O Μακάριος Λαζαρίδης και το ηθικό μειονέκτημα της κυβέρνησης
Διαβάζεται σε 6'
Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Μακάριος Λαζαρίδης πέρασε από την αλαζονεία των τηλεοπτικών πάνελ στην «οικειοθελή» έξοδο.
- 20 Απριλίου 2026 06:26
Την Τρίτη ήταν μάγκας. «- Γιατί εσάς κύριε Λαζαρίδη; – Γιατί είμαι ωραίος…», είναι η απάντηση-μνημείο αλαζονείας που έδωσε στην περίφημη τηλεοπτική συνέντευξη και θα ζήσει για πάντα στα memes, εξελίσσεται ήδη στην Τζοκόντα του ελληνικού ίντερνετ.
Την Πέμπτη ήταν μαζεμένος. Σε δήλωσή του κατέληγε «δεν επιθυμώ να αιωρούνται σκιές» και με μεγαλείο, αν όχι πόνο, ψυχής ζητούσε αφενός μεν συγγνώμη κι αφετέρου δε «τον πλήρη, έντοκο καταλογισμό οποιωνδήποτε αχρεωστήτως καταβληθέντων σε εμένα ποσών».
Το Σάββατο κι ενώ το σφυροκόπημα αντιπολίτευσης και μερίδας του Τύπου συνεχιζόταν, η Ντόρα Μπακογιάννη διαπίστωσε σε τηλεοπτική της συνέντευξη ότι η υπόθεση Λαζαρίδη είναι λάθος γιατί «θολώνει το μήνυμα της αξιοκρατίας» και ζήτησε (ή μήπως παρήγγειλε;) να παραιτηθεί. Λίγες ώρες μετά ο Μακάριος Λαζαρίδης έπαιρνε οικειοθελώς την άγουσα για τα κυβερνητικά αποδυτήρια και το, χτυπημένο από τη μοίρα, υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έψαχνε νέο υφυπουργό.
Μέσα σε όλα αυτά, πριν λίγες μέρες, στο πολυαναμενόμενο «κοινοβουλευτικό ντέρμπι» της συζήτησης για το κράτος δικαίου που ζήτησε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε αρκετές φορές στη λέξη «τοξικότητα» για να αποκρούσει τα πυρά της κριτικής. Σε μια αμφιλεγόμενη αποστροφή του ο Πρωθυπουργός συνέδεσε μάλιστα την «τοξικότητα» με την περιπέτεια υγείας που περνάει ο στενός συνεργάτης του, Γιώργος Μυλωνάκης. Να θυμίσουμε, επίσης, ότι για το «κλίμα τοξικότητας που είχε αναπτυχθεί γύρω από το πρόσωπό τους» είχαν παραιτηθεί και τον Αύγουστο του 2022, όταν είχε σκάσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, ο γενικός γραμματέας και ανηψιός του Πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης, και ο διευθυντής της ΕΥΠ, Παναγιώτης Κοντολέων (…ούτε εκείνος είχε πτυχίο Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης όταν διορίστηκε, αλλά η τύχη του χαμογέλασε αφού άλλαξε ο νόμος κι έμεινε στη θέση του).
Κι αναρωτιέται λοιπόν κάποιος, ίσως κι ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, που δεν αντέχει να αισθάνεται πιο-διάσημη-ελληνική-λέξη βλέποντας το Μακάριο σόου στην τηλεόραση, κάποιος που για μέρες διαπίστωνε πικρά άλλη μια φορά «Το παιδί σου μετανάστης, ο Λαζαρίδης ακλόνητος», άραγε την τοξικότητα την προκάλεσαν όσοι κατέδειξαν το προφανές (ότι με μια βεβαίωση σπουδών από ένα ΙΕΚ της κακιάς ώρας δεν μπορούσε να προσληφθεί ως «ειδικός επιστήμονας» ο Λαζαρίδης) ή ο Πρωθυπουργός που δεν τον απομάκρυνε άμεσα παρά τα αδιαμφισβήτητα σε βάρος του στοιχεία;
Το πολιτικό περιβάλλον άραγε γίνεται «τοξικό» από όσους απαίτησαν την απομάκρυνση Λαζαρίδη ή από εκείνον που ανέμιζε στα κανάλια 15.000 ένσημα στα μούτρα των «τεμπέληδων αριστερών»; [Εν τω μεταξύ, τα ένσημα: αρχισυνταξία στο περιοδικό «Θητεία» του ΥΠΕΘΑ/ ρεπορτάζ ΥΠΕΘΑ σε εφημερίδα/ πρόσληψη στο υπουργείο Παιδείας ως ειδικός επιστημονικός συνεργάτης – κι όλα αυτά, φυσικά, την ίδια περίοδο.]
Πόσο δύσκολο, δηλαδή, θα ήταν με το που ανασύρθηκε το θέμα, να απομακρυνόταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ο Λαζαρίδης, να το ρίχναμε και λίγο στα «περασμένα ξεχασμένα, ήταν πριν είκοσι χρόνια, διαχρονικές παθογένειες κτλ.», να έψελναν κι ένα δυο ηρωικά περί «άτεγκτου Μητσοτάκη που κόβει τέτοια θέματα από τη ρίζα» τα φιλικά μικρόφωνα και οι φιλικές πένες και να προχωρούσαμε παρακάτω (…ενδεχομένως στο επόμενο παρατράγουδο);
Όμως, όχι, αυτή δεν είναι καθόλου η πρακτική της επιτελικής διακυβέρνησης. Σχεδόν επτά χρόνια τώρα, όσες φορές κι αν έχει πιαστεί με τη γίδα στην πλάτη (κάποιες μάλιστα και κυριολεκτικά, βλέπε ΟΠΕΚΕΠΕ), η κυβέρνηση δε θυσιάζει τους ανθρώπους της. Ειδικά, μάλιστα, σε περιπτώσεις «κασκαντέρ» σαν του Μακάριου Λαζαρίδη που είναι πολλά χρόνια στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη κι, επιπλέον, πήρε πάνω του μεγάλο βάρος της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ ως εκπρόσωπος της πλειοψηφίας κι επικοινωνιακό αλεξικέραυνο στα πάνελ των καναλιών. Αυτή η ιδιότυπη υποστήριξη/ομερτά (από την οποία μόνο «ο αριστότερος των αρίστων» δεν επωφελήθηκε) θα έμοιαζε από βαθιά ανθρώπινη ως συγκινητική, αν δεν είχαμε δει όλοι μας τόσες πολλές ταινίες με άλλου τύπου οργανώσεις.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται.
Ας πούμε, ο Κώστας Αχ. Καραμανλής έπρεπε να φλερτάρει με το γκραν σλαμ στις δικογραφίες, για να ανακοινώσει ο ίδιος ότι δε θα είναι ξανά υποψήφιος (θυμίζουμε ότι είχε παραιτηθεί από υπουργός Μεταφορών μετά τα Τέμπη, αλλά επανεξελέγη πανηγυρικά βουλευτής στις Σέρρες). Ο Δημήτρης Μαρκόπουλος που διηύθυνε την εξεταστική-παρωδία για τα Τέμπη, ανακοινώθηκε ως ο νέος κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ (και δίνει κάτι περίεργες απαντήσεις για τα δικά του πτυχία). Το περασμένο καλοκαίρι είχαμε τον εξευτελισμό της κοινοβουλευτικής διαδικασίας με τις επιστολικές ψήφους προκειμένου να μην υπάρξουν διαρροές και να αποφευχθεί η σύσταση Προανακριτικής για Βορίδη-Αυγενάκη-ΟΠΕΚΕΠΕ. Τις τελευταίες ημέρες, μετά τη διαβίβαση των νέων δικογραφιών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι κάποτε «Μένουμε Ευρώπη» προσπαθούν μας πείσουν ότι είναι ένας θεσμός της πλάκας, ενώ δε φαίνονται και πολύ πρόθυμοι να ψηφίσουν υπέρ της άρσης ασυλίας των 13 βουλευτών που συμπεριλαμβάνονται σε αυτές, όπως τους καλούν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης. Το κερασάκι στην τούρτα είναι βέβαια οι βουλευτές και υπουργοί της ΝΔ που δεν κατέθεσαν μηνύσεις για να μάθουν ποιος και γιατί τους παρακολουθούσε στην υπόθεση των υποκλοπών.
Το πολυτραγουδισμένο «ηθικό πλεονέκτημα», πάνω στο οποίο χτίστηκε η υποτιθέμενη «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» στη Μεταπολίτευση, βρέθηκε εξαρχής στο στόχαστρο αυτής της κυβέρνησης. Αν θέλετε, αποτέλεσε κι αποτελεί, ένα βασικό σημείο συνάντησης του «φιλελεύθερου, κεντροδεξιού» Κυριάκου Μητσοτάκη με τους ακροδεξιούς υπουργούς του. Συμπληρώνεται από το αφήγημα περί «δεξιάς αριστείας» που μοιάζει πια με το πιο σύντομο ανέκδοτο της εποχής.
Στην πραγματικότητα, «αριστεία» και «ηθικό πλεονέκτημα», είναι δύο όψεις της σύγχρονης ελληνικής τύφλωσης, Γιατί δεν είναι τίτλοι που απονέμονται άνευ αγώνος, αλλά κερδίζονται κάθε μέρα στο γήπεδο της πολιτικής. Όπως, με το σπαθί της, αυτή η κυβέρνηση, που βρίσκεται πια σε επικοινωνιακή αποδρομή προσπαθώντας να βουλώσει τρύπες και στόματα, μας δίνει καθημερινά όλο και περισσότερο το δικαίωμα να επικαλούμαστε το ηθικό μειονέκτημά της.
Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν ήταν η σημαντικότερη αφορμή, αλλά ίσως η πιο χαρακτηριστική.