HOPE © 2026 PLUS M ENTERTAINMENT, FORGED FILMS CO LTD, AND NA HONG-JIN. ALL RIGHTS RESERVED.

“ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑ ΤΩΡΑ;;”: ΟΙ ΔΥΟ ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΧΑΣΑΝ ΤΙΣ ΚΑΝΝΕΣ

Το κορεάτικο “Hope” φέρνει ανελέητο κυνηγητό στο Διαγωνιστικό, ενώ στο “The Unknown” η Λέα Σεϊντού παίζει έναν άντρα που, ανεξήγητα, ξυπνά στο σώμα μιας γυναίκας.

Τα τελευταία χρόνια το φεστιβάλ κυνηγά εναγωνίως την σοκαριστική / viral στιγμή του. Το έχουμε ξαναγράψει, αλλά το πολλαπλό σοκ του Substance, του Emilia Perez και του Megalopolis ήταν μια υστερική συμφωνία όμοια της οποίας δύσκολα θα υπάρξει ξανά σε φεστιβάλ σαν αίσθηση.

Παρόλαυτά πάντα υπάρχει αυτή η αίσθηση πως το φεστιβάλ θέλει ξανά την Στιγμή του. Γι’αυτό και μας είχε κάνει τόση εντύπωση που ένα φιλμ σαν το Teenage Sex & Death at Camp Miasma έμεινε στο Ένα Κάποιο Βλέμμα και δεν μπήκε στο Διαγωνιστικό, όπου σίγουρα θα αναζωογονούσε λίγο την κατάσταση ανάμεσα σε ταινίες των Μεγάλων Masters που κάνουν λίγο πολύ αυτά που θα περίμενε κανείς.

Αλλά ευτυχώς, η στιγμή δεν άργησε. Σχεδόν διαδοχικά, το φεστιβάλ μας κέρασε δύο από τις πιο απολαυστικά αποστομωτικές ταινίες που έχει προγραμματίσει εδώ και χρόνια, γεννώντας και κόντρες και διχασμούς.

Στην περίπτωση του κορεάτικου Hope, οι κόντρες αφορούσαν το «άρεσε» – «δεν άρεσε» καθώς λίγο πολύ οι πάνες συμφωνούσαν στο τι είδαν. Στην περίπτωση όμως του Unknown, οι κουβέντες δεν χρειαζόταν καν να φτάσουν στην προσωπική κρίση και το γούστο για να αρχίσουν οι διαφωνίες. Εδώ, μιλάμε καθαρά για ζήτημα «τι είναι καν αυτό που είδα».

Προσωπικά μιλώντας, και τα δύο τα βρήκα απολαυστικά.

HOPE: ΕΝΑ ΑΝΕΛΕΗΤΟ ΚΥΝΗΓΗΤΟ ΣΕ ΚΟΡΕΑΤΙΚΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ

Το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις βλέποντας το Hope είναι ότι… βασικά, δεν μαθαίνεις τίποτα. Σαν τους χαρακτήρες αυτής της κωμόπολης που έρχονται αντιμέτωποι με μια μυστηριώδη, άφαντη απειλή, έτσι κι εσύ ως θεατής κοιτάζεις μέχρι και στα άκρα του κάδρου μπας και δεις ποια είναι τελικά αυτή η απειλή.

Όπως ο Σπίλμπεργκ κάποτε κράτησε τον Καρχαρία του κρυμμένο για ένα τεράστιο μέρος της ταινίας, οδηγώντας τον θεατή σε σοκ ύστερα από μια παρατεταμένη αίσθηση έντασης, έτσι κι ο Να Χονγκ-τζιν καταλαβαίνει πως πολλές φορές τίποτα δε μπορεί να είναι πιο καθηλωτικό από αυτό που τρέμεις μην και το αντικρύσεις.

Σε ένα λοιπόν απομακρυσμένο κορεάτικο χωριό, ένας αστυνομικός καλείται να ερευνήσει την περίπτωση ενός μυστηριώδους πλάσματος που σπέρνει το χάος στην τοπική κοινότητα. Αυτό που ακολουθεί ξεπερνά το όποιο δέσιμο με την πλοκή ή και με την συμβατική λογική ανάπτυξης πλοκής. Για ολόκληρη την πρώτη πράξη της ταινίας, αυτό που συμβαίνει είναι βασικά Το Κυνηγητό.

Ο Να Χονγκ-τζιν (του οποίου το θρίλερ The Wailing είχε δημιουργήσει αίσθηση στις Κάννες, αλλά του οποίου η περιπέτεια Chaser είναι πιο συναφής με το παρόν φιλμ) φροντίζει την γεωγραφία της οθόνης, βάζοντας ισχνά σχηματισμένους χαρακτήρες να τρέχουν μανιωδώς να ξεφύγουν ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα δρομάκια του χωριού. Κινηματογραφεί τη δράση σαν κάτι ανεξάντλητα κινητικό ακόμα κι όταν περιορίζεται σε ένα στενό σοκάκι, ανάμεσα σε τοίχους και σε γκαραζόπορτες. Ανά πάσα στιγμή στην οθόνη κάποιος θα τρέχει ή κάτι θα κινείται, ή κάποιο σώμα θα τρακάρει πάνω σε κάποιο εμπόδιο.

Το αποτέλεσμα είναι μια διαβολεμένα διασκεδαστική περιπέτεια καταδίωξης που δεν σταματά παραπάνω από την απολύτως ελάχιστη ανάγκη, για να συστήσει στοιχεία χαρακτήρα, πλοκής ή μυθολογία. Εδώ, υπάρχει μόνο το Τέρας, κι υπάρχουμε μόνο εμείς – κοινό και χαρακτήρες μαζί, έρμαιά του.

Σταδιακά το απειλητικό τέρας αποκαλύπτεται, με τη συνδρομή κάποιων κάκιστων οπτικών εφέ που σύμφωνα με τα ρεπορτάζ τώρα περνάνε από διαδικασίας περαιτέρω επεξεργασίας. (Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε η τελευταία, που βλέπουμε στις Κάννες κάποιο μη «κλειδωμένο» έργο.) Προσωπικά καθόλου δεν με πείραξε που τα εφέ των τεράτων ήταν τόσο ακαλαίσθητα – προσέθετε στην αίσθηση πως βλέπεις κάποια “βήτα” ταινία από αυτές που καμιά φορά είναι σκηνοθετημένες με τρομερό νεύρο και αίσθηση χώρου και έντασης που δεν περίμενες απαραιτήτως να συναντήσεις.

Δε θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για το τι είναι τα τέρατα, πότε και πώς και πού εμφανίζονται, τι θέλουν, αν πεθαίνουν ή όχι, και πώς εξελίσσονται τα διάφορα κυνηγητά. Αλλά δεν έχει και ιδιαίτερα σημασία, για να είμαι και ειλικρινής. Η ταινία είναι δομημένη στην ουσία σαν ένα κυνηγητό τριών πράξεων, όπου ειδικά η πρώτη κι η τελευταία έχουν σπασμένα τα φρένα. Δεν προλαβαίνεις καν να σταματήσεις και να αναρωτηθεί τα πώς και τα γιατί: Απλώς κρατάς το στόμα σου ανοιχτό.

Το φιλμ είναι πλούσιο και σε χιουμοριστικές στιγμές. Άλλες με πιο διασκεδαστικά ανώριμο χιούμορ: μια σκηνή διήγησης ενός χαρακτήρα που θυμάται την, ας πούμε, επεισοδιακή συνάντησή του με τα τέρατα στο δάσος, είναι η πιο δεν-θέλω-να-γελάω-αλλά-κι-όμως-γελάω σκηνή της ταινίας. Άλλες με σωματική κωμωδία που εμπνέεται από τον παραλογισμό της συνύπαρξης όλων αυτών των τόσο διαφορετικών σωμάτων μαζί. (Η “ιατροδικαστική” σκηνή είναι highlight.)

Η χιουμοριστική ελαφρότητα δεν σημαίνει πως το φιλμ χάνει την βαρύτητά του σε κανένα σημείο. Ο Να δημιουργεί ένα μπαράζ σχεδόν ωριαίων καταδιώξεων σε διαφορετικά κάθε φορά σκηνικά, εκμεταλλευόμενος πάντα τις ιδιαιτερότητες του κάθε χώρου και το είδος της δράσης που προσφέρει – από την πυκνότητα ενός δάσους γεμάτο κορμούς δέντρων και φυσικές κρυψώνες, μέχρι την απομόνωση ενός αυτοκινητόδρομου όπου υπάρχει μόνο η ταχύτητα.

Μέσα από αυτή την δίχως ανάσα αλυσίδα σκηνών δράσης, συνθέτει την εικόνα μιας κοινότητας που έρχεται (ή αποτυγχάνει να έρθει) μαζί για να αντιμετωπίσει μια απειλή τόσο ανεξήγητη και τόσο σαρωτικής, που θα μπορούσε να αποτελεί extinction level event – ομολογώ υπήρξε ένα σημείο της ταινίας που έφερα στο μυαλό μου το Apocalypto του Μελ Γκίμπσον!

Το ίδιο το φινάλε ακροβατεί ανάμεσα στην κουραστική απόπειρα ανάπτυξης μυθολογίας που δείχνει προς ένα κυνικά προ-αποφασισμένο σίκουελ (κάτι που, ειλικρινά, δεν μου ταιριάζει καθόλου στο πλαίσιο των Καννών) και σε μια τέτοια υπερβολή στόμφου και πληροφορίας που καταλήγει τίποτα να μη σε νοιάζει, πέρα από τις out of context καταδιώξεις που μόλις είδες. Προσωπικά, στο τέλος γέλασα, αλλά ταυτόχρονα έφυγα από την αίθουσα πλήρης – δεν με ενδιαφέρει να δω κάτι περισσότερο σε αυτό τον “κόσμο”.

Α, και το καστ που είναι διεθνές; Για αρκετή ώρα στην ταινία θα αναρωτιέστε γιατί παίζει εδώ η Αλίσια Βικάντερ και πού είναι ο Μάικλ Φασμπέντερ. Πιστέψτε με, όταν διαπιστώσετε την απάντηση, θα θελήσετε να αποσύρετε την ερώτηση.

THE UNKNOWN: ΕΝΑ ΑΠΟΚΟΣΜΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΌ ΘΡΙΛΕΡ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΣΩΜΑΤΩΝ

Άλλου τύπου «τι ΉΤΑΝ αυτό» προσφέρει το ψυχολογικό θρίλερ The Unknown, γραμμένο και γυρισμένο από τον Άρθουρ Χαράρι, βασισμένο στο κόμικ που είχε γράψει ο ίδιος μαζί με τον αδερφό του, Λούκας. Ο Χαράρι είναι δημιουργικός παρτενέρ της Ζιστίν Τριέ, μαζί με την οποία είχε γράψει το σενάριο της Ανατομίας Μιας Πτώσης – για το οποίο ο Χαράρι έχει κιόλας κερδίσει Όσκαρ.

Η ταινία ακολουθεί δύο άτομα που κάνουν σεξ στη διάρκεια ενός πάρτυ, και το επόμενο πρωί ξυπνάνε και βρίσκονται το ένα στο σώμα του άλλου. Έχει εδώ ενδιαφέρον πως περνάμε πρακτικά μηδενικό χρόνο με την Λέα Σεϊντού ως το αρχικό άτομο του σώματός της, παρά η ταινία ξεκινά να την ακολουθεί αφότου έχει μέσα της τον φωτογράφο Ντέιβιντ Ζίμερμαν.

Το αποτέλεσμα είναι πως η αρχική της περσόνα, η ηθοποιός Εύα, μοιάζει στην ταινία σαν φάντασμα. Ένα άτομο που ποτέ δεν γνωρίσαμε, και που ακόμα και μια ματιά στο πώς κάποτε ήταν, γίνεται μέσα από μια ερμηνεία της σε ένα μικρού μήκους φιλμάκι – κι εκεί δηλαδή πάλι δεν είναι η ίδια, παρά είναι κάποια που υποδύεται. Είναι ένας κατεξοχήν Άνθρωπος Που Δεν Υπάρχει, κάτι που δίνει στην ταινία και τον δραματικό της κορμό.

Η Λέα-ως-Ντέιβιντ αρχίζει να αφουγκράζεται τον κόσμο γύρω της σαν κάτι εντελώς άγνωστο και απειλητικό – και το σώμα της επίσης. Το ψηλαφίζει, το εξερευνά, αλλά εν τέλει της/του είναι κάτι ολότελα ξένο, μυστηριώδες, απόκοσμο. Ξεκινά μια ερασιτεχνική έρευνα για να εντοπίσει τον ορίτζιναλ Ντέιβιντ, όμως οι εκπλήξεις δεν σταματούν εκεί, φτάνοντας σε σημεία αποστομωτικής (έμφυλης και όχι μόνο) περιπλοκότητας.

Στον έτερο κεντρικό ρόλο βλέπουμε τον Νιλς Σνάιντερ εντελώς αγνώριστο, ταλαιπωρημένο, ταιριαστά creepy. Οι δυο τους συναντώνται – αν και όχι ακριβώς με τους όρους που θα περιμέναμε – και προσπαθούν να βρούνε λύση: Ποιος είναι ο αρχικός host; Ποια άλλα άτομα έχουν περάσει το ακριβώς ίδιο καταραμένο στόρι; Πώς αντιστρέφεται αυτή η καταδίκη;

Ο Σνάιντερ είναι απολαυστικός ως άντρας (που παίζει γυναίκες) σε μια διαρκή υπαρξιακή απορία για κάθε τι γύρω του, αλλά η σταρ είναι η Σεϊντού. Η οποία, λίγες μέρες αφού την θαυμάσαμε στο A Gentle Monster, εδώ δίνει μια ερμηνεία πιο εστιασμένη στο σώμα. Κουβαλά αλλιώς τον εαυτό της, οι βηματισμοί της κάνουν το σώμα να μοιάζει λιγότερο σε αρμονία με τον ρυθμό του, είναι πιο μονοκόμματη η κίνησή της, πιο κοφτές οι εκφράσεις της.

Δίνει μια ας πούμε masculine ερμηνεία, όμως σταδιακά διαμέσου του φιλμ ξεχνάς το φύλο, ξεχνάς ακόμα και τον χαρακτήρα της, το ποιος/ποια είναι. Εκείνη τη στιγμή, έχει γίνει κάτι άλλο, κάτι που ποτέ δεν ήταν – ίσως γιατί ποτέ δεν ήταν κάτι.

Εδώ δεν έχουν τόση πολλή σημασία οι στροφές της πλοκής, αν και σε γενικές γραμμές το σενάριο είναι αξιοθαύμαστο για το πόσο δομημένο είναι και δεν επαφίεται στον συμβολισμό. Κοινώς, αν λοκάρεις εξαρχής, η ταινία δεν σε αφήνει στιγμή, όσο αλλόκοτη κι αν γίνεται. Ο Χαράρι μετασχηματίζει μια τέτοια κλασικού τύπου ιστορία ψυχολογικού τρόμου, σε μια ολοκληρωτική εμπειρία πάνω στην αίσθηση της μη-πραγματικότητας.

Κανείς από τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες δεν νιώθει να ανήκει στο σώμα του, εντείνοντας τη διάσταση του αλλόκοτου. Ο φωτογράφος που παίζει αρχικά ο Νιλς Σνάιντερ δουλεύει πάνω σε ένα πρότζεκτ φωτογράφισης πόλεων που είχε ξεκινήσει κάποτε ο πατέρας του, καταγράφοντας όλα αυτά που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι εκεί. Οι εικόνες διατρέχουν το φιλμ σε όλο τους το μεγαλείο, εμπλουτίζοντας το DNA της ταινίας με μια επιπλέον αίσθηση στοιχειώματος, και δίνοντάς του μια διάσταση ενστικτώδους μνήμης.

Απομεινάρια, αντηχήσεις, σκιές. Όντα που έχουν διαφορετικές μνήμες από το σώμα τους, κινούνται σαν χωρίς σκοπό μέσα σε ένα αστικό τοπίο που κι εκείνο κουβαλά διαφορετικές μνήμες από την τωρινή του κατάσταση. Είναι μια εκπληκτική επιπλέον διάσταση σε μια ιστορία που αρκετά συχνά μοιάζει έτοιμη να εξαντληθεί, όμως έχει διαρκώς κάτι απρόσμενο να προσφέρει ακόμα.

Ο Χαράρι στήνει μια εικόνα γεμάτη κόκκο, με απότομα ζουμ και με κάδρο που μοιάζει συνεχώς να ψάχνει τους μη-υπαρκτούς ήρωές του σε συνθέσεις γεμάτες λεπτομέρεια – αλλά όχι απαραίτητα ζωντάνια. Εστιάζει διαρκώς στα βλέμματα και τα σώματα και την αίσθηση, με μια ιστορία που μπορεί και να μιλά για ιδέες από την τρανς εμπειρία μέχρι την αστική αφομοίωση. Αλλά εν τέλει είναι αρκετά έξυπνος και σίγουρος (ή ίσως με άγνοια κινδύνου) ώστε να επιτρέψει στην ταινία του να μην είναι ποτέ αυστηρή, κλειστή, σαφής.

Παρουσιάζεται περισσότερο σαν μια αίσθηση που σε διαπερνά και σε διατηρεί μέρος μιας μυστηριώδους, αλλόκοτης αφήγησης ακόμα κι αν δεν κατανοείς τι ακριβώς είναι, και γιατί σε κρατά τόσο κλειδωμένο απέναντί της. Τελικά, με δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις και αισθητικές, τόσο το Unknown όσο και το Hope το ίδιο επιτυγχάνουν – δείχνοντας πως το να σοκάρεις είναι πάντα εφικτό, και όχι απαραίτητα φτηνό ή εύκολο. Αρκεί να καταφέρεις να βάλεις τον θεατή σε μια κατάσταση ανοίκεια, αλλά εν τέλει συναρπαστική.

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο
Info:

To 79o φεστιβάλ Καννών διεξάγεται 12-23 Μαϊου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα