Η στατιστική μίας αυτοκτονίας

Διαβάζεται σε 4'
Υποστήριξη εφήβων
Υποστήριξη εφήβων iStock

Εντάξει, κάποιοι είναι υπερευαίσθητοι, τσακίζουν πιο εύκολα από άλλους αλλά το θέμα δεν αξιολογείται με βάση τον αριθμό τους. Ποιος είναι ο αριθμός; Να τον ξέρουμε κι εμείς και να μην στενοχωριόμαστε τζάμπα αν δεν τον πιάνουμε και είμαστε πολύ χαμηλότερα.

Εκεί που σταματάει η ανθρωπιά αρχίζει η στατιστική. Μια χαρά επιστήμη είναι αλλά μόνο ως εργαλείο και όχι για να υποβιβάζει ανθρώπινες τραγωδίες, έστω μεμονωμένες.

Ένα κορίτσι στα δέκα επτά, που τα όποια προβλήματα είχε ή δεν είχε- δεν το γνωρίζω- επιβαρύνονται από το άγχος να μην απογοητεύσει, να μην αποτύχει, να μην κριθεί λίγη στον ανταγωνισμό δεν είναι στατιστική. Δεν είναι ένα στα τόσες χιλιάδες.

Είναι όλα.

Οι «στατιστικολόγοι» που έπιασαν αμέσως μετερίζι είναι οι ίδιοι που έχουν βάλει ένα αυθαίρετο νούμερο στο μυαλό τους, στα πόσα παιδιά που δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν να φάνε κάτι στο σχολείο, μιλάμε για ανθρωπιστική κρίση. Στα πόσα σκοτωμένα νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για έγκλημα πολέμου. Στους πόσους που αυτοκτονούν επειδή δεν βγαίνει ο μήνας ενώ οι άνθρωποί τους τους κοιτάνε στα μάτια περιμένοντας, μιλάμε για κρίση φτώχειας.

Εντάξει, κάποιοι είναι υπερευαίσθητοι, τσακίζουν πιο εύκολα από άλλους αλλά το θέμα δεν αξιολογείται με βάση τον αριθμό τους.

Ακριβώς όπως ένας από τους πιο ποιοτικούς δείκτες μίας Δημοκρατίας είναι η αντιμετώπιση των πλέον αδύνατων, των ανυπεράσπιστων και των αποκλεισμένων -ακόμη κι αν πρόκειται για μικρές μειονότητες- έτσι και το νοιάξιμο δεν ξεκινάει από έναν αριθμό και πάνω.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ένα, πέντε , δέκα και πενήντα ακόμα, νέα παιδιά που τερματίζουν την ζωή τους υπό την απειλή της αποτυχίας, δεν είναι αξιόπιστος δείκτης για να αλλάξουμε πράγματα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Ωραία, ποιος είναι ο αριθμός; Να τον ξέρουμε κι εμείς και να μην στενοχωριόμαστε τζάμπα αν δεν τον πιάνουμε και είμαστε πολύ χαμηλότερα.

Τα καμπανάκια σπάνια είναι μαζικά. Ξεκινάνε από κάποιες πολύ ταπεινές γωνιές σκοτεινιάς, λίγων ανθρώπων.

Το σκέφτηκα κάποιες φορές στα δέκα επτά μου. Δίχως εμφανή λόγο. Μάλλον ήταν το απότοκο μίας πολυτελούς εφηβικής μελαγχολίας που την ξεπέρασα σχετικά εύκολα. Ή μάλλον δεν την ξεπέρασα, την μετέτρεψα σε κάτι άλλο, λιγότερο επικίνδυνο.

Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει δυνατότερο ή τυχερότερο, αλλά ποτέ δεν είδα ως εξαίρεση κανένα παιδί που δεν τον βρήκε αυτόν τον δρόμο.

Για τους δικούς του, αλλά και για το ίδιο, δεν είναι εξαίρεση, είναι όλος ο κόσμος. Κάποιες φορές πρέπει να αισθανόμαστε σαν δική μας «τύχη» ότι τύχει στον καθένα.

Κάπου εδώ οι συνήθεις κυνικοί- που θεωρούν τους εαυτούς τους ρεαλιστές- επιστρατεύουν επιχειρήματα του τύπου «και τι θέλεις δηλαδή, να καταργήσουμε τα αυτοκίνητα επειδή κάποιοι σκοτώνονται σε τροχαία;». Όχι, δεν θέλω αυτό, θέλω μόνο να δώσουμε στο κάθε θύμα το ελάχιστο που του αναλογεί, λίγο από το κλάμα μας. Και μετά να δούμε μήπως φταίνε και οι δρόμοι, και η παιδεία στην οδήγηση και όλα εκείνα που παίρνουν μεγάλη βελτίωση.

Αλλά το να σηκωνόμαστε, να ξεσκονίζουμε τα γόνατα, και να λέμε απλά πως πάμε παρακάτω, δεν είναι ρεαλισμός, μας υποβιβάζει σε μία μορφή ζωής που δεν είναι το καλύτερο που μπορούμε.

Και ναι, το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι σχεδόν βάναυσο. Το φωνάζουν οι μαθητές, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί. Το προδίδουν τα ίδια τα αποτελέσματά του. Σκληρό και κυρίως εντελώς άχρηστο επί τοις ουσίας. Δεν πρέπει να το αλλάξουμε γιατί σε κάθε ένα κορίτσι που πηδάει από μία ταράτσα, αντιστοιχούν μερικές δεκάδες χιλιάδες που δεν πηδάνε… Μόνο που δεν χρειάζεται να «φωνάξεις» τόσο δυνατά και να κάνεις κάτι ακραίο. Πολλές φορές η σιωπή και η αδυναμία αντίδρασης απέναντι στο κακό, καταστρέφει ανθρώπους που δεν τους πιάνει η στατιστική.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα