1915 του Σάμιουελ Μπάρμπερ.

Πρόκειται για ένα έργο που εξυμνεί την αθωότητα και την παιδική ηλικία στο αμερικανικό Νότο του 1915, βασισμένο στο ποίημα του James Agee, που εκφράζει συναισθηματική ένταση και νοσταλγία.

Η Ελένη Καλένος, με σπουδές στη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη, έχει κερδίσει την εκτίμηση του διεθνούς κοινού και των κριτικών για την εξαιρετική φωνή της και την υποκριτική της δεινότητα. Έχει ερμηνεύσει σημαντικούς ρόλους σε όπερες όπως η Τόσκα και η Μαντάμα Μπατερφλάι αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Όπως λέει η ίδια, η μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας της ήταν να βρει ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, κάτι που απαιτεί τόσο ψυχική όσο και φωνητική ανθεκτικότητα.

Η Ελένη Καλένος μιλά στο NEWS 24/7 για το πώς ξεκίνησαν όλα στο τραγούδι: “μετά από σπουδές και δίπλωμα στο βιολοντσέλο καθώς και πολύχρονη ενασχόληση με το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, αποφάσισα ότι ήταν αναγκαία η τεχνική κατάρτιση και η γνώση για την προστασία της φωνής μου.

Έτσι ξεκίνησα το κλασσικό τραγούδι. Διάλεξα για την εκπαίδευση μου τις Ηνωμένες Πολιτείες (Queens College, New York και Boston University). Εκεί λοιπόν, αφού αποφοίτησα από τα πανεπιστημιακά μου προγράμματα κι έχοντας επιλέξει ένα εξαιρετικό επιτελείο δασκάλων, με διαφορετικές ειδικότητες ο καθένας, ξεκίνησα ακροάσεις επιλέγοντας μόνο πρωταγωνιστικούς ρόλους και έχτισα προσεκτικά το ρεπερτόριο μου και την καριέρα μου αργά και σταθερά”.

Και συνεχίζει μιλώντας για τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε ως υψίφωνος: “Για μένα η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν ψυχική, και ήταν το να βρω ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη μου και στη ζωή. Μου ήταν πιο εύκολο να απομονώσω τις στιγμές επάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης, αλλά ήθελα να μπορώ να ευχαριστιέμαι αυτό που κάνω και εκτός σκηνής.

Η διαρκής προσπάθεια για επιβίωση και επιτυχία σ ’ένα κόσμο γεμάτο προκλήσεις, και η διατήρηση μιας καλής φωνητικής και σωματικής υγείας μετατρέπονταν συχνά σε ψυχαναγκασμό. Και τότε κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η επένδυση ενός καλλιτέχνη στην ψυχική υγεία. Δεν επαρκεί μόνο η άρτια τεχνική κατάρτιση, και οφείλουμε -νομίζω- πρώτα να προστατεύουμε τη ψυχή μας πριν τη μοιραστούμε με το κοινό σ’ ένα θέατρο”.

Η Ελένη Καλένος

Πώς προετοιμάζεται φωνητικά και ψυχολογικά πριν από μια παράσταση;

“Πριν την παράσταση, προσπαθώ να κάνω ένα σύντομο ζέσταμα για να διαπιστώσω σε ποια κατάσταση βρίσκεται η φωνή μου και να μην την κουράζω ιδιαίτερα.

Προσπαθώ να διατηρώ ένα κλίμα ηρεμίας στο προσωπικό μου περιβάλλον. Έχει σημασία για μένα να μένω μακριά από εντάσεις και να είμαι όσο μπορώ χαρούμενη. Με βοηθά ο καλός ύπνος, η ξεκούραση, το πολύ νερό και φυσικά το καλό φαγητό!” απαντά η Ελένη Καλένος.

Και συνεχίζει μιλώντας για το έργο που θα ερμηνεύσει με την Κρατική Ορχήστρα στις 17 Απριλίου: “Το «Νόξβιλ: καλοκαίρι του 1915» του Σάμιουελ Μπάρμπερ είναι ένα πανέμορφο έργο γεμάτο συναισθήματα, ευαισθησία και με χαρακτηριστικά αμερικανικό μουσικό ιδίωμα. Βασίζεται σε ένα λυρικό ποίημα του βραβευμένου συγγραφέα James Agee που γράφει με ένα αυτοσχεδιαστικό, σχεδόν τζαζ, τρόπο, ο οποίος είναι εξίσου εμφανής και στο συνθετικό στυλ του Μπάρμπερ.

Το Νοξβιλ περιγράφει ένα νοσταλγικό και γεμάτο αισθήσεις απόγευμα του Τενεσί στις αρχές του εικοστού αιώνα. Αντικατοπτρίζει την παιδική αθωότητα και τους ήσυχους ρυθμούς της οικογενειακής ζωής στον αμερικανικό νότο, αλλά και μια πνευματικότητα, μιας και θίγει ερωτήματα για τη μετάβαση από την παιδική ανωριμότητα στα υπαρξιακά μας ερωτήματα και την πολυπλοκότητα της ενήλικης ζωής, και από το καθημερινό και απλό στην ανώτερη και πιο πνευματική μας διάσταση”.

Ποιο ρεπερτόριο την εκφράζει περισσότερο και γιατί;

“Αγαπώ τον βερισμό. Μου αρέσει να δίνω ζωή σε αληθινούς, καθημερινούς και ανθρώπινους χαρακτήρες, εκτός από τις βασίλισσες και τις πριγκίπισσες του οπερατικού ρεπερτορίου. Η πλούσια ενορχήστρωση, η συνεχής ροή της μουσικής που δε διακόπτει τη θεατρική ένταση και δράση, ο έντονος συναισθηματισμός, η χρήση της φωνής για την απόδοση πιο ακραίων συναισθημάτων και ψυχολογικής πίεσης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες με «χτυπούν» κατευθείαν στο θυμικό μου και ταυτόχρονα λειτουργούν λυτρωτικά για μένα” απαντά.

Πώς βλέπει το μέλλον της όπερας και του λυρικού θεάτρου;

“Η εποχή μας απαιτεί συνεχώς έναν επαναπροσδιορισμό των ανθρωπίνων ρόλων που κάποτε ήταν δεδομένοι. Η κρίση ταυτότητας και αισθητικής που περνά η ανθρωπότητα φυσικά θα επηρεάσει όπως όλα και την τέχνη μας.

Εκτός από τους μεταβαλλόμενους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες όμως, όλοι με τη στάση μας και τις επιλογές μας (και πολύ περισσότερο οι υπεύθυνοι μουσικοί και καλλιτεχνικοί διευθυντές), έχουμε τεράστια ευθύνη στο πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον του λυρικού θεάτρου.

Δεν μπορώ να προβλέψω αν θα τα καταφέρουμε να διατηρήσουμε την όπερα σαν είδος, αν τελικά θα δημιουργηθεί ένα καινούριο υβρίδιο ή αν θα εξαφανιστεί εντελώς. Όλα είναι πιθανά σενάρια, αλλά εγώ θέλω να είμαι αισιόδοξη μια και αγαπώ αυτή την μουσική…” απαντά.

Τέλος, τι θα συμβούλευε νέους τραγουδιστές που θέλουν να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο;

“Να μην βιάζονται! Δεδομένου ότι ένας νέος άνθρωπος διαθέτει το ταλέντο, πρέπει να θυμάται ότι προϋπόθεση για διάρκεια σε αυτήν την καριέρα, είναι η υπομονή, η εργασιακή ηθική και η οπτική σε βάθος χρόνου. Επίσης να μην ξεχνούμε ότι ΕΜΕΙΣ υπηρετούμε αυτήν την τέχνη και όχι εκείνη εμάς…”

* Στην ίδια συναυλία θα παρουσιαστεί το έργο Άνοιξη στα Απαλάχια, ένα από τα διασημότερα έργα του Κόπλαντ, ένα μπαλέτο γραμμένο το 1944 για τη χορογράφο Μάρθα Γκράχαμ, που εκφράζει την επαφή με τη φύση.

Η συναυλία θα ανοίξει με το έργο Νόστος ΙΙΙ του καταξιωμένου συνθέτη Χρήστου Σαμαρά, το οποίο γράφτηκε μετά από ανάθεση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται από το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν – ένα έργο γεμάτο χάρη και φρεσκάδα. Σολίστ θα είναι ο χαρισματικός πιανίστας Μάνος Κιτσικόπουλος, γνωστός για την ευελιξία του μεταξύ κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Τη συναυλία θα διευθύνει ο διεθνώς αναγνωρισμένος Πορτογάλος αρχιμουσικός Ντίνις Σόουζα, καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας της Opera North.

Info

17 Aπριλίου

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
Τιμές εισιτηρίων: 35€, 25€, 20€, 15€ και 10€ (εκπτωτικό)

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα