Κ. Παπανικολάου: Η διάταξη Τζαβέλλα συνιστά παραδοξότητα

Διαβάζεται σε 9'
Κ. Παπανικολάου: Η διάταξη Τζαβέλλα συνιστά παραδοξότητα
H Κατερίνα Παπανικολάου Eurokinissi

Το πρώην μέλος της ΑΔΑΕ, Κατερίνα Παπανικολάου στηλιτεύει στο NEWS 24/7 τη διάταξη Τζαβέλλα για το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Ως πρώην μέλος της ΑΔΑΕ, η Κατερίνα Παπανικολάου γνωρίζει σε βάθος την υπόθεση των υποκλοπών. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο NEWS 24/7 η γνωστή νομικός στηλιτεύει τη διάταξη Τζαβέλλα με την οποία ουσιαστικά το σκάνδαλο θάβεται, μιλά για το καθήκον που έχουν όσοι σέβονται τους θεσμούς να ενημερώνουν την κοινή γνώμη όταν καταγράφονται φαινόμενα συγκάλυψης και συμπεραίνει ότι ο υποκλοπές εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία.

Ξυπνήσαμε την περασμένη Δευτέρα με τη διάταξη Τζαβέλλα για την επαναρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών. Είναι, κατά τη γνώμη μας, νομικά επαρκώς τεκμηριωμένη η διάταξη αυτή;

Θα σας έλεγα ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για ζήτημα νομικής στήριξης ή νομικών επιχειρημάτων. Στην πραγματικότητα πρόκειται για λογικά, πραγματολογικά κενά. Εδώ το σημαντικό είναι ότι από την ακροαματική διαδικασία, όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, προέκυψε μία σειρά νέων στοιχείων σε σχέση με την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων.

Για να το θέσω κάπως σχηματικά το Μονομελές Πλημμελειοδικείο επανέλαβε κατά μία έννοια, την προκαταρκτική διαδικασία, τόσο σε σχέση με το αποδεικτικό υλικό, όσο και με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ενώπιον του ακροατηρίου εμπλουτίζοντας την υπόθεση με νέα, εξαιρετικά σημαντικά στοιχεία. Δηλαδή στοιχεία και πληροφορίες τα οποία ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που είχε χειριστεί την υπόθεση πριν από το ακροατήριο, όπως και η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου που επικύρωσε την πορισματική έρευνα, δεν είχαν εντοπίσει.

Τα στοιχεία αυτά ωστόσο, αναδείχθηκαν στο ακροατήριο, εκδόθηκε η δικαστική απόφαση και διαβιβάστηκαν τα πρακτικά της υπόθεσης για περαιτέρω αξιοποίησή τους. Αυτό που φαίνεται να έγινε είναι ότι τα καινούργια στοιχεία δεν προβλημάτισαν ως προς τη δικονομική και ουσιαστική αξία τους, δεν συσχετίστηκαν, ούτε όμως απορρίφθηκαν αιτιολογημένα.

Συνεπώς, τα ερωτήματα παραμένουν και η υπόθεση σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να έχει εκκαθαριστεί. Και αυτό ομολογουμένως προκαλεί απογοήτευση και, σε κάθε περίπτωση, συνιστά έκπληξη και σημαντική απόκλιση σε σχέση με ό,τι θεωρείται στην επιστήμη και στη νομολογία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Περιγράφετε ένα συναίσθημα αρνητικής έκπληξης…

Ασφαλώς. Και δεν είναι τυχαίο ότι όλοι όσοι νομικά αξιολογούν την υπόθεση μοιράζονται, περίπου ομόφωνα, την ίδια εκτίμηση. Αυτό είχε συμβεί και στην ιστορία της γνωμοδότησης Ντογιάκου για τις αρμοδιότητες της ανεξάρτητης αρχής ως προς τη δυνατότητα δηλαδή, της ΑΔΑΕ να ασκεί το σχετικό έλεγχο στο πλαίσιο του καινούργιου νόμου.

Η αντίδραση και τότε από το νομικό κόσμο ήρθε μ’ ένα στόμα, μία φωνή. Και αυτό δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, σας διαβεβαιώ. Στα νομικά ζητήματα υπάρχουν συνήθως αποχρώσεις, διαφωνίες, αντικρουόμενες εκτιμήσεις κτλ. Εδώ είναι η δεύτερη φορά που τόσο αυθόρμητα ομονοεί ο νομικός κόσμος. Δικηγορικοί σύλλογοι, μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι άλλωστε ζήτημα που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Και επαναλαμβάνω ότι το βασικό επιχείρημα της απόφασης είναι ο εξής κυκλικός συλλογισμός: Τα στοιχεία που υπάρχουν δεν είναι επαρκή για την ανάσυρση της υπόθεσης διότι δεν έχουν διερευνηθεί. Από την άλλη μας λέει ότι δεν προκύπτει ανάγκη για νέα έρευνα. Μα πώς να αξιοποιηθούν αυτά τα στοιχεία αν προηγουμένως δεν διεξαχθεί έρευνα σε σχέση με ό,τι καινούριο εισέφερε η διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελιοδικείου;

Ολα αυτά σημαίνουν υποκλοπές τέλος ή η υπόθεση μπορεί να ανοίξει και πάλι υπό προϋποθέσεις;

Νομίζω ότι δεν μπορούμε να πούμε υποκλοπές τέλος. Ας θυμόμαστε πάντα ότι η αλήθεια και η πραγματικότητα διαθέτουν πείσμα, συχνά κόντρα ακόμα και σε συνωμοσίες του σύμπαντος. Εδώ έχουμε μία διάταξη με την οποία αρχειοθετήθηκε η υπόθεση. Η διάταξη αυτή μπορεί να ανακληθεί, εφόσον υπάρχει διαφορετική εκτίμηση και νέα περιστατικά.

Επιπλέον, δεν αποκλείεται καθόλου κάποια από τα θύματα των οποίων οι επικοινωνίες επιχειρήθηκε να παγιδευτούν με το κατασκοπικό λογισμικό, κάποτε να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Και αυτό θα δώσει νέα πνοή στην υπόθεση. Όπως, επίσης, υπάρχει και η δίκη στο εφετείο, η οποία έχει προγραμματιστεί για τον Δεκέμβριο, σε σχέση με ότι αφορά τα πλημμελήματα που διαπράχθηκαν από ιδιώτες.

Η απονομή της δικαιοσύνης έχει νόημα κυρίως στο μέτρο και στο βαθμό που εκκαθαρίζονται οι υποθέσεις και αποκαθίσταται η αλήθεια. Κυρίως, διότι μόνο τότε αποκαθίσταται η κοινωνική ειρήνη. Εν προκειμένω όμως, όχι μόνο δεν έχει συμβεί αυτό αλλά κάθε φορά ορθώνονται ανορθολογικά εμπόδια για να αδρανοποιηθούν όλοι εκείνοι οι μηχανισμοί, τα θεσμικά αντίβαρα, που η ελληνική νομοθεσία προβλέπει.

Με τον ίδιο τρόπο αδρανοποιήθηκε η λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών, ο ρόλος των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ενώ αυτό φαίνεται να συμβαίνει εν μέρει και με τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πώς μπορεί η ποινική δικαιοσύνη να αδιαφορεί για το inbox, για παράδειγμα, του Υπουργού Εξωτερικών και του αρχηγού του Στρατού σε σχέση με το ενδεχόμενο της κατασκοπείας.

Είναι δυνατόν να μιλάμε για παγίδευση και απόπειρα παγίδευσης των ανώτατων κρατικών λειτουργών με παράνομο λογισμικό και αυτό να παραμένει γεγονός νομικά αδιάφορο για τις αρμόδιες αρχές; Ένα εξαιρετικά διεισδυτικό λογισμικό μάλιστα που «ακτινογραφεί» αποκαλυπτικά το κινητό κάθε θύματος. Το επιχείρημα, δε, ότι εκτός από αυτά τα τηλέφωνα, παγιδεύτηκαν και άλλα που ανήκουν σε celebrities ή σε οποιοδήποτε άλλον και έτσι δεν μπορεί να σταθεί η κατηγορία της κατασκοπείας, δεν μπορεί καν να θεωρηθεί σοβαρό. Ολα αυτά συνιστούν λογική παραδοξότητα. Ας μην προσπαθούμε να επινοήσουμε ευπρόσωπους νομικούς συλλογισμούς. Απλώς, δεν υπάρχουν.

Από το σκεπτικό της εισαγγελικής διάταξης, λείπει πλήρως η αιτιώδης συνάφεια και η λογική αλληλουχία των συλλογισμών που οδηγούν στην τελική κρίση περί μη ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο. Αυτό είναι πολύ σοβαρό ζήτημα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων συνίσταται στην επαρκή αιτιολόγησή τους. Μία δικαστική απόφαση όταν δεν διαθέτει την κατάλληλη αιτιολογία, προφανώς και δεν μπορεί να πείσει. Και τίθεται, εν τέλει, το ερώτημα πώς νομιμοποιείται ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας, αν δεν καταφέρει να πείσει όχι στο να πείθει εκείνους στο όνομα των οποίων εκτελούνται οι αποφάσεις που εκδίδει.

Μήπως όμως είμαστε υπερβολικοί στις κρίσεις μας; Μήπως, όντως, επεμβαίνουμε μ’ αυτόν τον τρόπο, στο έργο της δικαιοσύνης; Μήπως δεν δείχνουμε τον απαιτούμενο σεβασμό στο θεσμό;

Θα σας έλεγα κυρίως ότι δεν πρέπει να είμαστε υποκριτές. Σας μιλώ ως μία εξ εκείνων που υπηρέτησα και έχω την τιμή να υπηρετώ ακόμα δημόσιους θεσμούς. Η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός εμπνέονται, κερδίζονται και πάντως, δεν επιβάλλονται. Κανένας θεσμός στη δημοκρατική πολιτεία δεν αντλεί μεταφυσική νομιμοποίηση. Και ευτυχώς.

Αρα λοιπόν είναι άλλο πράγμα το να καταφέρεται κανείς υβριστικά, προσβλητικά, απαξιωτικά κατά των θεσμών και είναι εντελώς διαφορετικό να μην τολμάει κανείς να διατυπώσει την άποψή του ή να αυτολογοκρίνεται κρυπτόμενος πίσω από έναν προσχηματικό σεβασμό. Στη δημοκρατία δεν υπάρχει κανείς και καμία εκτός κριτικής. Θεολογικές βεβαιότητες και δημοκρατία είναι έννοιες ασύμβατες.

Σε ότι με αφορά, έχω με αρκετές αφορμές, τονίσει την ανάγκη σεβασμού στο κύρος των θεσμών όταν και εφόσον όμως πείθουν για την προσήλωσή τους στη συνταγματική νομιμότητα. Αν όχι, θα σας έλεγα ότι όχι απλώς δεν πρόκειται για έλλειψη σεβασμού, αλλά είναι καθήκον όλων όσοι ισχυριζόμαστε ότι σεβόμαστε τους θεσμούς να διατυπώνουμε την άποψή μας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αίσθησή μου είναι ότι η δικαιοσύνη αυτοτραυματίστηκε.

Τώρα που έχει περάσει λίγος χρόνος από την ενεργό ενασχόλησή σας με την υπόθεση ως μέλος της ΑΔΑΕ ήθελα να ρωτήσω το εξής: Το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι πράγματι το μεγαλύτερο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας;Ο κόσμος δεν φαίνεται να το αξιολογεί ως τέτοιο…

Είναι, όπως και να έχει, ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα εγκλήματα χωρίς τιμωρία. Ως τέτοιο έχει ήδη καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, νομίζω. Και για όσο θα συνεχίζει να στοιχειώνει τη λειτουργία του πολιτεύματος, δεν θα πάψει να αποτελεί πρόβλημα.

Η αίσθησή μου μάλιστα είναι ότι το πρόβλημα θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο πρόβλημα. Ανεξάρτητα, πάντως, από τις διαστάσεις του σκανδάλου, το σημαντικό είναι ότι τέθηκαν ζητήματα αμφισβήτησης του συνταγματικού πυρήνα. Για το λόγο αυτό και μόνο θα έπρεπε όλοι όσοι σεβόμαστε τις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος να ενώσουμε τις δυνάμεις μας προκειμένου να εκκαθαριστεί η υπόθεση.

Σε σχέση με την ευαισθησία του κοινωνικού συνόλου στα θέματα της δημοκρατίας και των θεσμών, θα σας έλεγα ότι σε μία ιδανική πολιτεία θα περιμέναμε ίσως περισσότερο οξυμένα αντανακλαστικά. Ωστόσο, να θυμόμαστε ότι δεν έχουμε όλοι την ίδια ευθύνη. Πρώτα απ’ όλα είναι γεγονός ότι η πιεστική υλική καθημερινότητα για πολλούς ανθρώπους δεν αφήνει πολλά περιθώρια να ενδιαφερθούν, να μεριμνήσουν, να νοιαστούν. Ας είμαστε πραγματιστές.

Οσοι όμως υπηρετούμε από θέσεως, δεν έχουμε καμία απολύτως δικαιολογία. Αν δεν είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν την αποστολή, που ενίοτε μπορεί να γίνει αρκετά απαιτητική ή ακόμα και ζόρικη, τότε απλώς ας ιδιωτεύσουμε. Δεν πρέπει να υποδυόμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε ή να ισχυριζόμαστε ότι αυτά γίνονταν πάντα κτλ.

Πρέπει να θυμίσω εδώ ότι παραμένει ανεκτέλεστη η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε σχέση με την υποχρέωση της διοίκησης να ενημερώσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τους λόγους που παρακολουθήθηκε.

Και πάντως, κ. Γιαννόπουλε, αν θέλουμε να κάνουμε και την αυτοκριτική μας, οι θεσμοί δεν τα καταφέραμε. Μολονότι διαθέτουμε συνταγματική κατοχύρωση, μιλάω για την ΑΔΑΕ, και τα μέλη της περιβάλλονται από εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, το μόνο που καταφέραμε είναι να αναδείξουμε το πρόβλημα. Τα δημόσια όργανα όμως, και μάλιστα τα άμεσα όργανα όπως οι ανεξάρτητες αρχές, υπάρχουν για την προστασία των δικαιωμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να διασφαλιστεί η προστασία του επικοινωνιακού απορρήτου. Εδώ αυτό δεν επετεύχθη ούτε από την πλευρά της ανεξάρτητης αρχής, ούτε από τη δικαστική εξουσία. Αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα.

Γιατί όμως, όπως ισχυρίζεστε, δεν τα καταφέρατε;

Νομίζω ότι αυτό που δεν επέτρεψε τόσο στις ανεξάρτητες αρχές όσο και στη δικαστική λειτουργία να ασκήσουν τις συνταγματικές τους αρμοδιότητες είναι οι πολύ σοβαρές αντιδράσεις από την πλευρά της εκτελεστικής λειτουργίας και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά ακόμα και της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Το ίδιο συνέβη τόσο με τη γνωμοδότηση Ντογιάκου, όσο και με την πρόσφατη διάταξη επαναρχειοθέτησης της υπόθεσης από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Το αντίθετο, αμφότερες δημιούργησαν πρόσθετα εμπόδια στην προσπάθεια διερεύνησης της υπόθεσης.

Σχετικό Άρθρο

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα