Πόση μνήμη αντέχεται; Πόση λήθη χρειάζεται;

Διαβάζεται σε 8'
Πόση μνήμη αντέχεται; Πόση λήθη χρειάζεται;
Από το μουσείο στο Δίστομο Εurokinissi

Μαρτυρικά χωριά: Καλάβρυτα, Δίστομο, Κάντανος, Κοντομαρί και τόσα άλλα… Πόση μνήμη αντέχεται εδώ; Πόση λήθη χρειάζεται;

Ο Θεμιστοκλής, διάσημος για τις μνημονικές του ικανότητες, παραπονιόταν: «Συγκρατώ αυτά που δεν επιθυμώ, και δεν μπορώ να ξεχάσω αυτά που θέλω να ξεχάσω». Όντως, η ανθρώπινη μνήμη δεν υπακούει στη βούλησή μας.

Ο Θεμιστοκλής λέει ουσιαστικά ότι θυμάται ακουσίως πράγματα —προσβολές, αποτυχίες, δυσάρεστα γεγονότα—, αδυνατώντας να τα διαγράψει. Η μνήμη τον βαραίνει. Γι’ αυτό λοιπόν και η λήθη, όχι μόνο η μνήμη, είναι κι αυτή ικανότητα. Συνήθως θαυμάζουμε την ικανότητα να θυμάται κανείς. Εξίσου πολύτιμη όμως είναι και η ικανότητα να ξεχνά. Μια μνήμη χωρίς λήθη παγιδεύει τον άνθρωπο. Ο Θεμιστοκλής δεν εννοούσε ότι η μνήμη του ήταν «χαλασμένη». Εννοούσε ότι η τέλεια μνήμη δεν είναι αναγκαστικά ευλογία — γιατί ο άνθρωπος συχνά χρειάζεται όχι μόνο να θυμάται, αλλά και να ξεχνά, κυρίως όταν επίμονα, συναισθηματικά φορτισμένα γεγονότα τον στοιχειώνουν.

Η βία του παρελθόντος, οι πόλεμοι και οι καταστροφές είναι κατεξοχήν τέτοια. Η μνήμη μιας μαζικής σφαγής, του ολοκαυτώματος ενός τόπου δεν είναι απλή ανάμνηση· είναι βάρος αβάσταχτο. Όταν κάνω λόγο για μνήμη που «αντέχεται», το ρήμα υποδηλώνει κάτι που πιέζει, που μπορεί να γίνει αφόρητο. Λέμε συχνά ότι η μνήμη συγκροτεί κοινότητα. Συνέχει ανθρώπους με δεσμούς αλληλεγγύης. Όμως, πόσες και πόσες κοινότητες δεν γίνονται βάρη για τα μέλη τους; Η μνήμη —ατομική ή συλλογική— δεν είναι κατ’ ανάγκην λυτρωτική. Μπορεί να τραυματίζει, να παραλύει, να καθηλώνει στο παρελθόν.

Ο τίτλος είναι λοιπόν ερώτημα ορίων: πόση ιστορική μνήμη μπορεί να σηκώσει μια κοινωνία χωρίς να εγκλωβιστεί στην ενοχή, τη μνησικακία ή την αέναη θυματοποίηση; Πόση προσωπική μνήμη μπορεί να αντέξει ένα άτομο χωρίς να συνθλιβεί από τα τραύματα, τις απώλειες, τις ευθύνες; Η μνήμη, όταν γίνεται απόλυτη, παύει να είναι γνώση και γίνεται βάσανο.

Ταυτόχρονα, ο προβληματισμός «πόση λήθη χρειάζεται;» παρουσιάζει τη λήθη ως αναγκαιότητα. Όχι ως προδοσία. Το ρήμα «χρειάζεται» της αφαιρεί το ηθικό στίγμα της φυγής ή της συγκάλυψης. Χωρίς κάποια μορφή λήθης δεν υπάρχει συνέχεια, ούτε ζωή, ούτε μέλλον. Πόση αποσιώπηση, πόση αποφόρτιση, πόση απόσταση από το παρελθόν είναι απαραίτητη για να μπορέσει κανείς να δράσει στο παρόν; Η αντίστροφα, πότε η μνήμη υπηρετεί τη δικαιοσύνη και πότε τη νεύρωση; Πότε η λήθη ως συνθήκη επιβίωσης θεραπεύει και πότε ως άρνηση της αλήθειας, συγκαλύπτει;

Υπάρχει ένταση ανάμεσα στα δύο. Διαρκής αναμέτρηση: γι’ αυτό τα ερωτήματα απαντώνται ως ένα. Όχι χωριστά. Συνθέτουν ένα ηθικό και υπαρξιακό πρόβλημα. Τη στιγμή που χωρίς μνήμη, χάνεται η ευθύνη, η ιστορία, η ταυτότητα, χωρίς λήθη χάνεται η δυνατότητα της συμφιλίωσης, της κίνησης προς το μέλλον. Πρέπει λοιπόν να ζούμε χωρίς να προδίδουμε το παρελθόν, αλλά και χωρίς να εγκλωβιστούμε και να συντριβούμε από αυτό.

Η μνήμη είναι επιλεκτική. Και η λήθη επίσης

Πρόκειται λοιπόν για ένα κατεξοχήν ερώτημα μέτρου στη διαχείριση της ιστορίας. Η μνήμη ενός εγκλήματος που η κοινότητά μας υπέστη είναι αναγκαία. Η μνήμη ενός εγκλήματος που η κοινότητά μας διέπραξε είναι περισσότερο αναγκαία. Η συνδυαστική μνήμη του πρώτου με τη λήθη του δευτέρου αποτελεί το πιο γνώριμο σύμπτωμα του τυφλού εθνικισμού. Η Ελλάδα δυστυχώς πάσχει από αυτό.

Μνημειοποιούμε τα εγκλήματα που υπεστήκαμε και απωθούμε τα δικά μας. Τα αγνοούμε, τα αποσιωπούμε, τα ωραιοποιούμε ή τα δικαιολογούμε.
Υπάρχουν κοινότητες που αναγνωρίζουν κάποια εγκλήματα που διεπράχθησαν από εκείνες, άλλα όμως τα υποβαθμίζουν και τα καταφρονούν. Αυτό συνέβη κατεξοχήν στη μεταπολεμική Γερμανία: ενώ το Ολοκαύτωμα των Εβραίων αποτέλεσε διαρκή εστία αυτοενοχοποίησης, τα ναζιστικά εγκλήματα στα Βαλκάνια (έναντι άλλων) ουσιαστικά δεν διδάσκονται. Αν οι Γερμανοί γνώριζαν το μισό απ’ όσο ξέρουν για την εβραϊκή γενοκτονία, για τα αίσχη που κάνανε στην Ελλάδα επί Κατοχής, μάλλον θα ήταν ηπιότεροι στον τρόπο που ασπάστηκαν τα καταφρονητικά στερεότυπα εναντίον των Ελλήνων στην περίοδο της κρίσης (2009-2019).

Η άνιση μνήμη είναι άδικη μνήμη. Όμως, από την άλλη, ολική μνήμη δεν μπορούμε να έχουμε. Πάντα κάποια ξεχνάμε. Το ερώτημα λοιπόν είναι με ποια κριτήρια ξεχνάμε, ποιος αποφασίζει τι θυμόμαστε και τι ξεχνάμε και πότε η μνήμη παύει να παράγει δικαιοσύνη και αρχίζει να αναπαράγει καταναγκασμούς εντός της κοινότητας και κυρίως σε βάρος τρίτων.
Από την άλλη, θα επιμείνω στο αρχικό μου σημείο: όταν η μνήμη γίνεται εμμονή, παύει να είναι εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε άλλοθι πνευματικής ακινησίας μιας κοινότητας που βιώνει διαρκώς την απόλυτη απειλή σε καθεστώς ηθικής παράλυσης. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς επιλεκτική λήθη: αμνηστίες, μεταβατικές συμφωνίες, «κλεισίματα» ιστορικών κύκλων. Η λήθη εδώ δεν είναι άρνηση του εγκλήματος, αλλά συνθήκη συνύπαρξης. Ας σκεφτούμε να μη συνέβαινε κάτι τέτοιο στη Μεταπολίτευση ή μετά τον Εμφύλιο…

Η μνήμη του τραύματος δεν είναι απλή αφήγηση ή καταγραφή. Είναι ηθική ευθύνη. Το υποκείμενο δεν θυμάται — ξαναζεί. Και τότε προκύπτει ένα σημείο πέραν του οποίου η μνήμη δεν φωτίζει με τη λάμψη της, αλλά κατακλύζει και θολώνει. Γι’ αυτό και η ψυχική αντοχή δεν μετριέται με το πόσα θυμάται κανείς, αλλά με το αν μπορεί να επεξεργαστεί αυτό που θυμάται με τη διαρκή δυνατότητα ταύτισης και αποστασιοποίησης μαζί, σύνδεσης και αποσύνδεσης, που είναι απαραίτητη για να υπάρξει ζωή. Αν όλα είναι παρόντα στο ψυχικό πεδίο, τότε τίποτα δεν είναι βιώσιμο. Η λήθη είναι χώρος αναπνοής. Η ανθρώπινη και πολιτική ωριμότητα δεν κρίνεται από το αν θυμόμαστε ή ξεχνάμε, αλλά από το πώς, πότε και γιατί.

Η μνήμη είναι δίκοπη

Εν κατακλείδι, η μνήμη είναι δίκοπη. Κι αυτό το βλέπουμε κατεξοχήν σήμερα στις κοινωνίες που στο όνομά της μνήμης τους εγκληματούν. Η μνήμη του ναζιστικού Ολοκαυτώματος μπορεί να λειτουργήσει με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να λειτουργήσει ως ενοχή και ηθικός φραγμός για τον θύτη, για το θύμα και για όλους. Αυτή ήταν ελπίδα του Never again μετά τον Β΄ Παγκόσμιο.

Μπορούμε να καταλάβουμε πλήρως γιατί η μνήμη περιβάλλεται με τόσο κύρος στα μάτια όλων των εχθρών του ολοκληρωτισμού: γιατί κάθε πράξη ανάμνησης, ακόμη και η πιο ταπεινή, ταυτίστηκε με την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό. Η διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος έχει καθολικό, οικουμενικό νόημα: όχι μόνο «να μη συμβεί ξανά στους Εβραίους», αλλά «να μη συμβεί ξανά σε κανέναν». Όχι μόνο στους Κρητικούς, τους Καλαβρυτινούς, αλλά σε κανέναν. Σε αυτή την ανάγνωση, η μνήμη λειτουργεί ως ενίσχυση της ευαισθησίας απέναντι σε διώξεις, απανθρωποποίηση και μαζική βία — ανεξάρτητα από το ποιος είναι θύμα ή δράστης. Αυτή είναι η οικουμενική, ανθρωπιστική ανάγνωση της μεταπολεμικής μνήμης. Αυτή η ανάγνωση δυστυχώς σήμερα, 81 χρόνια μετά, ξεθωριάζει επικίνδυνα.

Στη θέση της αναδύεται μια εγκληματική ανάγνωση της μνήμης. Η αντίληψή της ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας, αντοχής, ασφάλειας και επιβίωσης. Στο Ισραήλ —και σε μείζονα τμήματα της πολιτικής του κουλτούρας— η μνήμη του Ολοκαυτώματος συνδέθηκε με το επιχείρημα ότι οι Εβραίοι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά σε διεθνείς εγγυήσεις ασφάλειας. Από αυτή τη σκοπιά, η ιστορική εμπειρία της εξόντωσης χρησιμοποιείται για να τονίσει την ανάγκη αυτοάμυνας ενός «εκλεκτού λαού» και κρατικής ισχύος. Το κάποτε κατεξοχήν θύμα έγινε σήμερα ο κατεξοχήν θύτης, διατηρώντας και χρησιμοποιώντας την αυτοεικόνα του θύματος.

Κάπως έτσι, αντί η μνήμη να λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των ηθικών φραγμών, στην απανθρωποποίηση καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο: σε εργαλείο άμβλυνσης και σχετικοποίησής τους. Με τον τρόπο αυτό, η συλλογική τραυματική μνήμη όταν συνδέεται τόσο δομικά με τη συνέχεια ενός κράτους, καταλήγει να λειτουργεί ως πλαίσιο ηθικής εξαίρεσης. Η κοινωνία που αντιλαμβάνεται διαρκώς τον εαυτό της υπό το πρίσμα μιας υπαρξιακής απειλής, μετακινεί συνεχώς τα όρια του πολιτικά ή ηθικά αποδεκτού.

Οι καιροί σήμερα μάς καλούν να εκθειάσουμε τη μνήμη. Ορθώς το κάνουμε γιατί η σημερινή κοινωνία μας θέλει να ξεχνάμε και να καταναλώνουμε πληροφορίες σε fast truck  διαδικασίες. Όμως, πάρα ταύτα, και για όλους τους παραπάνω λόγους, θεωρώ ζωτικότερο να θέτουμε εαυτούς ενώπιον των υπαρξιακών ευθυνών που έχουμε απέναντί της.

Τον τελευταίο χρόνο είχα την τιμητική ευκαιρία να προσκληθώ ως ομιλητής σε εκδηλώσεις μνήμης των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα: στο Δίστομο, τα Καλάβρυτα, την Κάντανο και το Κοντομαρί Χανίων. Το κείμενο αυτό αποτελεί συμπύκνωση των βασικών μου σκέψεων για τους μαρτυρικούς αυτούς τόπους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα