Μέταλλα – Βιομηχανία: “Πρέπει να πείσουμε ότι δεν είμαστε βλαβεροί κώνωπες”
Διαβάζεται σε 6'
Η ενίσχυση της βιομηχανίας, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η αξιοποίηση κρίσιμων πρώτων υλών κρίνονται απαραίτητα για την οικονομική θωράκιση Ελλάδας και Ευρώπης, όπως αναδείχθηκε στη Γενική Συνέλευση του ΣΜΕ.
- 04 Ιουνίου 2026 07:31
Η ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής, η αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους, η ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού και η ταχύτερη αξιοποίηση των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών αναδείχθηκαν ως οι βασικές προϋποθέσεις για τη θωράκιση της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, κατά τη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ).
Συγκεκριμένα, από βήματος ΣΜΕ εκπρόσωποι της βιομηχανίας αλλά και του μεταλλευτικού κλάδου τόνισαν με έμφαση ότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο όμως για να ανοίξει και να φέρει “αέρα ανάπτυξης” προϋποθέτει θεσμικές παρεμβάσεις, ενεργειακή ανταγωνιστικότητα αλλά και κοινωνική αποδοχή των παραγωγικών επενδύσεων. Αυτό ειδικά αναδεικνύεται σε βασική συνιστώσα μιας πολιτικής που θα έχει ως στόχο την ενημέρωση της κοινωνίας για δύο κλάδους κομβικούς για την ανθεκτικότητα και την στρατηγική αυτονομία της χώρας.
Αναλυτικά, στο επίκεντρο της συζήτησης που αναπτύχθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης στη Γ.Σ. του ΣΜΕ, βρέθηκε η διαπίστωση ότι οι αλλεπάλληλες γεωπολιτικές και ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν τα όρια του μοντέλου που στηρίχθηκε στην εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και φθηνή ενέργεια. Η ανάγκη επαναφοράς της παραγωγής, της μεταποίησης και της εξορυκτικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αποτέλεσε κοινό τόπο για τους συμμετέχοντες.
Ο ΣΕΒ
Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σε μια συζήτηση με τον πρόεδρο του ΣΜΕ Κώστα Γιαζιτζόγλου περιέγραψε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η Ευρώπη, υποστηρίζοντας ότι η ήπειρος αποδυνάμωσε συνειδητά τη βιομηχανική της βάση θεωρώντας ότι μπορεί να μετατραπεί σε οικονομία υπηρεσιών και να εισάγει όσα χρειάζεται από τρίτες χώρες.
Όπως σημείωσε, η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή απέδειξαν πόσο ευάλωτο είναι αυτό το μοντέλο, ενώ παράλληλα η Ευρώπη συνεχίζει να λειτουργεί με ενεργειακό κόστος πολλαπλάσιο εκείνου που αντιμετωπίζουν οι βιομηχανίες στις ΗΠΑ και την Κίνα.
«Πολιτικές αποφάσεις» χαρακτήρισε ο κ. Θεοδωρόπουλος μεγάλο μέρος των αιτιών που οδηγούν σε άνοδο του ενεργειακού κόστους που επιβαρύνει τη βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να εφαρμόσει ενιαίους κανόνες σε αγορές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές υποδομές.
Κατά τον ίδιο, η συζήτηση δεν πρέπει πλέον να περιορίζεται στην ανταγωνιστικότητα αλλά να επικεντρωθεί στην παραγωγικότητα, καθώς η Ευρώπη αδυνατεί να προσελκύσει επενδύσεις με τον ίδιο ρυθμό που το πράττουν οι άλλες μεγάλες οικονομίες.
Το χωροταξικό
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε και στο νέο χωροταξικό πλαίσιο για τη βιομηχανία και τις εξορύξεις, σημειώνοντας ότι έπειτα από περισσότερα από δύο χρόνια διαβουλεύσεων με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαμορφώνεται ένα πιο λειτουργικό πλαίσιο, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες, κυρίως σε ό,τι αφορά τις εξορυκτικές δραστηριότητες στις περιοχές Natura.
Για τον πρόεδρο του ΣΕΒ, η ενέργεια και το χωροταξικό αποτελούν δύο από τα βασικότερα εργαλεία για τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Το τρίτο, όπως υπογράμμισε, είναι η ίδια η κοινωνική αποδοχή της βιομηχανίας.
«Πρέπει να πείσουμε ότι δεν είμαστε βλαβεροί κώνωπες», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας την ανησυχία του επιχειρηματικού κόσμου ότι η συμβολή της βιομηχανίας στην οικονομία εξακολουθεί να υποτιμάται. Όπως τόνισε, η μεταποίηση δημιουργεί υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, χωρίς όμως να έχει καταφέρει να διαμορφώσει την ίδια θετική εικόνα στην κοινωνία που έχουν άλλοι κλάδοι της οικονομίας.
Ο ΣΜΕ
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος του ΣΜΕ, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, ο οποίος μίλησε για μια ιστορική συγκυρία που επαναφέρει τις ορυκτές πρώτες ύλες στο επίκεντρο της οικονομικής και γεωπολιτικής στρατηγικής της Ευρώπης.
Όπως ανέφερε, οι αναταράξεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες κατέδειξαν ότι η εξάρτηση από τρίτες χώρες σε στρατηγικούς τομείς δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή. Παρά το γεγονός ότι οι κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν πλέον αναγνωριστεί ως στρατηγικός τομέας από τις Βρυξέλλες, τα εμπόδια που οδήγησαν στη συρρίκνωση της εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ευρώπη δεν έχουν ακόμη εξαλειφθεί.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μια μοναδική ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών. ‘Αλλωστε, η επένδυση της Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της, ενώ η METLEN προχωρά στην παραγωγή γαλλίου. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΜΕ, μέχρι το τέλος του 2026 η Ελλάδα αναμένεται να παράγει δύο ακόμη κρίσιμες πρώτες ύλες, τον χαλκό και το γάλλιο, ενισχύοντας ουσιαστικά την ευρωπαϊκή στρατηγική απεξάρτησης από τρίτες χώρες.
Παράλληλα, κάλεσε την Πολιτεία να προχωρήσει ταχύτερα στις θεσμικές παρεμβάσεις που αφορούν τον κλάδο, δίνοντας έμφαση στην αναθεώρηση του μεταλλευτικού πλαισίου, στη θέσπιση σαφών χωροταξικών κανόνων και στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής πολιτικής για τις ορυκτές πρώτες ύλες.
Η κυβέρνηση
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, εμφανίστηκε αποφασισμένος να στηρίξει την περαιτέρω ανάπτυξη της μεταλλευτικής και εξορυκτικής δραστηριότητας. Αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία του κλάδου για την ευρωπαϊκή αυτονομία σε κρίσιμες πρώτες ύλες και προανήγγειλε πρωτοβουλίες για την απλοποίηση του μεταλλευτικού κώδικα και την επιτάχυνση των αδειοδοτικών διαδικασιών.
Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει μακρά μεταλλευτική παράδοση και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες, ενώ χαρακτήρισε «τεράστιες» τις προοπτικές του κλάδου. Παράλληλα, έθεσε ως προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξή του την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης με τις τοπικές κοινωνίες και την τήρηση υψηλών περιβαλλοντικών προτύπων.
Το Critical Raw Materials Act
Υπενθυμίζεται ότι η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το Critical Raw Materials Act, η ΕΕ εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωευρωπαϊκές αγορές για κρίσιμες πρώτες ύλες. Χαρακτηριστικά, το σύνολο σχεδόν των σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μόνιμων μαγνητών υφίσταται επεξεργασία στην Κίνα, ενώ η κινεζική αγορά διατηρεί δεσπόζουσα θέση και σε άλλα στρατηγικά μέταλλα.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή μετάβαση και η ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά τη ζήτηση για μέταλλα όπως ο χαλκός, το λίθιο, το νικέλιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας για κρίσιμα ορυκτά θα πολλαπλασιαστούν έως το 2040, καθιστώντας την πρόσβαση σε αυτά ζήτημα οικονομικής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισχύος