Ανάπτυξη για λίγους: Το 68% των νοικοκυριών δηλώνει οικονομική ασφυξία 

Διαβάζεται σε 9'
Κατοικίες
Κατοικίες ISTOCK

Μέρος των κερδών της ανάπτυξης φαίνεται να συγκεντρώνεται δυσανάλογα στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, διευρύνοντας εκ νέου το χάσμα στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας.

Παρά τη σημαντική βελτίωση που καταγράφεται την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινότητα μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και αυξανόμενες δυσκολίες πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση της μελέτης «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» που παρουσίασε το ΙΟΒΕ, αποτυπώνοντας μια εικόνα με έντονες αντιφάσεις.

Τα βασικά ευρήματα της νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών – ΙΟΒΕ παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση τη Δευτέρα 8/6 ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, ενώ ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου.

Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του κ. Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, της κ. Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της κ. Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έτσι, από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,8% το 2025 από 24,9% το 2015, η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά και ο δείκτης Gini, το βασικό διεθνές μέτρο μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας, μειώθηκε στο 31,6% από 34,2% πριν από μία δεκαετία.

Ισχυρή η αίσθηση της ανισότητας

Από την άλλη πλευρά, η αίσθηση της ανισότητας παραμένει ιδιαίτερα έντονη στην κοινωνία. Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά (68%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους, ποσοστό υπερτριπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται στο 19%. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την εισοδηματική ανισότητα, ενώ το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος των τελευταίων είκοσι ετών.

Νέες γραμμές ανισότητας

Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει ότι μετά την πανδημία αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες γραμμές ανισότητας, με τα οφέλη της οικονομικής ανάκαμψης να μην κατανέμονται ισόρροπα. Όπως έχει συμβεί και σε άλλες χώρες, μέρος των κερδών της ανάπτυξης φαίνεται να συγκεντρώνεται δυσανάλογα στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, διευρύνοντας εκ νέου το χάσμα στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η αντίφαση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι η ανισότητα δεν μπορεί πλέον να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από την κατανομή του εισοδήματος. Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, οι υπηρεσίες υγείας, η μακροχρόνια φροντίδα και κυρίως το αυξανόμενο κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των πολιτών.

Οι νέοι

Ιδιαίτερα ανησυχητική εμφανίζεται η κατάσταση για τους νέους. Οι ηλικίες 16 έως 24 ετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ τα νεότερα νοικοκυριά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάκαμψης. Αντίστοιχα, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι πολύτεκνες οικογένειες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Η στέγαση

Η στέγαση αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διεύρυνσης των ανισοτήτων. Τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος δαπανούν περίπου το 60% των διαθέσιμων πόρων τους για στεγαστικές ανάγκες, ενώ σχεδόν τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας καθυστερούν πληρωμές ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

Την ίδια στιγμή, η ιδιοκατοίκηση στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα ακολουθεί πτωτική πορεία, αυξάνοντας την εξάρτηση από την αγορά ενοικίασης.

Η υγεία

Σημαντικές ανισότητες καταγράφονται και στην υγεία. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά χρόνιων παθήσεων και πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες περίθαλψης. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει από τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταφέροντας σημαντικό μέρος του κόστους απευθείας στα νοικοκυριά.

Μακροχρόνια φροντίδα

Αντίστοιχες προκλήσεις εντοπίζονται και στη μακροχρόνια φροντίδα, όπου οι δημόσιες δαπάνες παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβαρύνοντας κυρίως τις οικογένειες και ειδικότερα τις γυναίκες που αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας ηλικιωμένων και ατόμων με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης.

Συνολικά η μελέτη καταγράφει ότι η Ελλάδα εμφανίζει σήμερα χαμηλότερα επίπεδα ανισότητας σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς ωστόσο να έχει γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους βελτιωμένους μακροοικονομικούς δείκτες και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.

Η ανισότητα, όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, μετριέται πλέον όχι μόνο από το ύψος του εισοδήματος, αλλά και από το ποιος έχει πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη, ποιοτική εκπαίδευση, αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας και πραγματικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης.

Βασικά ευρήματα

Αναλυτικά με βάση τη μελέτη:

  • Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
  • Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
  • Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
  •  Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
  • Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.

Αγορά εργασίας

Η αγορά εργασίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία υποχώρησε σημαντικά και η απασχόληση αυξήθηκε. Ωστόσο, ορισμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα.

Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία (ιδιαίτερα γυναικών και ΑΜΕΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες.

Βασικά ευρήματα

  • Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.
  • Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
  • Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
  • Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.
  • Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.

Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας. Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.

Βασικά ευρήματα

  • Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.
  • Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
  • Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
  • Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.
  • Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Υγεία

Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.

Βασικά ευρήματα

Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.

  • Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
  • Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
  • Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.

Μακροχρόνια φροντίδα

Η μακροχρόνια φροντίδα ορίζεται ως το σύνολο υπηρεσιών και υποστήριξης που απευθύνονται σε άτομα τα οποία, λόγω σωματικής ή/και ψυχικής ευαλωτότητας ή αναπηρίας, εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται συνεχή φροντίδα.

Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.

Βασικά ευρήματα

  • Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
  • Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας.
  • Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας.
  • Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης.

Στέγαση

Η στέγαση αναδεικνύεται ως δυνητική πηγή ανισοτήτων στην Ελλάδα. Η έντονη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους. Παράλληλα, η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.

Βασικά ευρήματα

  • Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
  • Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
  • Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
  • Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.
  • Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα