Φθηνότερο χρήμα μόνο για τους “μεγάλους”

Διαβάζεται σε 5'
Φθηνότερο χρήμα μόνο για τους “μεγάλους”
iSTOCK

Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων περνά επιλεκτικά στην αγορά, με τις μεγάλες επιχειρήσεις να δανείζονται φθηνότερα, ενώ μικρές εταιρείες και νοικοκυριά συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά το χρήμα.

Μπορεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να έχει ξεκινήσει σταδιακά τη μείωση του κόστους χρήματος, όμως στην πράξη οι καλύτεροι όροι χρηματοδότησης αφορούν κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ μικρότερες εταιρείες και νοικοκυριά συνεχίζουν να δανείζονται ακριβά.

Τα στοιχεία για τα νέα δάνεια του Μαρτίου αποτυπώνουν ξεκάθαρα αυτή τη διαφοροποίηση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις βλέπουν ήδη το κόστος δανεισμού να μειώνεται, την ώρα που οι μικρότεροι «παίκτες» της οικονομίας εξακολουθούν να πιέζονται από υψηλά επιτόκια.

Συγκεκριμένα, στα επιχειρηματικά δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, το μέσο επιτόκιο υποχώρησε στο 3,83%, από 3,94% τον Φεβρουάριο και 4,04% τον Ιανουάριο. Αντίστοιχα, στα δάνεια από 250.000 έως 1 εκατ. ευρώ, το επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,32%, παραμένοντας χαμηλότερο σε σχέση με τις αρχές του έτους.

Η εικόνα αλλάζει αισθητά στα μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια. Για ποσά έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε στο 4,81% από 4,76% τον προηγούμενο μήνα. Πρόκειται ουσιαστικά για την κατηγορία χρηματοδότησης που αφορά κυρίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επαγγελματίες και μικρότερες εμπορικές δραστηριότητες.

Οι μικρομεσαίοι συνεχίζουν να πιέζονται

Τραπεζικοί παράγοντες εξηγούν ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν καλύτερα οικονομικά στοιχεία, μεγαλύτερη διαφάνεια και χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, γεγονός που τους επιτρέπει να εξασφαλίζουν πιο ανταγωνιστικά επιτόκια. Αντίθετα, πολλές μικρότερες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται πιο επιφυλακτικά από τις τράπεζες, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για την οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια «ταχύτητα δύο επιτοκίων» στην αγορά. Οι μεγάλες εταιρείες αποκτούν σταδιακά πρόσβαση σε φθηνότερο χρήμα και ευκολότερη χρηματοδότηση, ενώ οι μικρότεροι επιχειρηματίες εξακολουθούν να βλέπουν το κόστος δανεισμού να παραμένει υψηλό.

Την ίδια ώρα, πίεση συνεχίζουν να δέχονται και τα νοικοκυριά. Τα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο κινήθηκαν ανοδικά τον Μάρτιο, με το μέσο επιτόκιο να αυξάνεται στο 3,50% από 3,36% τον Φεβρουάριο.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρά τις προσδοκίες για σταδιακή αποκλιμάκωση, η αγορά στεγαστικής πίστης δεν έχει ακόμη δει ουσιαστική ελάφρυνση. Για πολλούς δανειολήπτες, οι δόσεις παραμένουν αυξημένες, ενώ όσοι αναζητούν νέο στεγαστικό συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος χρηματοδότησης.

Έτσι, παρά το θετικό κλίμα που δημιουργεί η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, η πραγματικότητα στην αγορά δείχνει πως το φθηνότερο χρήμα δεν φτάνει ακόμη σε όλους. Τουλάχιστον προς το παρόν, οι μεγάλοι φαίνεται πως κερδίζουν πρώτοι το στοίχημα της φθηνότερης χρηματοδότησης.

Μετ’ εμποδίων και η χρηματοδότηση

Παράλληλα με το ακριβό χρήμα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες και στην πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση.

Σε πρόσφατη Μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους, επισημαίνεται ότι παρά το γεγονός ότι το κόστος δανεισμού στην Ελλάδα ήταν από τα υψηλότερα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, μετά το 2022 παρατηρείται σταδιακή σύγκλιση. Μάλιστα, το 2025 το επιτόκιο δανεισμού για τις επιχειρήσεις σχεδόν εξισώνεται με εκείνο των χωρών όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια.

Αντίθετα, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων για δάνεια εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της περιφέρειας. Παρά τη μείωση που καταγράφεται από το 2023 και μετά, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συναντούν περισσότερα εμπόδια όταν απευθύνονται στις τράπεζες για χρηματοδότηση.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι πολύ μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρήσεις αυτές, που στηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης και της παραγωγικής δραστηριότητας, δυσκολεύονται περισσότερο να εξασφαλίσουν δανεισμό, κυρίως λόγω περιορισμένων εγγυήσεων και χαμηλότερης πιστοληπτικής ικανότητας.

Οι αιτίες του αποκλεισμού

Η μελέτη εντοπίζει συγκεκριμένους παράγοντες που επιβαρύνουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, η πτώση ή αστάθεια του κύκλου εργασιών, η αδύναμη κεφαλαιακή βάση, αλλά και το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό. Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης η αυξημένη επιφυλακτικότητα των τραπεζών να αναλάβουν νέο πιστωτικό κίνδυνο, ιδίως σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι κατά την τελευταία διετία έχει βελτιωθεί σημαντικά η διαθεσιμότητα δανειακών κεφαλαίων και έχει περιοριστεί το λεγόμενο «χρηματοδοτικό κενό». Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς, καθώς το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται πλέον όχι τόσο στη διαθεσιμότητα πόρων, όσο στους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης σε αυτούς.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις καινοτόμες επιχειρήσεις, οι οποίες επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και άυλα περιουσιακά στοιχεία, αλλά συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις για να αντλήσουν τραπεζική χρηματοδότηση. Το γεγονός αυτό περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα