ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ: “ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΩ ΚΑΤΙ ΟΜΟΡΦΟ”
Επιστροφή σε δύο νυχτερινές εξομολογήσεις του μεγάλου εκλιπόντα που έπαθε το πρώτο σοκ με το rock ’n’ roll όταν ήταν μωρό και τελικά άφησε πίσω του μια ανεκτίμητη πολιτιστική παρακαταθήκη.
Μπορεί να ακουστεί περίεργο, αλλά η ένταση της θλίψης εξαιτίας του θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη στις 6 Ιουνίου 2016, τρεις μήνες πριν τα πεντηκοστά του γενέθλια, για ένα διόλου ευκαταφρόνητο κύκλο ανθρώπων στην Ελλάδα ήταν εφάμιλλη αυτής που κατέκλυσε τον κόσμο όλο μετά τον θάνατο του David Bowie στις αρχές εκείνης της χρονιάς – οπότε και όλα άρχισαν να πηγαίνουν κατά διαόλου στον πλανήτη.
Πόσο δε μάλλον για όσους όχι μόνο αγάπησαν τις ταινίες μυθοπλασίας (με τελευταία και ίσως καλύτερη τους «Αισθηματίες») και τα ντοκιμαντέρ (με πιο δημοφιλή τα υπέροχα τηλεοπτικά «Στέκια – Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού» και τελευταίο και πιο φορτισμένο, δεδομένου ότι δεν πρόλαβε ο ίδιος να το δει στις αίθουσες, το «90 Χρόνια ΠΑΟΚ: Νοσταλγώντας το Μέλλον») που γύρισε, όχι μόνο όσους πέρασαν δεκάδες φορές το κατώφλι του Gagarin 205 για να δουν επί σκηνής συγκροτήματα που σε μεγάλο βαθμό, αν δεν είχε τη «λόξα» να τα φέρει στην Αθήνα ο μακαρίτης, δεν θα τα έβλεπαν ποτέ, αλλά και για όσους είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν «πίσω από τις κάμερες» και να μιλήσουν μαζί του για μουσική, σινεμά, πολιτική και μπάλα.
Για το τελευταίο ζήτημα -δηλαδή για τον ΠΑΟΚ- επέμενε να μου μιλάει ξανά και ξανά, αν και ήξερε -δηλαδή του το είχα πει- ότι δεν σκάμπαζα πολλά. Ο Νίκος, όμως, μερικές φορές και για συγκεκριμένα ζητήματα δεν έπαιρνε από λόγια, όντας απολύτως συνεπής -σχεδόν μονολιθικός- απέναντι στα πάθη και τις εμμονές του, δηλαδή στην, τόσο κατακλυσμιαία που μερικές φορές κόντεψε να «πνίξει» και τον ίδιο, ροή της αλήθειας του.
Ανάμεσα στις πολλές συναντήσεις μας -σύντομες στο φουαγιέ του Gagarin πριν και μετά τις συναυλίες, μεγαλύτερης διάρκειας σε κάποιες «οινοπνευματικές κιβωτούς», όπως είχε χαρακτηρίσει το αγαπημένο του Au Revoir ο Περικλής Κοροβέσης στο πρώτο από τα «Στέκια»- υπήρξαν και δύο που έγιναν με σκοπό να ηχογραφηθούν: αφενός στο σπίτι του στην Κυψέλη τον Μάιο του 2009 χωρίς συγκεκριμένη αφορμή (ο Νίκος, άλλωστε, ανά πάσα στιγμή ήταν από μόνος του η αφορμή), αφετέρου στο 205 της Λιοσίων τον Δεκέμβριο του 2014, λίγο μετά την έξοδο των «Αισθηματιών» του στους κινηματογράφους και λίγο πριν την έναρξη της δεύτερης σεζόν των «Στεκιών» του στην ΕΡΤ. Στη μνήμη του και με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από τον θάνατό του το NEWS 24/7 δημοσιεύει το ζουμί των λεγόμενών του.
Επιστρέφοντας σε αυτές τις συνομιλίες καταρχήν μου κάνει εντύπωση και πάλι η συνέπεια των λόγων του. Είναι αρκετά τα 5 χρόνια, θα μου πεις, για να αλλάξει κάποιος ακόμη και εν μέρει, καλώς ή κακώς, τροπάρι; Μα δεν είναι;
Πάνω απ’ όλα όμως θλίβομαι ξανά γιατί συνειδητοποιώ, ίσως για πρώτη φορά, πόσο λίγα –αν και αχαλίνωτα δημιουργικά- υπήρξαν τα 49 δικά του.
ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ «ΡΟΚ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ»
Υπάρχουν διαφόρων ειδών ραγιάδες και ο χειρότερος είναι ο ραγιάς που λέει: «Αν ήμουν στη Νέα Υόρκη θα έκανα καριέρα». Οπότε δεν μετανιώνω που γύρισα από το Λονδίνο. Όχι, αυτές είναι μαλακίες. Μαλάκας, και μάλιστα πολύ, νιώθω για κάποιες λάθος επιλογές που έκανα στη ζωή μου. Είμαι 42 χρονών και το καταλαβαίνω. Κατ’ αρχήν, αν ήξερα ό,τι ξέρω, ίσως να μην έκανα συναυλίες. Κατά δεύτερον και πολύ σημαντικό θα προάσπιζα τις ταινίες μου από το κύκλωμα των αρουραίων του ελληνικού κινηματογραφικού συστήματος. Γιατί δεν το έκανα; Ήταν απλά λάθος μου. Δεν ήμουν καλός σε αυτό.
Στον κινηματογράφο πιτσιρικάς θαύμαζα τότε τον Σκορσέζε πριν απορροφηθεί από το σύστημα. Αγαπούσα επίσης τον Φριτς Λανγκ. Τον Γκοντάρ πάντα τον αγαπάω, ακόμη κι αν χέζει. Δεν έχω μέντορες ή δάσκαλους, αλλά ο Γκοντάρ είναι ένας άνθρωπος που ακόμη και αν παίξει το πουλί του κάτι μου δημιουργεί. Το rock ’n’ roll είναι άλλη ιστορία. Αν το δούμε εκ των υστέρων, ουσιαστικά είμαι ένα παιδί του art rock των 80s -Tuxedomoon και τέτοια- και του garage rock.
Μια ταινία του Γκουσγκούνη είναι πιο αληθινή από μια ταινία των Ρέππα-Παπαθανασίου. Ο Γκουσγκούνης δε λέει ψέματα. Οι άλλοι πιστεύουν ότι είναι καλλιτέχνες. Ο Γκουσγκούνης είναι ένα αυθεντικό δείγμα μιας συγκεκριμένης υποκατηγορίας του ελληνικού σινεμά που μόνο της σκοπό είχε την τέρψη και την απόλαυση. Το είχα πει πριν πολλά χρόνια ότι αυτοί θα καταστρέψουν το ελληνικό σινεμά. Τα κατάφεραν. Αυτοί μαζί με τους ομοίους τους, διάφορα τομάρια, οδήγησαν το ελληνικό σινεμά στα multiplex. Ένα τηλεοπτικό προϊόν στη μεγάλη οθόνη.
Φυσικά και υπήρχαν πάντα οι εμπορικές ταινίες, έχεις απόλυτο δίκιο. Αλλά κάποτε το εμπορικό σινεμά είχε ένα ρομαντισμό ονείρου. Ακόμη κι ένας άθλιος παραγωγός μπορούσε να καψουρευτεί μία πιτσιρίκα και να της κάνει ένα αριστούργημα.
Το να ζεις στον μικρόκοσμο μιας ταινίας ή μιας σειράς είναι και μια άμυνα για να μη ζεις στην κανονική ζωή αν δεν την αντέχεις. Εγώ πάντως δεν την αντέχω.
Καθόλου περίεργο δεν μου φαινόταν μεγαλώνοντας το ότι «είμαι ο γιος του Χάρρυ Κλυνν». Όχι, καθόλου, γιατί πάντα τον γούσταρα τον Χάρρυ. Με πείραξε μόνο μία φορά. Όταν πήρα ένα βραβείο για μια ταινία μου και βγήκε ο Βασίλης Βασιλικός λιώμα και είπε: «Το βραβείο αυτό το παίρνει ο γιος του κολλητού μου του Χάρρυ Κλυνν».
Έχουμε διαφωνήσει με τον πατέρα μου για τις ταινίες μου. Μπορεί να είχε και δίκιο. Αλλά το άδικο, όταν το νιώθεις, καμιά φορά βγάζει άλλους τρόπους έντασης.
Οι θεατές θα ήθελα να δουν τους «Αισθηματίες» ως μια αυθύπαρκτη οντότητα, ως κάτι μακριά από μένα. Άλλωστε δεν είναι δικιά μου πια, έχει αυτονομηθεί. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο.
Μετά τον Screamin’ Jay Hawkins (σ.σ. το ντοκιμαντέρ Screamin’ Jay Hawkins: I Put a Spell on Me – 2001) είχα πολλές προτάσεις από Αμερική για να ξανακάνω κάτι αντίστοιχο. Αλλά δεν ήθελα. Δηλαδή τι; Να γίνω πρετ α πορτέ; Να γίνω ο «ροκ σκηνοθέτης»; Εξάλλου όσοι άλλοι θα ήθελα να τους κάνω ταινία, είναι όλοι νεκροί.
Προσπαθώ όσο μπορώ από τις ταινίες μου να αποκλείω τον χειρότερο μου εαυτό. Όπως λέει και ο Μπάρτον Φινκ: «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι όμορφο».
Το σκοτάδι δεν είναι πάντα σκοτεινό, αυτό προσπάθησα να δείξω με τις ταινίες μου. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Ακόμη και αν βρεθείς σε δημόσια ουρητήρια με τη μούρη μες στα σκατά, μπορεί να βρεις κάτι όμορφο.
Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (ΚΑΙ) ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ «ΣΤΕΚΙΑ»
Ο διχασμός της Αθήνας έχει ενδιαφέρον. Μας οδηγεί σε αυτή την παράνοια, τη σχιζοφρένεια που βιώνουμε κάθε μέρα. Είναι μια μητρόπολη χωρίς μητροπολιτική συνείδηση. Έκπληκτος με όλο αυτό δεν μπορώ να είμαι, περιμένω πάντα το χειρότερο. Οπότε αν κάτι μου προκαλεί απορία, ή μάλλον με προκαλεί να το σκεφτώ, είναι αν έχει τιναχτεί εντελώς στον αέρα η βάση του οικοδομήματος. Ως πράκτορας του χάους θεωρώ ότι όλα αυτά κάπου καλά θα μας βγάλουν, έστω για τις γυναίκες και τα παιδιά. Πώς λένε οι καπετάνιοι όταν βυθίζεται το πλοίο; Πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά να σωθούν. Όλοι οι άλλοι δικαίως πρέπει να πληρώσουν για τα κρίματά τους.
Αν υπάρχει ένας ηθικός κώδικας στα Στέκια είναι έξω από το mainstream, έξω από την κακοποίηση του εμπορίου.
Περισσότερο με ενδιαφέρει να ανοίξει την τηλεόραση μια φίλη της μαμάς μου, να κολλήσει και να πει: «Κάτι λέει αυτό, καλό είναι». Ή ένας πιτσιρικάς που θα δει για τη Φωκίωνος και θα πει: «Αυτοί κάτι κάνανε τότε». Αυτό με ενδιαφέρει πιο πολύ: ο ανυποψίαστος θεατής, ο αθώος, αυτός που δεν είναι μυημένος. Εννοείται ότι υπάρχουν κώδικες, παρασυνθήματα, και «συνωμοσίες» για τους μυημένους. Αλλά δεν είναι αυτός ο γνώμονας.
Θα μου άρεσε αυτή η δουλειά να μείνει ανεξάρτητα από μένα, χωρίς να έχει καμία σημασία αν την έχω υπογράψει εγώ ή όχι. Θα μου άρεσε πάρα πολύ μετά από 20 χρόνια να αναφέρονται στα Στέκια οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι.
Είμαι αρκετά τυχερός γιατί στα Στέκια μπόρεσα να συνδυάσω δύο διακριτές μου ιδιότητες: του κοινωνιολόγου και του σκηνοθέτη. Οπότε μέσω της επιτόπιας παρατήρησης και της κοινωνικής ανθρωπολογίας μπόρεσα και έκανα κάποιες αγαπημένες και καλές, θεωρώ, ταινίες τεκμηρίωσης. Δεν είναι όμως η νοσταλγία που μας καθοδηγεί. Έχει να κάνει πιο πολύ με τα πράγματα που μας ενώνουν, έστω και ασυνείδητα, παρά με αυτά που μας χωρίζουν πλέον.
Αναπόφευκτα γίνονται συγκρίσεις με το παρελθόν. Αλλά δεν θα είμαι ποτέ εγώ αυτός που θα πει ότι τότε ήταν καλύτερα. Τότε απλώς ήταν διαφορετικά.
Πάντα θα έχει ενδιαφέρον η αθηναϊκή νύχτα.
GAGARIN 205: ΕΝΑ ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
Όσοι με θεωρούν τρελό επειδή κάνω τις συναυλίες που κάνω στο Gagarin είναι ως επί το πλείστον γιάπηδες που θέλουν να δημιουργούν περιουσίες μέσα από τη δραστηριότητά τους. Εμένα μου αρκεί να ζω καλά. Το ζητούμενό μου είναι να ζούμε αξιοπρεπώς εγώ και οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Τόσο απλά. Να βγάζουμε όλοι όσοι τρέχουμε για το Gagarin ένα αξιοπρεπές νυχτοκάματο.
Είμαι ένας κακός επιχειρηματίας. Όλοι το λένε αυτό. Ακόμη και με τις ταινίες μου, πόσο μάλλον με το Gagarin υπήρξα ένας κακός επιχειρηματίας. Αλλά υπήρξα ένας καλός καλλιτεχνικός διευθυντής. Όλο αυτό δημιουργεί μια σύγχυση, ένα μπλέξιμο. Αλλά δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Όπως έλεγε ο Γουόλτερ Κρόνκαϊτ στις ειδήσεις: “That’s the way it is”.
Eιδικά σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητες εκτός Gagarin, τα ανοίγματα που κάναμε, όπως το G Fest, ήταν άνευ ουσίας, εντελώς μάταια. Διότι εμείς είμαστε alternative στα αλήθεια. Όχι γιατί δε μπορέσαμε να κάνουμε κάτι άλλο. Που σημαίνει ότι δε δουλεύουμε πάντα με τον πιο σωστό τρόπο.
Η ύπαρξη του Gagarin είναι για μένα ζήτημα ηθικής τάξης. Αυτός ο χώρος είναι ένα άσυλο, κατά κάποιο τρόπο, ανιάτων, στο σύγχρονο αθηναϊκό πολιτισμό.
Εγώ δεν κρατάω κανένα αρχείο για το Gagarin. Κρατάνε οι άλλοι γύρω μου. Αυτή είναι δουλειά των νεότερων. Το μόνο που θα ήθελα είναι να εξαφανιστώ κι εγώ μαζί του, να ‘μαι κι εγώ απών αν ποτέ γυρίσει κάποιος ένα «Στέκι» για το Gagarin.
Το θεωρώ πάντως μια νίκη, αν θες, προσωπική το ότι αυτός ο χώρος είναι ανοιχτός στους καιρούς της κρίσης.
Ο δεσμός μου με το Gagarin είναι ισόβιος, θέλοντας και μη. Ακόμη κι αν φύγω δηλαδή εγώ κάποια στιγμή ή κλείσει ή αλλάξει χέρια. Άλλωστε δεν θα μπορώ υπερήλικας να κάνω stage diving.
ΙΔΙΑ ΑΚΟΡΝΤΑ, ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΖΩΗ
Το rock ’n’ roll προσφέρεται για φαντασιώσεις και ως επί το πλείστον για πολιτισμικές φαντασιώσεις. Οι άνθρωποι του σιναφιού πιστεύουν ότι είναι κάπως σαν προστατευόμενο είδος, όπως ας πούμε το Νέο Ελληνικό Σινεμά. Δεν είναι έτσι. Ο χώρος μας πραγματικά έχει να κάνει με μια άγρια, σαδομαζό, αβυσσαλέα πλευρά της πολιτικής οικονομίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο εμπόριο παπουτσιών ή παγωτών. Οι παγωτοβιομηχανίες δεν κονταροχτυπιούνται; Το ότι εμείς καταπιανόμαστε με ένα πολιτιστικό αγαθό, δε σημαίνει τίποτα. Μόνο στην Ελλάδα νομίζουμε ότι σημαίνει κάτι. Γιατί έχουμε ακόμη ένα ρομαντισμό που έχει να κάνει με την «απαγόρευση» του rock ’n’ roll που ίσχυε επί χούντας, και με την επακόλουθη χρονοκαθυστέρηση των τάσεων που έφταναν εδώ.
Παραδόξως ήμουν ακόμη βρέφος όταν έπαθα το πρώτο σοκ με το rock ’n’ roll. Η μητέρα μου για να με νανουρίσει μου έβαζε Supremes, Τομ Τζόουνς και άλλα τέτοια σε 78άρες πλάκες. Αυτή φταίει για όλα. Δηλαδή γι’ αυτή την ευεργεσία. Γιατί αν δεν είχα το rock ’n’ roll θα είχα πεθάνει. Από την άλλη, ακριβώς επειδή κόλλησα με το rock ’n’ roll κόντεψα να πεθάνω.
Με τη μητέρα μου πάντα οι σχέσεις μας ήταν πολύ καλές. Με τον πατέρα μου είχα μια άθλια σχέση ως έφηβος και μια υπέροχη σχέση ως ενήλικος. Γιατί ο πατέρας μου ήταν και είναι (σ.σ. ο Χάρρυ Κλυνν πέθανε στις 21/5/2018) ισχυρή προσωπικότητα. Κι εγώ το ίδιο.
Βγάζουμε όλοι μας προβλήματα διότι έχουν καλλιεργηθεί οι αισθήσεις μας ακούγοντας 3 ακόρντα σε 150 χιλιάδες διαφορετικές εκδοχές. Επίσης το rock ’n’ roll μας έχει μάθει να είμαστε διαφορετικοί – υποτίθεται. Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι ειδικά στον καπιταλισμό η διαφορετικότητα είναι πρόβλημα. Οπότε ή πρέπει να βρούμε τις διεξόδους μας ή να τρελαθούμε.
Όταν λέω ότι το rock ’n’ roll υποτίθεται ότι μας κάνει διαφορετικούς, νομίζω ότι εννοώ αυτή τη στράτευση: Εσύ εργάζεσαι και σε γαμάει κάποιος. Κι εγώ αναπόφευκτα γαμάω κάποιους που δουλεύουν για μένα. Το θέμα είναι να μη γαμάμε ο ένας τον άλλο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται λόγω της πολιτικής οικονομίας.
Δεν ξέρω κατά πόσο μου δίνει τροφή το rock ’n’ roll πλέον. Ας πούμε ότι τρώω από το λίπος μου.
Είμαι ένας άνθρωπος που πραγματικά δεν έχει προσδοκίες για το μέλλον. Καμία. Ίσως αυτό να έχει να κάνει με το rock ’n’ roll. Όλο αυτό το «ζήσε τώρα, γρήγορα, όσο ακόμη είσαι νέος». Βέβαια γέρασα πια, είμαι σαπιοκοιλιάς, αλλά έχω ακόμη την ίδια νοοτροπία, το ίδιο attitude.
Νοσταλγώ όμως πάντα το μέλλον, πάντα το καινούριο. Άσχετα αν έρχεται από μια μαύρη τρύπα του παρελθόντος.
Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ (ΤΗΣ ΠΟΙΑΣ;)
Αντισυμβατικός εγώ; Από τη στιγμή που είμαι στο γρανάζι των συναλλαγών, είμαι αντισυμβατικός;
Όλοι αυτοί που πάνε στον Ρέμο και περνάνε καλά δεν είναι σκυλάδες, είναι νεόπλουτοι Ελληναράδες. Και τι έγινε αν είναι -ή νομίζουν ότι είναι- πιο ευτυχισμένοι από εμάς;
Δεν πιστεύω στην ευτυχία. Η ελάχιστη αγάπη και ο σεβασμός που παίρνω και δίνω, αυτά με πάνε παραπέρα. Πιστεύω μόνο σε ελάχιστες στιγμές ανταπόδοσης σεβασμού και αγάπης.
Δεν ξέρω μήπως τελικά πιστεύω μόνο στην καταστροφή – ούτε στην ποίηση, ούτε στο σινεμά, ούτε σε τίποτα άλλο. Για την Αριστερά τι να πούμε, έχει τελειώσει ούτως ή άλλως.
Δυστυχώς υπήρξα και κακός ως άνθρωπος. Γιατί υπήρξα αλκοολικός. Απ’ ό,τι μου λένε φαντάζομαι ότι θα ήμουν ανυπόφορος. Ξέρεις ποιο είναι το γαμάτο; Ότι είχα δίκιο! Σε όλους τους τσαμπουκάδες που γίνονταν εκείνη την περίοδο, σε όλες τις ακατάλληλες, ας πούμε, στιγμές, είχα δίκιο, αλλά το διεκδικούσα με τον λάθος τρόπο. Και το έχανα. Πήγα να πεθάνω τρεις φορές απ’ όλα αυτά. Κυριολεκτικά. Η Μαρίνα (σ.σ. Μαρίνα Δανέζη, διακεκριμένη σκηνοθέτιδα και παραγωγός, καθώς και σύντροφός του για πολλά χρόνια) με τράβηξε πίσω.
Υπάρχει ευχή χωρίς κατάρα;
Ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο είναι ο Ίγκι Ποπ. Τι είμαι εγώ; Ένα παλιόσκυλο, ξέρω κι εγώ; Ένα σκυλί που τριγυρνάει γύρω γύρω.
Δεν είμαι αισιόδοξος. Ποτέ δεν ήμουν. Προσδοκίες έχω για τους άλλους. Σε ό,τι αφορά τη δικιά μου φουρνιά, είμαστε σαν τους καουμπόηδες του Πέκινπα. Είναι ώρα νομίζω να φεύγουμε σιγά σιγά από το πλάνο.
Την Κυριακη 7 Ιουνιου στις 19.00 θα προβληθεί στο ΕΡΤ Cosmos το επεισόδιο «Τα στέκια του Νίκου Τριανταφυλλίδη», το τελευταιο επεισοδιο της σειρας «Τα Στέκια – Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού». Ένα ιδιότυπο πορτρέτο αφιερωμένο στον εμπνευστή της σειράς που έφυγε πρόωρα από την ζωή το 2016.