ΔΝΤ: Τα “καμπανάκια” κινδύνου για την Ελλάδα από την Κρίση στον Κόλπο
Διαβάζεται σε 5'
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις εκδηλώνονται κυρίως μέσω της ενέργειας, του πληθωρισμού και των εξωτερικών ανισορροπιών.
- 15 Απριλίου 2026 07:38
Σε καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεών του για την ελληνική οικονομία προχωρά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), αποτυπώνοντας τις ισχυρές αναταράξεις που προκαλεί η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα, η νέα έκθεση World Economic Outlook σκιαγραφεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, όπου ο πόλεμος λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνων για οικονομίες με έντονη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας, όπως η ελληνική.
Οι προβλέψεις
Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες εκτιμήσεις, η διεθνής κρίση αναμένεται να κοστίσει στην Ελλάδα περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2026. Η επιβάρυνση αυτή, αν και δεν ανατρέπει συνολικά την αναπτυξιακή τροχιά της χώρας, περιορίζει αισθητά τη δυναμική της οικονομίας, αναγκάζοντας παράλληλα το οικονομικό επιτελείο να επανεξετάσει τις προβλέψεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο κρατικός προϋπολογισμός.
Παρά τις πιέσεις, όπως αναφέρεται, η Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά ανθεκτική σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, διατηρώντας ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή δεν αναιρεί τις βαθιές πληγές που προκαλεί η κρίση, ιδιαίτερα σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια, το εξωτερικό ισοζύγιο και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ο πληθωρισμός
Το πιο άμεσο και ορατό αποτέλεσμα του πολέμου είναι η εκτίναξη του πληθωρισμού. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μεταφέρονται με ταχύτητα σε όλο το φάσμα της οικονομίας, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και τελικά τις τιμές καταναλωτή. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα φθάσει το 3,5%, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Η εξέλιξη αυτή διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, περιορίζοντας την κατανάλωση και ενισχύοντας τις κοινωνικές πιέσεις.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Από ρυθμούς άνω του 2%, η ελληνική οικονομία αναμένεται να κινηθεί κοντά στο 1,8% το 2026, με περαιτέρω κάμψη τα επόμενα χρόνια. Η επιβράδυνση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και στη σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο μέχρι σήμερα λειτουργούσε ως βασικός μοχλός επενδύσεων και οικονομικής δραστηριότητας. Η απουσία ενός αντίστοιχου εργαλείου ενίσχυσης δημιουργεί ένα δυνητικό κενό στην αναπτυξιακή προοπτική.
Έλλειμμα ανταγωνιστικότητας
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι που ουσιαστικά παραπέμπει σε έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Όπως αναφέρεται, η Ελλάδα, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, πλήττεται άμεσα από την αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Με τη γεωπολιτική κρίση, το κόστος των εισαγωγών αυξάνεται ταχύτερα από τα έσοδα των εξαγωγών, οδηγώντας σε διεύρυνση του ελλείμματος. Το φαινόμενο αυτό συνιστά μια μορφή «αιμορραγίας» για την οικονομία, καθώς διοχετεύονται περισσότεροι πόροι προς το εξωτερικό.
Ουσιαστικά, η ενεργειακή εξάρτηση αναδεικνύεται έτσι σε βασικό δίαυλο μετάδοσης της κρίσης. Κάθε άνοδος στις διεθνείς τιμές μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, επιβαρύνοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παράλληλα, οι αυξήσεις στις τιμές καυσίμων επηρεάζουν αρνητικά τον τουρισμό και τις μεταφορές, δύο τομείς ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα.
Οι προβλέψεις για την ανεργία
Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένα θετικά στοιχεία. Η ανεργία προβλέπεται να συνεχίσει την πτωτική της πορεία, υποχωρώντας κάτω από το 7,5%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά εργασίας, αν και παραμένει εύθραυστη υπό το βάρος των νέων οικονομικών πιέσεων.
Η ΕΕ
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι εξίσου σύνθετη. Η ευρωζώνη εισέρχεται σε περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται οριακά. Η ενεργειακή κρίση, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, περιορίζει τις επενδύσεις και εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Η Ελλάδα, αν και επηρεάζεται, διατηρεί συγκριτικό πλεονέκτημα στους ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς όμως να μένει ανεπηρέαστη από το γενικότερο αρνητικό κλίμα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι προβλέψεις καταδεικνύουν μια σαφή επιβράδυνση. Η ανάπτυξη κινείται πλέον σε χαμηλότερα επίπεδα από τον ιστορικό μέσο όρο, ενώ τα δυσμενή σενάρια υποδεικνύουν ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης, η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, με τον πληθωρισμό να ενισχύεται σημαντικά.
Για την Ελλάδα, ένα τέτοιο σενάριο θα είχε πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις. Η αύξηση του κόστους ενέργειας θα επιβάρυνε περαιτέρω το εμπορικό ισοζύγιο, ενώ η επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης θα επηρέαζε τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Επιπλέον, η σύσφιγξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών θα καθιστούσε ακριβότερο τον δανεισμό, περιορίζοντας τις επενδύσεις.
Ουσιαστικά με βάση την έκθεση, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί μια απομονωμένη γεωπολιτική κρίση, αλλά έναν παράγοντα με άμεσες και έμμεσες οικονομικές συνέπειες. Παράλληλα τονίζεται ότι απαιτείται διαχείριση των άμεσων επιπτώσεων, με μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας, μέσω επενδύσεων στην ενεργειακή αυτάρκεια, την παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια.