“PAPER TIGER”: ΣΚΑΡΛΕΤ ΓΙΟΧΑΝΣΟΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΜ ΝΤΡΑΙΒΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΡΩΣΙΚΗΣ ΜΑΦΙΑΣ
Από ένα μέτριο διαγωνιστικό Καννών, ξεχωρίζουν με διαφορά το στιβαρό “Paper Tiger” του Τζέιμς Γκρέι και το στοχαστικό “All of a Sudden” από τον σκηνοθέτη του “Drive My Car”.
Φτάνοντας στη μέση των φετινών Καννών διαπιστώνουμε πως η όποια αίσθηση ικανοποίησης προέρχεται μέχρι στιγμή από εγνωσμένης αξίας σκηνοθέτες που εκτελούν μια μικρή παραλλαγή των πραγμάτων που ήδη γνωρίζουμε πως κάνουν καλά.
Δεν είναι απαραίτητα αρνητικό αυτό: Ο Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι του Drive My Car δημιουργεί έναν κινηματογράφο-αγκαλιά όσο λίγοι, και είναι αληθινό συναίσθημα ικανοποίησης να αφήνεσαι σε αυτό – η τεράστια διάρκεια των 3+ ωρών λειτουργεί θετικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σα να περνάς πολλή ώρα με κάποιον καλό σου φίλο.
Ομοίως και για τον Τζέιμς Γκρέι και το γνώριμο-αλλά-εξαιρετικό crime δράμα του με τίτλο Paper Tiger, το οποίο θέτει Άνταμ Ντράιβερ, Μάιλς Τέλερ και Σκάρλετ Γιόχανσον σε μια καταστροφική τροχιά στη Νέα Υόρκη των ‘80s. Κάποιες φορές θες έναν έξυπνο σκηνοθέτη να αφηγηθεί μια στιβαρή τραγωδία ως ταφόπλακα του αμερικάνικου ονείρου. Ποτέ δεν θα παλιώσει!
Αντιθέτως ο Χιροκάζου Κόρε-έντα (που πήρε Χρυσό Φοίνικα για τους Κλέφτες Καταστημάτων) δοκιμάζει μια ιστορία που ακουμπά στους πρόποδες του sci-fi και το αποτέλεσμα είναι εντελώς άστοχο Κι οι φορμαλιστικοί πειραματισμοί του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν επιτρέπουν στον Χαβιέ Μπαρδέμ να λάμψει με μια σπουδαία ερμηνεία, αλλά το φιλμ σαν σύνολο δεν λειτουργεί ακριβώς.
Καθώς οι Κάννες αυτή τη στιγμή κινούνται στους τερατώδεις ρυθμούς της ταινίας-έκπληξης Hope (ένα CGI monster movie καταδίωξης(!) που συντάραξε χθες βράδυ το Διαγωνιστικό τμήμα), πάμε να δούμε τι έχει ξεχωρίσει ως τώρα. Για το Hope θα τα πούμε ξεχωριστά στην επόμενη ανταπόκριση.
PAPER TIGER: ΜΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ ΚΑΘΗΛΩΤΙΚΟΥ CRIME DRAMA
Ο Τζέιμς Γκρέι είναι από τις ιδιάζουσες εκείνες περιπτώσεις αμερικάνων καλλιτεχνών που αναγνωρίζονται περισσότερο στη Γαλλία από ό,τι στη χώρα τους, μπαίνοντας έτσι σε μια μακρά παράδοση που φτάνει από τον Τζέρι Λιούις μέχρι τον Γούντι Άλεν.
Οι ταινίες του, στιβαρές ενδοσκοπήσεις του αμερικάνικου ονείρου, συχνά εκφράζονται μέσα από ιστορίες εγκλήματος με σαφή τραγικά χαρακτηριστιά. Το Paper Tiger τον βλέπει να επιστρέφει σε αυτή την κατεύθυνση, μετά το πιο προσωπικό οικογενειακό δράμα του Armageddon Time και τη διαστημική αλληγορία του Ad Astra με τον Μπραντ Πιτ. Η τριπλέτα των ταινιών Μικρή Οδησσός, The Yards και We Own the Night θα λειτουργεί πάντα ως ένα πατρόν των εμμονών και των προβληματισμών του.
Υπό αυτή την έννοια, το Paper Tiger δεν έρχεται απαραιτήτως να προσθέσει κάτι νέο. Η ιστορία είναι γνώριμη, οι χαρακτήρες, το σκηνικό. Νιώθεις πως όλα κατευθύνονται σε μια αναπόδραστη τροχιά, αλλά αυτό πολλές φορές ένας έξυπνος σκηνοθέτης – σαν τον Γκρέι – μπορεί να το κάνει να λειτουργήσει υπέρ της ταινίας του, και της αίσθησης που θέλει να αφήσει.
Στη Νέα Υόρκη του ‘86, δύο αδέρφια κυνηγούν το αμερικάνικο όνειρο, καθένας με τον τρόπο που ξέρει. Ο Έργουιν Περλ είναι πιο απονήρευτος, κάνει αυτά που πρέπει να κάνεις, έχει την τέλεια οικογένεια, το τέλειο σπίτι, την τέλεια γειτονιά – στο ρόλο ο Μάιλς Τέλερ καταφέρνει να εξαφανιστεί στο ρόλο, να μικρύνει, σαν μια επιβλητική παρουσία που έχει ζαρώσει για να χωρέσει στα όρια ενός συστήματος που υπόσχεται να ανταλλάξει επιτυχία με υποταγή.
Τη σύζυγό του την παίζει η Σκάρλετ Γιόχανσον σε μια μάλλον συζήτησιμη ερμηνεία, και γενικώς μια υπο-πλοκή στην ταινία που σε πολλούς θεατές κλώτσησε. Προσωπικά βρήκα πως εντείνει την στοιχειωμένη αίσθηση που θέλει να αποδώσει το φιλμ, αν και ομολογουμένως τα πράγματα φρενάρουν αρκετά όποτε την επισκεπτόμαστε.
Πολύ πιο έντονα είναι τα πράγματα όταν εστιάζουμε στον έτερο αδελφό Γκάρι, που παίζει ο Άνταμ Ντράιβερ σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Είναι ένας ήρεμος τυφώνας ντυμένος με ένα σακάκι που μοιάζει μεγάλο πάνω του, ένας άνθρωπος που θέλει να ακολουθεί τη σωστή διαδρομή, αλλά να βλέπει και τι περιθώρια έχει για ελιγμό.
Ο Γκάρι λοιπόν θα συστήσει τον Έργουιν σε μια νέα μαφιόζικη φατρία ρώσων που έχουν αρχίσει να κάνουν την παρουσία τους αισθητή στην πόλη. Ο Γκάρι θέλει να δημιουργήσει μια συμβουλευτική εταιρεία με τον Έργουιν (που είναι μηχανικός) για τεχνικό σύμβουλο, ώστε μαζί να εκμεταλλευτούν την νέα ρωσική παρουσία και να βγάλουν χρήματα χωρίς να χρειαστεί να λερώσουν τα δικά τους χέρια: «Εμείς θα τους δίνουμε συμβουλές, εκείνοι ας κάνουν ό,τι θέλουν», λέει ο Γκάρι στον διστακτικό αδερφό του.
Φυσικά τα πράγματα δε θα εξελιχθούν τόσο απλά, καθώς μια ατυχής νυχτερινή περιπλάνηση του Γκάρι θα τον φέρει αντιμέτωπο με κάτι που δεν έπρεπε να αντικρύσει, έχοντας μάλιστα και τους δύο έφηβους γιου του μαζί – εδώ έχουμε και πάλι αυτοβιογραφικά ψήγματα για τον σκηνοθέτη. Έτσι εκκινείται ένα ντόμινο καταστροφικών εξελίξεων και σύγκρουσης που θα φέρει τους αδερφούς αντιμέτωπους με τα όρια της ηθικής και των επιλογών τους.
Όπως είπαμε, είναι γνώριμα όλα αυτά, αλλά δεν υπάρχει στιγμή που το φιλμ είναι αδιάφορο. Ο Γκρέι, μέσα από ένα κάδρο γεμάτο βάθος, λεπτομέρεια και αίσθηση ζωής περασμένης πάνω από κάθε αντικείμενο και τοποθεσία, αποτυπώνει την απειλή της ρωσικής μαφίας σαν μια σαρωτική δύναμη που κανείς δε μπορείς να αντικρούσει, και η επιβίωση σημαίνει βασικά: ποιος θα καταφέρει πρώτος να μπει μες στο κύμα. Κάθε υποψία κανόνων, δομών, λειτουργικών κοινωνικών και ηθικών συστημάτων, συνθλίβεται μπροστά στη δύναμη μια τέτοιας ισχύος.
Στο επίκεντρο, οι χαρακτήρες αυτοί είναι αρχετυπικά τραγικοί: Ενεργούν βάσει κανόνων, βάσει ηθικής, βάσει οικογενειακής έγνοιας, χωρίς να συνειδητοποιούν πως κάθε τους κίνηση και πράξη μοιάζει μάταιη. Σκιαγραφούνται λίγο-πολύ ως φαντάσματα, μέσα σε ένα Αμερικάνικο Όνειρο-εφιάλτη.
Υπάρχουν ακόμα και κάποιες πολύ καλοδεχούμενες σκηνοθετικές εξάρσεις από τον Γκρέι που αναζωπυρώνουν διαρκώς το ενδιαφέρον: Μια σκηνή σπιτικής εισβολής είναι γυρισμένη σαν ταινία τρόμου και θέατρο σκιών, ενώ μια αγωνιώδης σεκάνς προς το τέλος της ταινίας μοιάζει βασικά σαν την καλύτερη σκηνή που δεν γύρισε ο Μάικλ Μαν τα τελευταία χρόνια – είναι κάτι το αξέχαστο.
Το φιλμ – που έχει διανομή και στην Ελλάδα – μπορεί να ξεχωρίσει μέσα σε ένα χλιαρό Διαγωνιστικό απλώς και μόνο επειδή χωρίς μεγάλες αδυναμίες, εκπροσωπεί ένα όμορφο, δυναμικό, κλασικής υφής σινεμά και μια κοινωνική τραγωδία φτιαγμένη ως εξαιρετικά watchable crime δράμα. Δε θα με εκπλήξει αν πάρει και κάποιο βραβείο.
ALL OF A SUDDEN: ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ (ΑΝΤΙ-)ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
Ο ιάπωνας Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι εκπροσωπεί –με επίσης συνεπέστατο τρόπο– ένα εντελώς διαφορετικό τύπο σινεμά που όμως επίσης μέσα από την άψογη λειτουργικότητα και αποτύπωσή του, φέρνει επίσης τον θεατή απέναντι σε κάτι πιο στοχαστικό και υπαρξιακό από, απλώς, αυτό που βλέπει σε πρώτο επίπεδο.
Μετά το Drive My Car, τις Ιστορίες Έρωτα και Φαντασίας και το σπουδαίο Ο Διάβολος Δεν Υπάρχει (οι τρεις τελευταίες του ταινίες, που έκαναν πρεμιέρα και βραβεύτηκαν κι οι τρεις στα τρία μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, Κάννες, Βερολίνο και Βενετία αντίστοιχα), ο ιάπωνας επιστρέφει αλλά αυτή τη φορά με γαλλικό σκηνικό.
Η Βιρζινί Εφιρά (Benedetta), μια από τις πιο σταθερά εντυπωσιακές ερμηνευτικές παρουσίες του ευρωπαϊκού σινεμά τα τελευταία χρόνια, πρωταγωνιστεί ως Μαρί-Λου Φονταίν, διευθύντρια ενός οίκου φροντίδας στα προάστια του Παρισιού, η οποία σπάει το κατεστημένο υιοθετώντας μια νέα ‘ανθρωπιστική’ μέθοδο φροντίδας παρά τις αντιδράσεις των συνεργατών αλλά και των αφεντικών της.
Η Μαρί-Λου γνωρίζεται με την Μάρι Μορισάκι, μια ετοιμοθάνατη συγγραφέα από την Ιαπωνία (στο ρόλο η Τάο Οκαμότο), κι η γνωριμία τους την μεταμορφώνει. Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, που αλλάζει τον τρόπο που η Μαρί-Λου βλέπει τον κόσμο, είναι εμπνευσμένη από αληθινά γράμματα μεταξύ μιας ιατρικής ανθρωπολόγου και μιας καρκινοπαθούς ασθενούς. Και βάσει αυτής της ανταλλαγής ιδεών και οπτικών του κόσμου, ο Χαμαγκούτσι προσπαθεί για άλλη μια φορά να φτάσει στην ουσία του τι σημαίνει σήμερα η Ανθρώπινη Κατάσταση.
Σε μια εποχή εύκολης αποστασιοποίησης, ψηφιακής σύνδεσης, και παράδοσης των θεσμών, της ηθικής, της ίδιας μας της ύπαρξης ως ανθρώπινα όντα, στην ελεύθερη αγορά. Τι σημαίνει σε μια τέτοια εποχή το να αφοσιώνεσαι ψυχή και σώμα στην Φροντίδα;
Ο Χαμαγκούτσι πετυχαίνει ξανά αυτό τον μαγικό του τόνο, όπου τα πάντα φαίνονται να υπάρχουν σε μια λεπτή ισορροπία, σα να παρατηρείς τη ζωή απλώς να κυλά, κι όχι ταινία να εκτυλίσσεται. Είναι κάτι που το βλέπουμε παντού στο έργο του, από τα πρόσφατα αριστουργήματα σαν το Drive My Car μέχρι σε παλιότερα φιλμ του, όπως το 5μιση ωρών μελόδραμα Happy Hour.
Στο All of a Sudden παρακολουθεί με υπομονή τις διαδικασίες μέσα σε ένα τέτοιο οίκο περίθαλψης ηλικιωμένων, αφήνοντάς μας να αφουγκραστούμε τις λεπτομέρειες αυτού του κόσμου – κάτι που είχα θαυμάσει και στο πρόσφατό του Ο Διάβολος Δεν Υπάρχει, μια ταινία απρόσμενα συγγενική με ετούτη. Κι εδώ –όπως και στο βραβευμένο στη Βενετία φιλμ του– χτίζει πάνω στον ρυθμό και τις λεπτομέρειες μιας σπάνιας πλέον πραγματικότητας, επιτρέποντάς μας στην πορεία να την δούμε μέσα από μια αντι-καπιταλιστική ματιά.
Οι μονόλογοι είναι μεστοί, οι στιγμές που μοιράζονται οι δύο ηρωίδες – αλλά κι η Μαρί-Λου με ασθενείς – είναι γεμάτες ζωή και αλήθεια, και στις στιγμές που κάποια βλέμματα συναντώνται μεταξύ τους (ή συναντούν εμάς, το κοινό) μπορεί και να νιώσεις ότι κάτι μέσα σου έχει μετατοπιστεί. Η Εφιρά κουμπώνει σε αυτό τον τόνο λεπτών ερμηνευτικών αποχρώσεων σα να ανήκε εκεί από πάντα, δίνοντας μια πλούσια, εντυπωσιακά ανθρώπινη ερμηνεία.
Σε ένα πεδίο Γυναικείας Ερμηνείας με ήδη πολλές σπουδαίες επιλογές, ίσως να μην μπορέσει απαραίτητα να βραβευτεί, αλλά το point της το έχει κάνει. Όπως κι η ίδια η ταινία, που θα μου κάνει εντύπωση αν φύγει με άδεια χέρια από το φεστιβάλ.
ΚΑΘΗΛΩΤΙΚΟΣ ΜΠΑΡΔΕΜ, ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΣΕΪΝΤΟΥ, ΑΣΤΟΧΟΣ ΚΟΡΕ-ΕΝΤΑ
Σε άλλες ταινίες που έχουν το ενδιαφέρον τους, η Λέα Σεϊντού δίνει μια από τις ερμηνείες του φεστιβάλ στο κοινωνικό δράμα A Gentle Monster της Μαρί Κρόιτσερ (του Corsage). Η ταινία ακολουθεί μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος συλλαμβάνεται με μια σοκαριστική κατηγορία, που θα κάνει την ίδια να αναγκαστεί να επανεξετάσει κάθε στιγμή της μαζί του.
Η ερμηνεία της Σεϊντού περνά μέσα από τρεις γλώσσες, μέσα από μουσικό ρυθμό, από αγάπη και οικειότητα, από τρόμο και μίσος, από απόγνωση και πείσμα. Δίνει τεράστιο βάθος και διαστάσεις στην ηρωίδα ενός κατά τα άλλα όχι ιδιαίτερα ευρηματικού ή πλούσιου δράματος, από το οποίο η ένταση απουσιάζει σχεδόν πλήρως. Παραμένει μια από τις κορυφαίες ηθοποιούς στον πλανήτη.
Η κατηγορία γυναικείας ερμηνείας μετρά ήδη δυναμίτες από Σεϊντού, Εφιρά και Αντέλ Εξαρχόπουλος, ενώ έρχονται ακόμα η Μπάρμπαρα Λένι για την ταινία του Αλμοδόβαρ, η Γιάνα Ραντέβα για το Dreamed Adventure της Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ, και ξανά η Λέα Σεϊντού για το The Unknown, για το οποίο θα επεκταθούμε αύριο. Από την άλλη, στις αντρικές είναι λίγο πιο συγκεκριμένα ως τώρα τα πράγματα, με τον Χαβιέ Μπαρδέμ να δεσπόζει.
Στο The Beloved του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν, ο Μπαρδέμ παίζει έναν κακότροπο σκηνοθέτη που επανενώνεται με την αποξενωμένη κόρη του όταν της δίνει ρόλο στη νέα του ταινία. Και ναι, όλοι τη Συναισθηματική Αξία σκεφτήκαμε. Η ταινία έχει κάποιες σκηνές-highlights, ειδικά μία εκταταμένη σεκάνς κατά το γύρισμα όπου ο Μπαρδέμ κάνει τους πάντες να γκρεμοτσακιστούν ψυχολογικά, όμως ο Σορογκόγιεν κάπου χάνει τον στόχο με διάφορα φορμαλιστικά τρικ (πραγματικότητα που γίνεται οθόνη, χρήση ασπρόμαυρου, ήχος που εξαφανίζεται στη μέση διαλόγου) που δεν συνθέτουν κάτι ουσιαστικό.
Αλλά ο Μπαρδέμ είναι φανταστικός, δεν χορταίνεις να τον βλέπεις να φυσά, να ξεφυσά, να εκπέμπει πόνο και τοξικότητα χωρίς να χάνει την αίσθηση πως βλέπεις έναν χαρακτήρα αληθινά ανθρώπινο. Είναι αναμφίβολα το φαβορί ως τώρα.
Από την άλλη, το Sheep in the Box του Χιροκάζου Κόρε-εντα ας μην κρατήσουμε την ανάσα μας για να το δούμε σε κανένα βραβείο. Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτης του Κλέφτες Καταστημάτων συνεχίζει να εξερευνά τις πτυχές των πάσης φύσεως δημιουργημένων οικογενειών, εδώ εστιάζοντας στη μνήμη, την απώλεια, και, εχμ, το ΑΙ;
Η ταινία ακολουθεί ένα ζευγάρι σε ένα όχι και πολύ μακρινό μέλλον, που έχοντας χάσει το παιδί τους, κάνουν μέρος της οικογένειάς τους ένα ανθρωποειδές ρομπότ με ίδια εμφάνιση και φωνή με το παιδί τους. Αυτό που ξεκινάει ως χλιαρός Σπίλμπεργκ (του Α.Ι.) τελειώνει ως χλιαρός Σπίλμπεργκ (δεν θα πούμε ποιας ταινίας) και στο ενδιάμεσο ο Κόρε-εντα παρουσιάζει μια κατάσταση με τόσο αποσυναισθηματικοποιημένο τρόπο, αλλά χωρίς και να εξερευνά στην ουσία της επεκτάσεις της συνθήκης του. Άρα, μια ταινία που δεν έχει στα αλήθεια τίποτα ιδιαίτερο να προσφέρει.
Το Διαγωνιστικό συνεχίστηκε αυτές τις μέρες με δύο αγνά καλτ περιπτώσεις, το κορεάτικο monster movie καταδίωξης(!) Hope, το ψυχολογικό θρίλερ ταυτοτήτων The Unknown, και το κοινωνικό δράμα Fjord του Κρίστιαν Μουντζίου. Περισσότερα για αυτά, στην αυριανή ανταπόκριση. Αλλά ας πούμε απλά πως το φεστιβάλ επιτέλους έχει παλμό.
To 79o φεστιβάλ Καννών διεξάγεται 12-23 Μαϊου. Οι ταινίες Paper Tiger, All of a Sudden, Sheep in the Box και The Beloved, έχουν ελληνική διανομή.