ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC: Από τη Σμύρνη, τη “συμφωνία” της “χαρτοπετσέτας”, σε εξαγωγές σε 60 χώρες

Διαβάζεται σε 8'
ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC: Από τη Σμύρνη, τη “συμφωνία” της “χαρτοπετσέτας”, σε εξαγωγές σε 60 χώρες

Το 55% των πωλήσεων κατευθύνεται πλέον στο εξωτερικό και δη σε 60 χώρες. Η μεγαλύτερη αγορά για τη ΜΑΚΒΕΛ είναι η Μεγάλη Βρετανία.

Με στρατηγικό προσανατολισμό που βασίζεται στο τρίπτυχο «καινοτομία – εξωστρέφεια – βιωσιμότητα», η Eurimac MAKBEL χαράσσει τη νέα αναπτυξιακή της πορεία, επενδύοντας σε νέα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, στην ενίσχυση των εξαγωγών και σε ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα που ξεκινώντας από το 2020 αναμένεται να φτάσει τα 26 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2026.

Αυτό ήταν ένα βασικό “αποστάλαγμα” που κατατέθηκε, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Κιλκίς, όπου η διοίκηση της εταιρείας παρουσίασε το πλάνο ανάπτυξης της επόμενης περιόδου, υπογραμμίζοντας ότι η φιλοσοφία της επιχείρησης παραμένει ανθρωποκεντρική, με επίκεντρο τη μακροχρόνια ανάπτυξη και τη διατήρηση ισχυρών δεσμών με την ελληνική πρωτογενή παραγωγή.

Από τη συμφωνία «σε μια χαρτοπετσέτα» στη διεθνή ανάπτυξη

Σταθμό, όπως αναφέρθηκε, στην πορεία της εταιρείας αποτέλεσε το 1996, όταν επιτεύχθηκε η συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa, μια συμφωνία που — όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε — «ξεκίνησε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα σε ταβέρνα». Ακολούθησε η καθετοποίηση της παραγωγής τη δεκαετία του 2000, εξέλιξη που ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της εταιρείας στην ελληνική και διεθνή αγορά ζυμαρικών.

Σήμερα, το brand ΜΑΚΒΕΛ διατηρεί μερίδιο περίπου 30% στην ελληνική αγορά, καταγράφοντας ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά, από το 2021 έως το 2025 η συνολική αγορά κινήθηκε με αύξηση όγκου 5,3%, ενώ η ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε ανάπτυξη 77,2%, συνεχίζοντας και σήμερα με ρυθμό περί το 22%, όταν η αγορά κινείται κοντά στο 1%.

Εξαγωγικός προσανατολισμός με αιχμή τη Βρετανία

Η εξωστρέφεια αποτελεί βασικό πυλώνα στρατηγικής για την εταιρεία, καθώς το 55% των πωλήσεων κατευθύνεται πλέον στο εξωτερικό και δη σε 60 χώρες. Η μεγαλύτερη αγορά για τη ΜΑΚΒΕΛ είναι η Μεγάλη Βρετανία, ενώ η διοίκηση εξετάζει περαιτέρω ανάπτυξη μέσω νέων καναλιών διανομής, συνεργασιών B2B και παρουσίας στον κλάδο HORECA.

Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για νέες συνεργασίες ιδιωτικής ετικέτας με πολυεθνικούς ομίλους, αν και — όπως σημειώθηκε — οι διαφορετικές νομοθεσίες ανά χώρα δημιουργούν αυξημένες απαιτήσεις προσαρμογής.

Για το 2026 η εταιρεία εκτιμά ότι θα ξεπεράσει τον παραγωγικό όγκο του 2024, με στόχο τους 78.000 τόνους φέτος και μακροπρόθεσμο στόχο τους 85.000 τόνους από το 2027, οπότε και εκτιμάται ότι θα αποδώσει στο μέγιστο και η 7η γραμμή παραγωγής.

Καινοτομία με έμφαση στα προϊόντα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη

Παράλληλα, η καινοτομία αποτελεί τον τρίτο βασικό άξονα ανάπτυξης, με τη διοίκηση να επισημαίνει ότι η εταιρεία επενδύει διαρκώς στον επανασχεδιασμό των προϊόντων της, ακολουθώντας τις σύγχρονες διατροφικές τάσεις.

Στο επίκεντρο, όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος Οδυσσέας Παπαδόπουλος, βρίσκονται τα ζυμαρικά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, μια κατηγορία που εμφανίζει σημαντική δυναμική ανάπτυξης. Τα προϊόντα αυτά παράγονται με μέθοδο αργής ξήρανσης, αποφεύγοντας το «σοκ θερμότητας», κάτι που — σύμφωνα με την εταιρεία — συμβάλλει στη βελτίωση της πεπτικότητας και της γευστικής εμπειρίας. Η διαδικασία έχει πιστοποιηθεί από ανεξάρτητους φορείς, ενώ τα προϊόντα εντάχθηκαν και στον διεθνή γαστρονομικό οδηγό Atlas λόγω της ποιότητάς τους.

Παράλληλα, η εταιρεία επενδύει σε νέες σειρές γρήγορου βρασμού, προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης, γεμιστά και χρωματιστά ζυμαρικά, απαντώντας στις ανάγκες της νέας γενιάς καταναλωτών και στις μεταβαλλόμενες συνήθειες διατροφής.

Βιωσιμότητα και «zero waste» παραγωγή

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας. Η EURIMAC – MAKBEL υποστηρίζει ότι αποτελεί τη μοναδική εταιρεία του κλάδου με μηδενικά απόβλητα («zero waste»), αξιοποιώντας θερμική ενέργεια από καύση βιομάζας, επενδύσεις σε ΑΠΕ και εκτεταμένα συστήματα παρακολούθησης και αυτοματισμού.

Η χρήση αισθητήρων σε σιλό και «έξυπνων» μετρητών επιτρέπει τη διαρκή αποτύπωση και βελτιστοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, ενώ η εταιρεία δίνει έμφαση στην προμήθεια ελληνικού σκληρού σιταριού και στη χρήση νερού από την περιοχή του γειτονικού όρους Μπέλες.

“Καμπανάκι” για δίκτυα

Ωστόσο, η διοίκηση στάθηκε ιδιαίτερα στα προβλήματα ενεργειακών υποδομών και στις δυσκολίες που δημιουργεί η ανεπαρκής χωρητικότητα των ηλεκτρικών δικτύων για τη βιομηχανία. Όπως επισημάνθηκε, παρά τις επενδύσεις και τις συμφωνίες τύπου PPA, το υφιστάμενο ρυθμιστικό και ενεργειακό πλαίσιο δημιουργεί σημαντικά εμπόδια για περαιτέρω ανάπτυξη.

Πιέσεις από ενέργεια, μεταφορικά και διεθνή αβεβαιότητα

Επιπλέον η διοίκηση της εταιρείας που είναι μέλος της ΕΒΙΚΕΝ, της ένωσης των ενεργοβόρων βιομηχανιών, εστίασε στις πιέσεις που δέχεται η αγορά τροφίμων από τις διεθνείς εξελίξεις, κυρίως λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, της μεταβλητότητας στις τιμές πετρελαίου και της αβεβαιότητας στις πρώτες ύλες.

Η διοίκηση σημείωσε ότι η αύξηση του κόστους ενέργειας και μεταφορών επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, χωρίς όμως η εταιρεία να έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα σε ανατιμήσεις. Όπως επισημάνθηκε, οι αυξομειώσεις στις διεθνείς τιμές του σκληρού σίτου, αλλά και οι επιπτώσεις της υπολίπανσης στην παραγωγή, δημιουργούν ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον.

Παράλληλα, εκφράστηκαν επιφυλάξεις για τις μακροχρόνιες στρεβλώσεις που δημιουργούν μέτρα όπως το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους, με τη διοίκηση να υπογραμμίζει ότι η αγορά οφείλει να λειτουργεί με κανόνες ισορροπίας και αυτορρύθμισης.

Επενδύσεις με βλέμμα στην επόμενη ημέρα

Παρά τις προκλήσεις, η διοίκηση εμφανίστηκε αισιόδοξη για την πορεία της εταιρείας, επισημαίνοντας ότι το 2025 αποτέλεσε  «χρονιά προετοιμασίας», με βασικό στόχο την υλοποίηση του επενδυτικού πλάνου και την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας.

Ήδη, το 2024 χαρακτηρίστηκε ως «εξαιρετική χρονιά», με παραγωγή 76.200 τόνων, ενώ για το 2025 προβλέπεται σταθεροποίηση, ενόψει της νέας αναπτυξιακής φάσης που θα ακολουθήσει από το 2026 και μετά. Επίσης, ο δανεισμός παρέμεινε μηδενικός, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τη χρηματοοικονομική υγεία της επιχείρησης, ενώ το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της EURIMAC τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικών αποτελεσμάτων.

«Θέλουμε μεροκάματο για όλους στην αλυσίδα», σημείωσε χαρακτηριστικά η διοίκηση, δίνοντας έμφαση στη διατήρηση ισορροπιών ανάμεσα σε παραγωγούς, βιομηχανία και λιανεμπόριο, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και συνεχών ανακατατάξεων στην αγορά τροφίμων.

Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η εταιρεία θα ξεπεράσει ακόμη και τον ιστορικά υψηλό όγκο πωλήσεων του 2024. Ο παράγοντας αυτός θεωρείται εξαιρετικά σημαντικός για τη λειτουργική κερδοφορία της EURIMAC, καθώς πρόκειται για μία βιομηχανία με λιτή οργανωτική δομή, η οποία παράγει και διαθέτει αποκλειστικά ζυμαρικά και όχι προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ως εκ τούτου, η επίτευξη μεγάλων όγκων παραγωγής και πωλήσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της εταιρείας.

Η ιστορία

Σημειώνεται ότι η ιστορία ξεκινά το 1939, όταν η οικογένεια Κωνσταντινίδη με καταγωγή από τη Σμύρνη έβαλε μπρος τη ΜΑΚΒΕΛ, σε μία εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Όπως, δε, ανέφερε, η διοίκηση, με σταθερότητα, προσαρμοστικότητα και πίστη στην ποιότητα, η ΜΑΚΒΕΛ — και αργότερα η EURIMAC — κατάφερε να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες βιομηχανίες τροφίμων της χώρας, με διεθνή αναγνώριση και ξεκάθαρο στρατηγικό προσανατολισμό.

Οι πρώτες εξαγωγικές κινήσεις πραγματοποιήθηκαν ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εταιρεία αντιλήφθηκε νωρίς τη σημασία της διεθνούς παρουσίας. Σε μία περίοδο όπου η έννοια της εξωστρέφειας δεν ήταν αυτονόητη για την ελληνική βιομηχανία, η ΜΑΚΒΕΛ επένδυσε στη δημιουργία σχέσεων με αγορές του εξωτερικού και άρχισε να χτίζει βήμα-βήμα μία φήμη που στηριζόταν στην αξιοπιστία και τη συνέπεια.

Καθοριστικό σημείο στην πορεία της επιχείρησης υπήρξε το 1996, όταν πραγματοποιήθηκε η συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa, οδηγώντας στη δημιουργία της EURIMAC. Η σύμπραξη αυτή, όπως αναφέρθηκε, αποτέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από μία επιχειρηματική συμφωνία. Ήταν η ένωση δύο διαφορετικών αλλά συμπληρωματικών κόσμων: της ελληνικής εμπειρίας στην παραγωγή ζυμαρικών και της ιταλικής τεχνογνωσίας στον τομέα των αγροτικών προϊόντων και της βιομηχανικής επεξεργασίας. Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με την ιστορία που συχνά αναφέρεται, «σφραγίστηκε» πάνω σε μία χαρτοπετσέτα σε ψαροταβέρνα, αποτυπώνει τη σημασία που είχε — και συνεχίζει να έχει — για τη διοίκηση η προσωπική σχέση, η ειλικρίνεια και η εμπιστοσύνη.

Η εξέλιξη της EURIMAC δεν περιορίστηκε μόνο στην εμπορική ανάπτυξη. Αντίθετα, η εταιρεία επένδυσε συστηματικά στην παραγωγική της αυτάρκεια και στον έλεγχο της ποιότητας. Το 2007 κατασκευάστηκε ο ιδιόκτητος μύλος της, οδηγώντας σε καθετοποίηση της λειτουργίας της. Η κίνηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο καλύτερης κοστολογικής διαχείρισης, αλλά και ουσιαστικότερης γνώσης και ελέγχου της πρώτης ύλης. Στην παραγωγή ζυμαρικών, όπου τα βασικά συστατικά είναι το σκληρό σιτάρι και το νερό, η ποιότητα της πρώτης ύλης καθορίζει ουσιαστικά το τελικό προϊόν. Η EURIMAC επέλεξε να επενδύσει ακριβώς εκεί: στην αρχή της αλυσίδας παραγωγής.

Ελληνικά σιτάρια

Σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας της εταιρείας, όπως αναφέρθηκε, είναι η αξιοποίηση αποκλειστικά ελληνικού σκληρού σίτου. Η επιλογή αυτή στηρίζει την εγχώρια αγροτική παραγωγή, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με τους συνεργαζόμενους παραγωγούς και ταυτόχρονα συμβάλλει στη διατήρηση σταθερών ποιοτικών προδιαγραφών.

Επίσης, το 97% των εργαζομένων της προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, γεγονός που αποδεικνύει τη σύνδεση της εταιρείας με την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, αναπτύσσεται έντονη δράση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, με πρωτοβουλίες που αφορούν την εκπαίδευση, την υγεία, το περιβάλλον, τον αθλητισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Η συνεργασία με φορείς όπως το «Άλμα Ζωής», το «Χαμόγελο του Παιδιού» και η πρωτοβουλία «Με Οδηγό το Διαβήτη», οι δωρεές προϊόντων σε πληγείσες περιοχές, οι αιμοδοσίες, οι δενδροφυτεύσεις και οι δράσεις συμπερίληψης αποτελούν κομμάτι μίας συνολικής φιλοσοφίας που αντιμετωπίζει την επιχείρηση ως ενεργό μέλος της κοινωνίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα