Η ταράτσα σου μπορεί να καλύψει το 30% όσων αγοράζεις στο μανάβικο
Διαβάζεται σε 6'
Η απάντηση στην επισιτιστική κρίση βρίσκεται στις στέγες των κτηρίων της Ευρώπης, όπως αποκαλύπτει πρόσφατη μελέτη που έγινε σε 850 πόλεις, 30 χωρών.
- 03 Ιουνίου 2026 07:04
Πρόσφατη μελέτη παρέχει μια πανευρωπαϊκή, χωρικά σαφή αξιολόγηση των δυνατοτήτων της αστικής παραγωγής λαχανικών χαμηλής τεχνολογίας, σε 840 πόλεις.
Σύμφωνα με τη δημοσίευση της έρευνας, στο επιστημονικό περιοδικό Sustainable Cities and Society αποκαλύπτεται πως η αστική γεωργία θα μπορούσε να καλύψει περίπου το 30% των αναγκών της Ευρώπης, σε φρούτα και λαχανικά.
Τι είναι η αστική γεωργία;
Οι ταράτσες των πόλεων, τα άδεια οικόπεδα και οι αστικοί πράσινοι χώροι αντιμετωπίζονταν για δεκαετίες ως “νεκροί” ή διακοσμητικοί. Έτσι, παρέμεναν ανεκμετάλλευτοι.
Η νέα προοπτική που προτείνεται για τις πόλεις αφορά τη μετατροπή τους σε “ενεργά συστήματα παραγωγής τροφίμων και ενέργειας”, όπως αναφέρει η δημοσίευση της εργασίας.
Στην περίληψη, οι επιστήμονες έγραψαν πως «η αστική γεωργία έχει αναδειχθεί ως μια οδός για την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας, τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πόλεων και τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των συστημάτων τροφίμων.
Ωστόσο, οι δυνατότητές της σε όλες τις πόλεις παραμένουν ανεξερεύνητες.
Αυτή η μελέτη προσφέρει μια συστηματική αξιολόγηση των δυνατοτήτων για χαμηλής τεχνολογίας, υπαίθρια, βασισμένη στο έδαφος αστική παραγωγή, λαχανικών στις ευρωπαϊκές πόλεις, εξετάζοντας τον ρόλο της στην κάλυψη της τοπικής ζήτησης τροφίμων και στη συμβολή της στους στόχους βιωσιμότητας.
Αξιοποιώντας γεωχωρικά, δημογραφικά και κλιματικά δεδομένα, αξιολογούμε τη διαθεσιμότητα αστικών χώρων σε στέγες και επίγειων χώρων κατάλληλων για καλλιέργεια, σε 840 πόλεις, σε 30 ευρωπαϊκές χώρες για το 2018, βάσει τριών σεναρίων έντασης χρήσης γης».
«Εκτιμούμε ότι από 4551 έως 7586 km² αστικής γης, θα μπορούσαν να διατεθούν για την καλλιέργεια λαχανικών, αποδίδοντας 11,8–19,8 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Ισοδυναμούν με περίπου το 1/3 της αναφερόμενης παραγωγής λαχανικών, στις χώρες που αναλύθηκαν».
«Τα ευρήματά μας αποκαλύπτουν σημαντικές ευκαιρίες για την ενσωμάτωση της παραγωγής λαχανικών στα αστικά τοπία, με έντονη χωρική διακύμανση που οφείλεται στις διαφορές στην αστική πυκνότητα, τη διαθεσιμότητα γης και τις κλιματικές συνθήκες».
Τονίζουν ότι η αστική παραγωγή λαχανικών δεν αποτελεί υποκατάστατο της συμβατικής γεωργίας, αλλά «μια συμπληρωματική στρατηγική που μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, να συντομεύσει τις αλυσίδες εφοδιασμού και να υποστηρίξει την πρόσβαση σε τρόφιμα σε κλίμακα γειτονιάς.
Τα αποτελέσματα μας υπογραμμίζουν τη σημασία των χωρικά τεκμηριωμένων πολιτικών παρεμβάσεων για την υποστήριξη του βιώσιμου αστικού διατροφικού σχεδιασμού σε ολόκληρη την Ευρώπη».
Από τη θεωρία στην πράξη
Το πιο πρόσφατο ερευνητικό κύμα πηγαίνει το θέμα ένα βήμα παραπέρα: δεν εξετάζει μόνο το αν είναι εφικτή η αστική γεωργία, αλλά σε ποιο βαθμό μπορεί να ενταχθεί συστηματικά στον αστικό σχεδιασμό.
Οι επιστήμονες δεν ανέλυσαν μια θεωρία, αλλά έκαναν και πρακτικές προτάσεις, κατόπιν των δοκιμών τους. Έτσι, για τις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές “όπου οι χωρικοί περιορισμοί είναι πιο έντονοι”, προτείνουν “την ιεράρχηση της καλλιέργειας σε στέγες και την ενσωμάτωση της παραγωγής τροφίμων σε στρατηγικές πράσινων υποδομών”.
Για τις λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν “ευκαιρίες για την κατανομή πολυλειτουργικών επίγειων χώρων που συνδυάζουν την παραγωγή τροφίμων με ψυχαγωγικές και οικολογικές λειτουργίες”.
Νεότερες μελέτες δείχνουν ότι, υπό προϋποθέσεις στατικής επάρκειας και κατάλληλης υποδομής, οι ταράτσες των πολυκατοικιών μπορούν να υποστηρίξουν καλλιέργειες λαχανικών, βοτάνων και άλλων φυτών, συμβάλλοντας στην τοπική παραγωγή τροφίμων και «ενισχύοντας την επισιτιστική ασφάλεια των πόλεων και μειώνοντας την εξάρτηση από μακρινές αλυσίδες εφοδιασμού».
Αυτό σημαίνει πως ό,τι άλλο προκύψει σε κρίση, που αυξάνει τις τιμές όλων των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ (συμπεριλαμβανομένων αυτών της πρώτης ανάγκης, για την επιβίωση μας), θα μπορούμε να ανταπεξέλθουμε.
Τουτέστιν, η αστική υποδομή αρχίζει να επαναπροσδιορίζεται ως ένα πολυλειτουργικό δίκτυο, όπου η κατοικία, η παραγωγή και η βιωσιμότητα συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο.
Με έναν σπάρο, δυο τρυγόνια
Γίνεται αντιληπτό ότι σε μια εποχή, στην οποία οι πόλεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, την ενεργειακή ζήτηση και την επισιτιστική ανασφάλεια, η ιδέα της “παραγωγικής πόλης” αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προσέγγιση της πρόσφατης μελέτης δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή τροφής. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία των νέων μελετών είναι η σύγκλιση τριών τομέων: των τροφίμων, της ενέργειας και του νερού.
Έτσι, οι ταράτσες προτείνονται ως χώροι καλλιέργειας, αλλά και ως υβριδικά συστήματα που μπορούν να συνδυάζουν φωτοβολταϊκά πάνελ με φυτεύσεις «δημιουργώντας διπλή χρήση του ίδιου χώρου».
«Αυτό το μοντέλο αυξάνει τη συνολική αποδοτικότητα των αστικών υποδομών, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη μείωση του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας».
Τι πρέπει να αλλάξει σε επίπεδο πολιτικών
Στην Ελλάδα, ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός (ΝΟΚ) αναφέρει πως ρητά την αστική γεωργία ως “επιτρεπόμενη χρήση σε ελεύθερους χώρους, αστικό πράσινο κ.α.
Υπάρχουν περιορισμοί, όπως για παράδειγμα στην αστική γεωργία σε ταράτσες, να μην παραβιάζεται η στατικότητα του κτηρίου ή η υγιεινή και “να μη δημιουργείται όχληση σε γείτονες”.
Κοινώς, κανείς δεν μπορεί να φυτέψει πουθενά, αν δεν δημιουργηθεί ένα πιο ξεκάθαρο πλαίσιο -πχ βάσιμοι λόγοι “όχλησης” των γειτόνων.
Στα της μεγαλύτερης κλίμακας, υπάρχουν αυστηροί κανόνες υγιεινής, πολεοδομίας και κτηνοτροφίας. Μάλλον δεν χρειάζεται να θυμίσουμε το “μαντρί” που δημιούργησε κάποιος, στην ταράτσα κτηρίου στους Αμπελόκηπους.
Οι ερευνητές επισημαίνουν στη δημοσίευση της δουλειάς τους πως «σε επίπεδο πολιτικής, τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την ανάπτυξη διαφοροποιημένων στρατηγικών για τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές που συνδυάζουν μέσα χωροταξίας, δομές κινήτρων και κανονιστικά πλαίσια, για τη διευκόλυνση της αστικής γεωργίας, αντιμετωπίζοντας παράλληλα περιορισμούς που αφορούν συγκεκριμένα το περιβάλλον».
Αντί να ορίζουν ενιαίους στόχους χρήσης γης, τα ευρήματα επιτρέπουν στις πόλεις να εντοπίζουν τομείς προτεραιότητας για εφαρμογή, να σχεδιάζουν τοπικά προσαρμοσμένες παρεμβάσεις και να ενσωματώνουν την αστική γεωργία σε ευρύτερες ατζέντες βιωσιμότητας και μετασχηματισμού του συστήματος τροφίμων.
Στο συμπέρασμα της εργασίας, τονίζεται πως «η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να ενσωματώσει τη διαθεσιμότητα νερού, την ηλιακή ακτινοβολία, την ποιότητα του εδάφους, τους περιορισμούς διακυβέρνησης και τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, ώστε να βελτιώσει τις εκτιμήσεις της αξιοποιήσιμης παραγωγής.
Παρ ‘όλα αυτά, εστιάζοντας σε ευρέως προσβάσιμα, χαμηλής τεχνολογίας συστήματα καλλιέργειας, η παρούσα μελέτη παρέχει μια χωρικά σαφή και σχετική με την πολιτική βάση για την προώθηση του βιώσιμου αστικού σχεδιασμού τροφίμων και των ανθεκτικών τοπικών συστημάτων τροφίμων σε όλη την Ευρώπη».