Ρίσκο φτώχειας για τις οικογένειες: Η ακρίβεια πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά
Διαβάζεται σε 5'
Αυξάνονται όσοι δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ το 63% αναφέρει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα».
- 08 Μαΐου 2026 06:17
Η επιμονή του πληθωρισμού, η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας εντείνουν την πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά, με τις οικογένειες με παιδιά να βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2025, το 22,1% των ανθρώπων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά στην ΕΕ αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (AROPE), έναντι 19,8% όσων ζούσαν σε νοικοκυριά χωρίς παιδιά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό για τα νοικοκυριά με παιδιά ανήλθε στο 28,5%.
Χειρότερη εικόνα καταγράφηκε μόνο στην Ισπανία με 29,9%, στη Ρουμανία με 29,4% και στη Βουλγαρία με 29,1%, ενώ στον αντίποδα οι χαμηλότεροι δείκτες σημειώθηκαν στη Σλοβενία (10,4%), την Ολλανδία (11,7%) και την Κύπρο (12,2%). Συνολικά, στις 16 από τις 27 χώρες της ΕΕ, τα νοικοκυριά με παιδιά εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού σε σχέση με τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά.
Σημειώνεται ότι ο δείκτης AROPE αποτελεί τον βασικό ευρωπαϊκό δείκτη παρακολούθησης της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης και περιλαμβάνει όσους βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, όσους βιώνουν σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση ή ζουν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.
Πρόκειται για τον βασικό δείκτη παρακολούθησης του στόχου της ΕΕ για τη μείωση της φτώχειας έως το 2030, με στόχο τη μείωση κατά τουλάχιστον 15 εκατομμυρίων ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια θα πρέπει να είναι παιδιά.
Κατανάλωση σε κόπωση
Η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης αντανακλάται πλέον ξεκάθαρα και στην καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Σε ένα περιβάλλον επίμονης ακρίβειας και αυξημένης αβεβαιότητας, οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους, αναβάλλουν αγορές και στρέφονται σε φθηνότερες επιλογές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε τον Απρίλιο στις -54,7 μονάδες από -52,5 τον Μάρτιο, διατηρώντας την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αισιοδοξία των καταναλωτών. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη, καθώς στην ΕΕ ο δείκτης διαμορφώθηκε στις -19,4 μονάδες και στην Ευρωζώνη στις -20,6.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν βαθιά απαισιοδοξία: το 71% των πολιτών δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε το τελευταίο δωδεκάμηνο, ενώ το 69% εκτιμά ότι θα χειροτερέψει ακόμη περισσότερο μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, το 75% προβλέπει επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στο μέτωπο της αποταμίευσης. Ο σχετικός δείκτης κατρακύλησε στις -74,9 μονάδες, με το 88% των νοικοκυριών να θεωρεί απίθανο να μπορέσει να αποταμιεύσει το επόμενο διάστημα. Την ίδια ώρα, αυξάνονται όσοι δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ το 63% αναφέρει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα».
Πίεση στην αγορά και στις επιχειρήσεις
Η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος μεταφέρεται άμεσα και στην αγορά. Σύμφωνα με έρευνα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για την πασχαλινή περίοδο, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις κατέγραψαν μείωση πωλήσεων σε σχέση με πέρυσι, επιβεβαιώνοντας την επιβράδυνση της κατανάλωσης.
Οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα περισσότερο σε οικονομικότερα προϊόντα, περιορίζοντας τη συχνότητα των αγορών τους. Ο πρόεδρος του ΕΕΑ, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, σημείωσε ότι η ακρίβεια και ο πληθωρισμός συνεχίζουν να «ροκανίζουν» το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, παρά τις αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις.
Αν και τα σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να εμφανίζουν αύξηση τζίρου, κυρίως λόγω των ανατιμήσεων, η αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών είναι εμφανής. Σύμφωνα με στοιχεία της Circana, οι συνολικές πωλήσεις του κλάδου ανήλθαν στα 3,494 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, αυξημένες κατά 6,9%, ωστόσο οι online παραγγελίες μειώθηκαν κατά 4%, καθώς τα νοικοκυριά επιχειρούν να περιορίσουν τα έξοδα και συγκεντρώνουν τις αγορές τους.
Ο πληθωρισμός διατηρεί την πίεση
Καθοριστικός παράγοντας για την επιδείνωση της κατάστασης παραμένει ο πληθωρισμός. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 4,6% από 3,4% τον Μάρτιο, όταν στην Ευρωζώνη κινήθηκε στο 3%.
Η νέα άνοδος αποδίδεται κυρίως στην εκτίναξη του ενεργειακού κόστους και των καυσίμων, με τον δείκτη ενέργειας να αυξάνεται στο 21,9% από 7,7% τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, τρόφιμα, μεταφορές και υπηρεσίες συνεχίζουν να επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος ζωής.
Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον για τα ελληνικά νοικοκυριά, ειδικά για τις οικογένειες με παιδιά που ήδη εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας. Το βασικό ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο το διαθέσιμο εισόδημα θα μπορέσει να αντέξει τη συνεχιζόμενη πίεση ή αν η επιβράδυνση της κατανάλωσης θα εξελιχθεί σε βαθύτερη κοινωνική και οικονομική κρίση τους επόμενους μήνες.