Γιατί η πυρηνική επιλογή είναι λάθος για την Ελλάδα

Διαβάζεται σε 6'
Ομάδα μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων smr (φωτογραφία αρχείου)
Ομάδα μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων smr (φωτογραφία αρχείου) istock

Οι καθηγητές και μέλη της επιστημονικής επιτροπής του Ινστιτούτου Τσίπρα, Μανώλης Πλειώνης και Βανέσσα Κατσαρδή γράφουν στο NEWS 24/7 γιατί η ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας δεν θα επιτευχθεί με την πυρηνική τεχνολογία.

Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εντείνουν την αβεβαιότητα στο διεθνές ενεργειακό σύστημα και αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για εναλλακτικές μορφές ενέργειας, πέρα από τη χρήση ορυκτών καυσίμων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMRs) προβάλλονται από ορισμένους και πρόσφατα από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό της χώρας, ως πιθανή και καινοτόμα λύση για την ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια επικίνδυνη αυταπάτη που απλώς μετατοπίζει την εξάρτηση.

Από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο περνάμε στο εμπλουτισμένο ουράνιο, στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και στις λίγες χώρες που ελέγχουν την τεχνολογία. Με άλλα λόγια, αντί να λύσουμε το πρόβλημα απλώς αλλάζουμε φορέα εξάρτησης. Σε έναν κόσμο γεωπολιτικών εντάσεων, όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν καθημερινά, αυτό φυσικά δεν αποτελεί στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας, αλλά επιπλέον ρίσκο.

Ένας άλλος μύθος είναι ότι οι SMRs είναι φθηνοί και ώριμοι τεχνολογικά. Παρά τη ρητορική της πυρηνικής βιομηχανίας, παραμένουν ακριβοί, με αβέβαιο κόστος, μεγάλα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης και χωρίς εμπειρία λειτουργίας, καθότι σήμερα λειτουργούν μόνο δύο: ένας ειδικού σκοπού, πλωτός ρωσικός SMR σχεδιασμένος για να καλύπτει τις ανάγκες απομακρυσμένων περιοχών της αρκτικής και ένας εμπορικός κινέζικος. Δεν είναι τυχαίο ότι στη πιο ώριμη αγορά διεθνώς, αυτή των ΗΠΑ, έχουν ακυρωθεί έργα κατασκευής SMRs, όπως το NuScale στη Γιούτα, που εθεωρείτο το πιο ώριμο έργο αλλά ακυρώθηκε το 2023 λόγω εκτίναξης του κόστους.

Το δε επιχείρημα ότι αποτελούν «γρήγορη» απάντηση στην ενεργειακή ανασφάλεια που δημιουργούν οι εν εξελίξει γεωπολιτικές κρίσεις καταρρέει καθώς ακόμη και τα πιο αισιόδοξα σενάρια μιλούν για 10 έως 15 χρόνια μέχρι να λειτουργήσει μια μονάδα, ακόμα και σε χώρες με εμπειρία στη πυρηνική ενέργεια. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να είναι από τις ακριβότερες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αν ληφθούν υπόψη όλα τα κόστη, όπως κατασκευή, ασφάλεια, καύσιμο, αποθήκευση αποβλήτων, αποξήλωση. Την ίδια στιγμή όμως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν ήδη κερδίσει τη μάχη του κόστους.

Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια είναι φθηνότερες, ταχύτερες στην ανάπτυξη και τεχνολογικά ώριμες. Αν δε συνυπολογιστούν οι εξαιρετικές δυνατότητες των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, που ακόμα δεν έχουν αξιοποιηθεί στην χώρα μας (θα δημοσιευθεί σχετική ενδελεχής μελέτη του ΙΝΑΤ), γίνεται αντιληπτό ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «πειραματιστεί» με μια ακριβή και αβέβαιη τεχνολογία, όταν διαθέτει από τα καλύτερα ηλιακά και αιολικά δυναμικά στην Ευρώπη. Ο στόχος της ενεργειακής ανεξαρτησίας επιβάλλει να στραφούμε στις καθαρές μορφές ενέργειες που διαθέτουμε, όχι σε επικίνδυνες τεχνολογίες που μας καθιστούν και πάλι εξαρτημένους καθώς απαιτούν εισαγόμενο καύσιμο αλλά δημιουργούν και άλυτα προβλήματα αποβλήτων.

Kρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το κόστος, αλλά η ίδια η φύση της τεχνολογίας. Η σημερινή πυρηνική τεχνολογία, που βασίζεται στη σχάση πυρήνων, είναι εγγενώς επικίνδυνη. Η ιστορία το έχει αποδείξει επανειλημμένα, από το Τσερνόμπιλ έως τη Φουκουσίμα, τα «απίθανα» σενάρια συμβαίνουν και τότε έχουν καταστροφικές και μακροχρόνιες συνέπειες για την ανθρωπότητα και το περιβάλλον. Στην Ελλάδα, μια χώρα με έντονη σεισμικότητα, την μεγαλύτερη στην Ευρώπη και μια από τις υψηλότερες παγκοσμίως, αλλά όντας και hot-spot της Κλιματικής Αλλαγής, με αναμενόμενη αύξηση της συχνότητας και της έντασης των φυσικών καταστροφών, η ιδέα εγκατάστασης πυρηνικών μονάδων SMRs (που βέβαια για να είναι αποδοτικοί στην ενίσχυση της ενεργειακής επάρκειας μια χώρας, πρέπει να τοποθετούνται σε σμήνη με άγνωστους ακόμα όρους ασφάλειας- όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η διεθνής βιβλιογραφία) αγγίζει τα όρια της πολιτικής ανευθυνότητας. Δεν πρόκειται για ιδεολογική διαφωνία, αλλά για στοιχειώδη ανάγνωση της γεωγραφίας και της φυσικής πραγματικότητας.

Πέραν τούτου, παραμένει άλυτο και το ζήτημα των πυρηνικών αποβλήτων, ένα πρόβλημα που οι SMRs ενδέχεται να επιδεινώσουν. Διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι μπορούν να παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες ραδιενεργών αποβλήτων ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας σε σύγκριση με τους συμβατικούς αντιδραστήρες. Και το κρίσιμο ερώτημα είναι πού και πώς θα αποθηκευτούν αυτά τα απόβλητα με ασφάλεια για χιλιάδες χρόνια, που είναι ο χρόνος ημιζωής ορισμένων εκ των πυρηνικών αποβλήτων; Η μακροχρόνια αντοχή των ίδιων των υλικών αποθήκευσης δεν είναι εγγυημένη, γεγονός που αναδεικνύει τον ορατό κίνδυνο μελλοντικών διαρροών. Καμία χώρα στον κόσμο που ήδη αξιοποιεί την πυρηνική ενέργεια δεν έχει δώσει πειστικές και οριστικές απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα.

Μια ακόμη πτυχή, που δείχνει και ιδιαίτερη ανευθυνότητα από μεριάς του Πρωθυπουργού, είναι η θεσμική διάσταση του ζητήματος. Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά, χωρίς να υπάρχει στον επίσημο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα δεν περιλαμβάνει την πυρηνική ενέργεια, επενδύοντας στις ανανεώσιμες πηγές, την αποθήκευση και το πράσινο υδρογόνο. Η ξαφνική συζήτηση για πιθανή αξιοποίηση των SMRs δημιουργεί αβεβαιότητα, σύγχυση και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, που έχουν στηρίξει τη στρατηγική τους στο επίσημο Εθνικό Σχέδιο.

Εν κατακλείδι, η ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας δεν θα επιτευχθεί με την πυρηνική τεχνολογία που είναι υψηλού κόστους και κινδύνου, αλλά με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, του μεγάλου ηλιακού και αιολικού δυναμικού της. Με σοβαρές επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και τα σύγχρονα δίκτυα αλλά και στο ανεκμετάλλευτο ακόμα δυναμικό των υπεράκτιων ΑΠΕ, η χώρα μπορεί να αποκτήσει ένα αποκεντρωμένο, ανθεκτικό και πραγματικά ανεξάρτητο ενεργειακό σύστημα. Σε μια εποχή που απαιτείται ταχύτητα προσαρμογής, ασφάλεια και μείωση του κόστους ενέργειας, η επιλογή των πυρηνικών είναι επικίνδυνη, οικονομικά ασύμφορη, περιβαλλοντικά επιβλαβής ενώ ενισχύει τη γεωπολιτική ευαλωτότητα της χώρας.

* Ο Μανώλης Πλειώνης είναι καθηγητής του Τμήματος Φυσικής ΑΠΘ, Μέλος Επιστημονικής Επιτροπής του ΙΝΑΤ, Τέως Πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών , Τέως Πρόεδρος του Τομεακού Επιστημονικού Συμβουλίου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Βιώσιμης Κινητικότητας του ΕΣΕΤΕΚ.

Η Βανέσσα Κατσαρδή είναι επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Παν/μιο Θεσσαλίας, Μέλος Επιστημονικής Επιτροπής του ΙΝΑΤ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα