Από το Νταρφούρ στη Λέσβο: Μια διαδρομή προς την ελπίδα

Διαβάζεται σε 7'
Από το Νταρφούρ στη Λέσβο: Μια διαδρομή προς την ελπίδα
Ο Munir σε μια συνάντηση που διοργανώθηκε στο κέντρο υποδοχής στη Λέσβο με αφορμή τις 16 Ημέρες Ακτιβισμού Ενάντια στην Έμφυλη Βία. © UNHCR/ Theodoros Alexellis

Τρία χρόνια από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, εκατομμύρια Σουδανοί έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες – Τσαντ, Νότιο Σουδάν, Αίγυπτο – πολλές από τις οποίες αντιμετώπιζαν ήδη μεγάλα προβλήματα

Σε έναν σκονισμένο δρόμο στο Βόρειο Νταρφούρ, πολύ πριν βρεθεί ως πρόσφυγας στην Ελλάδα, ο Μunir Bassi άρχισε να αναλογίζεται τι θα μπορούσε να γίνει για τους ανθρώπους που είχαν ξεριζωθεί από τα σπίτια τους λόγω των συγκρούσεων. Ήταν 2014, και ήδη από τότε οι προσφυγικοί καταυλισμοί στο Σουδάν, όπως αυτός του Zamzam, επεκτείνονταν για να υποδεχτούν ανθρώπους που είχαν χάσει τα πάντα. «Τότε ήταν που άρχισε να διαμορφώνεται η ιδέα», εξηγεί. «Σκεφτόμουν συνεχώς πως αυτοί οι άνθρωποι αξίζουν κάτι καλύτερο από το να επιβιώνουν απλά. Αξίζουν να έχουν ελπίδα και μια ευκαιρία να ξαναχτίσουν τη ζωή τους».

Χρόνια αργότερα, αυτή η ιδέα θα εξελισσόταν στο “Let’s Have Hope” («Ας κρατήσουμε την ελπίδα»), μια οργάνωση προσφύγων που σήμερα υποστηρίζει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχουν εκτοπιστεί λόγω του πολέμου στο Σουδάν. Όμως, η πορεία προς την ίδρυσή της ξεκίνησε με τον εκτοπισμό του ίδιου του Munir.

Ο Munir γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην πόλη Κουτούμ, στην περιοχή του Βόρειου Νταρφούρ του Σουδάν. Το 2018, η κλιμάκωση της βίας ανάγκασε τον ίδιο και την οικογένειά του να καταφύγουν αρχικά στην Αίγυπτο και τελικά στην Ελλάδα το 2023, όπου έφτασε στο νησί της Σάμου. Ακόμη και την περίοδο που περίμενε στο κέντρο υποδοχής του νησιού να εξεταστεί η αίτησή του για άσυλο, ο Munir δεν έμεινε άπραγος. Εργάστηκε εθελοντικά ως διερμηνέας, δίδασκε αγγλικά και υποστήριζε τις ανάγκες της κοινότητας.

«Η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμή μου ήταν, και παραμένει, το πάθος μου για το ανθρωπιστικό έργο», λέει.

Μόλις ο Munir αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στις αρχές του 2024, βρέθηκε με της δουλειά του σε όλη την Ελλάδα: από την Καβάλα στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στη Λέσβο, όπου ανέλαβε διάφορα καθήκοντα μέσα στην οργάνωση Movement on the Ground. Μέχρι το τέλος του 2024, συντόνιζε προγράμματα, υποστήριζε εθελοντές στην κοινότητα ενώ συνέβαλε και στην πρωτοβουλία “Camp to CampUs” στη Λέσβο, διευκολύνοντας την πρόσβαση των προσφύγων στην εκπαίδευση.

Όμως τα όνειρα του Munir δεν θα σταματούσαν εκεί. Στις αρχές του 2025, ίδρυσε το “Let’s Have Hope”, μια οργάνωση που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες για πρόσφυγες, με επιτόπια δράση στις περιοχές του Σουδάν που έχουν πληγεί περισσότερο.

«Θέλουμε να περάσουμε από το να είμαστε απλοί αποδέκτες της ανθρωπιστικής βοήθειας στο να παρέχουμε εμείς οι ίδιοι τη βοήθεια», αναφέρει. «Αυτή είναι η αρχή μας

Στιγμιότυπα από της δράσεις της οργάνωσης “Let’s Have Hope” στο Σουδάν και τις γύρω χώρες. © Let’s Have Hope

Σήμερα, το “Let’s Have Hope” δραστηριοποιείται στο Σουδάν, εν μέσω μιας τεράστιας και ταχέως αναπτυσσόμενης κρίσης εκτοπισμού, που έχει αναγκάσει έναν στους τέσσερις Σουδανούς να εγκαταλείψει το σπίτι του. Από τότε που η βία κλιμακώθηκε στο Ελ Φασέρ, η οργάνωση μεταφέρθηκε στην Κουτούμ. Δεν κατάφεραν όμως όλοι να φτάσουν με ασφάλεια – ένας εθελοντής σκοτώθηκε ενώ παρέδιδε βοήθεια. Παρά τους κινδύνους, το έργο της ομάδας συνεχίζεται. Λειτουργούν μια κοινοτική κουζίνα, διανέμουν τρόφιμα και είδη ατομικής υγιεινής και παρέχουν υπηρεσίες προστασίας, ιδίως για γυναίκες και κορίτσια. Ο στρατηγικός σχεδιασμός και η διαχείριση γίνονται από την Ελλάδα, όπου ο Munir συνεργάζεται με μια μικρή ομάδα συναδέλφων. Συνολικά, η οργάνωση έχει βοηθήσει μέχρι στιγμής περίπου 60.000 άτομα.

Ο ηγετικός ρόλος των γυναικών βρίσκεται στον πυρήνα του οράματός τους. «Αν οι συνθήκες στο πεδίο στο Σουδάν ήταν διαφορετικές», λέει o Munir, «η οργάνωσή μας θα διοικούνταν αποκλειστικά από γυναίκες. Είναι έξυπνες, είναι δυνατές, μπορούν να καταφέρουν σπουδαία πράγματα».

Όταν οι επιλογές εξαντλούνται εξαιτίας του πολέμου και της έλλειψης υποστήριξης

Τρία χρόνια από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, εκατομμύρια Σουδανοί έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες – Τσαντ, Νότιο Σουδάν, Αίγυπτο – πολλές από τις οποίες αντιμετώπιζαν ήδη μεγάλα προβλήματα λόγω της ευάλωτης οικονομίας τους και των επιβαρυμένων δημόσιων υποδομών τους στις παραμεθόριες περιοχές.

«Οι αφίξεις στην Ευρώπη είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου ενός πολύ μεγαλύτερου πληθυσμού που παραμένει κοντά στα σύνορα του Σουδάν, περιμένοντας να σταματήσουν οι μάχες για να επιστρέψουν στα σπίτια τους», λέει η Αντιπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, Laura Lo Castro. «Οι χώρες υποδοχής στην περιοχή συνεχίζουν να επιδεικνύουν εξαιρετική αλληλεγγύη, αλλά οι δυνατότητές τους εξαντλούνται. Χρειάζονται επειγόντως υποστήριξη και, το πιο σημαντικό, να μπει ένα τέλος στις συγκρούσεις και τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Καθώς οι προοπτικές για ειρήνευση εξανεμίζονται, η πρόσβαση των ανθρωπιστικών φορέων στο εσωτερικό του Σουδάν είναι εξαιρετικά δύσκολη και η ανθρωπιστική βοήθεια στις γειτονικές χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες έχει μειωθεί δραστικά, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων αναγκάζεται να εκτοπιστεί και πάλι. Κάποιοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να επιστρέψουν στις κατεστραμμένες περιοχές καταγωγής τους, όπου βασικές υπηρεσίες και αγαθά – νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση – δεν υπάρχουν πλέον.

H Hawaye με την κόρη της Halima, ενός έτους, στο κέντρο για υποσιτισμένα παιδιά του προσφυγικού καταυλισμού Farchana στο Τσαντ. © UNHCR/Ala Kheir

Άλλοι παίρνουν οδυνηρές αποφάσεις: οικογένειες συχνά στέλνουν τον πιο δυνατό γιο ή γιους τους που θα μπορούσαν να αντέξουν ένα ταξίδι το οποίο γνωρίζουν πως θα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Δεν το κάνουν από επιλογή, αλλά από απόγνωση, καθώς η στήριξη και οι υπηρεσίες στις πρώτες χώρες ασύλου λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο.

«Οι άνθρωποι φεύγουν επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή και στη διαδρομή έρχονται αντιμέτωποι με κράτηση, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκμετάλλευση, μέχρις ότου οι λιγοστοί τυχεροί να καταφέρουν να φτάσουν στις ακτές της Ευρώπης», λέει η κ. Lo Castro. «Αξίζουν προστασία και ασφαλείς, νόμιμες οδούς, όχι διακινητές.»

Για τον Munir, η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιμετωπίζει τους εκτοπισμένους.

«Χρειάζεται οι τοπικές κοινωνίες και οι πρόσφυγες να σχεδιάσουμε μαζί το κοινό μας μέλλον», λέει. Κατά την άποψή του, ουσιαστική ένταξη σημαίνει ότι οι πρόσφυγες δεν θα έχουν απλά μια «θέση στο τραπέζι», αλλά θα συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις. «Όλα τα προβλήματα μεταξύ των κοινοτήτων μπορούν να λυθούν με επικοινωνία. Όταν εσύ καταλαβαίνεις εμένα κι εγώ εσένα, γινόμαστε φίλοι».

Η ένταξη, τονίζει, δεν αφορά μόνο την εργασία — αφορά την αμοιβαία κατανόηση.

Παρά την καταστροφή, ο Munir βλέπει σημάδια προόδου, ιδίως ανάμεσα στις Σουδανές γυναίκες που αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους. «Οι γυναίκες γίνονται όλο και πιο ενεργές στην κοινωνία», λέει. «Είναι κάτι που χρειαζόμαστε παντού, όχι μόνο στις μεγάλες πόλεις.»

Προς το παρόν, το έργο του συνεχίζεται πέρα από σύνορα – από την Ελλάδα έως το Σουδάν -συνδέοντας κοινότητες, κινητοποιώντας την παροχή βοήθειας και χτίζοντας κάτι που ξεκίνησε ως μια απλή ιδέα πριν από περισσότερα από δέκα χρόνια.

Η μεγαλύτερη ευχή του είναι απλή: να σταματήσει ο πόλεμος και να μπορέσουν οι οικογένειες του Σουδάν να επιστρέψουν με ασφάλεια στα σπίτια τους.

Καθώς το Σουδάν εισέρχεται στον τέταρτο χρόνο των συγκρούσεων, το μήνυμα του Munir αποτελεί μια υπενθύμιση ότι, ενώ η επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια σώζει ζωές, οι λύσεις σώζουν το μέλλον — και ότι ανάμεσα στα εκατομμύρια των εκτοπισμένων, πολλοί εργάζονται ήδη ακούραστα για να ξαναχτίσουν το μέλλον που ονειρεύονται.

Από Θοδωρή Αλεξέλλη, Τουλίνα Δέμελη, στη Λέσβο και Στέλλα Νάνου, στην Αθήνα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα