Αἰδώς, Ἀργεῖοι… Ο βιασμός σήμερα τιμάται 26 λίρες (ενώ η δικαιοσύνη αλλού τυρβάζει)
Διαβάζεται σε 5'
Οι Νίκος Πασσάς και Διονύσης Βαλλιανάτος γράφουν, σε άρθρο τους στο NEWS 24/7, για τις τελευταίες υποθέσεις βιασμού ανήλικων κοριτσιών, στο Λονδίνο.
- 11 Ιουνίου 2026 10:20
Ένα κορίτσι 14 ετών βιάζεται. Ο δράστης καταδικάζεται. Και αποχωρεί από το δικαστήριο με μια διαταγή «αναμόρφωσης στην κοινότητα» και χρηματική επιβάρυνση 26 λιρών – λιγότερο από ό,τι κοστίζει ένα πρόστιμο παράνομης στάθμευσης στο Λονδίνο.
Αυτό δεν είναι υποθετικό σενάριο. Συνέβη πρόσφατα στη βορειοανατολική Αγγλία, όχι μία αλλά τρεις φορές. Τρία αγόρια ηλικίας 14 έως 17 ετών κρίθηκαν ένοχα για βιασμό ή σεξουαλική επίθεση με διείσδυση σε βάρος κοριτσιών 14 έως 16 ετών. Καμία στερητική της ελευθερίας ποινή. Εγγραφή στο μητρώο σεξουαλικών δραστών για 30 έως 42 μήνες. Και 26 λίρες.
Η αντίδραση μιας από τις παθούσες ήταν εύγλωττη: «Τι νόημα είχε που μίλησα;» Αυτή η ερώτηση δεν αφορά μόνο τη Βρετανία. Την έχουν κάνει γυναίκες σε κάθε χώρα που τόλμησαν να μιλήσουν και ανακάλυψαν ότι το σύστημα δεν τις καλωσόρισε.
Όταν η δικαιοσύνη γίνεται διαδικασία
Υπάρχει μια στιγμή που πολλές γυναίκες γνωρίζουν καλά: η στιγμή που ο πόνος σου γίνεται φάκελος, το τραύμα σου γίνεται διαδικασία, και η αξιοπρέπειά σου ζυγίζεται στη ζυγαριά της αποδεικτικής επάρκειας. Η έρευνα επιβεβαιώνει αυτή την εμπειρία: τα συστήματα δικαιοσύνης σε όλον τον κόσμο τείνουν να αντιμετωπίζουν τη σεξουαλική βία ως τεχνικό πρόβλημα που χρήζει διαχείρισης, όχι ως βαριά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που απαιτεί αναγνώριση.
Το αποτέλεσμα είναι διπλή αδικία: πρώτα η πράξη, έπειτα η αίσθηση ότι κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά. Η δεύτερη αδικία είναι συχνά αυτή που σπάει το ανθρώπινο ηθικό.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό καταγγελιών για σεξουαλική βία παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Οι περισσότερες γυναίκες που βίωσαν σεξουαλική βία δεν πήγαν ποτέ στην αστυνομία – όχι επειδή δεν τους συνέβη κάτι σοβαρό, αλλά επειδή ήδη γνώριζαν, από την εμπειρία άλλων, την απάντηση που θα έπαιρναν. Οι υποθέσεις της Αγγλίας επιβεβαιώνουν ότι αυτός ο φόβος δεν είναι παράλογος.
Ούτε επιείκεια ούτε εκδίκηση
Η πρώτη αντίδραση σε τέτοιες υποθέσεις είναι κατανοητή: «αυστηρότερες ποινές, αμέσως». Όμως η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι αυτό λύνει το πρόβλημα. Η υπερβολικά τιμωρητική αντιμετώπιση ανηλίκων μπορεί να παγιώσει παραβατικές πορείες και να παράγει πιο επικίνδυνους ενηλίκους αύριο. Οι νέοι είναι αναπτυξιακά διαφορετικοί από τους ενηλίκους – πιο παρορμητικοί, πιο επιρρεπείς στην πίεση της παρέας, αλλά και πολύ πιο ικανοί για πραγματική αλλαγή.
Αυτό όμως δεν είναι επιχείρημα υπέρ της επιείκειας. Είναι επιχείρημα υπέρ της αποτελεσματικότητας. Και η αποτελεσματικότητα, όταν μιλάμε για σεξουαλική βία, μετριέται από ένα μόνο κριτήριο: πόσες γυναίκες και κορίτσια προστατεύονται από την επόμενη πράξη.
Το πρόβλημα με τις βρετανικές υποθέσεις δεν είναι η επιλογή της κοινοτικής αντιμετώπισης. Είναι ότι αυτή η «αναμόρφωση» είναι κενή: χωρίς ουσιαστική θεραπεία, χωρίς λογοδοσία, χωρίς προστασία των θυμάτων. Και χωρίς κανένα μήνυμα στα κορίτσια ότι αξίζει να μιλήσουν.
Τρία πράγματα που χρειάζεται το σύστημα
Μια ουσιαστική απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε φτηνή. Απαιτεί τουλάχιστον τρία πράγματα.
Πρώτον, να παίρνει η ποινή τη μορφή που αντιστοιχεί στη σοβαρότητα της πράξης. Για υποθέσεις με διείσδυση, εξαναγκασμό ή επανάληψη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια τυπική διαταγή επιτήρησης. Χρειάζεται οργανωμένη, εντατική παρέμβαση, προγράμματα που αντιμετωπίζουν στην πράξη ζητήματα συναίνεσης, σεβασμού, και την κουλτούρα που διδάσκει σε νέους άντρες ότι το «όχι» είναι διαπραγματεύσιμο.
Δεύτερον, οι επιζώσες να έχουν πραγματική φωνή στη διαδικασία. Εντολές μη προσέγγισης που λήγουν αυτόματα μετά από τριάντα μήνες δεν προστατεύουν κανέναν. Το σύστημα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι προστατεύει γυναίκες ενώ τις αντιμετωπίζει ως παθητικές παρατηρήτριες της δικής τους υπόθεσης. Να ερωτώνται. Να ακούγονται. Να λαμβάνονται υπόψη.
Τρίτον, η λογοδοσία να είναι ορατή και αναλογική. Μια χρηματική επιβάρυνση 26 λιρών δεν είναι ουδέτερη: είναι προσβλητική. Λέει, με τη γλώσσα των αριθμών που δεν ψεύδονται, ότι το σώμα ενός κοριτσιού αξίζει λιγότερο από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Τα δικαστήρια χρειάζονται εργαλεία για να επιβάλλουν ουσιαστικές υποχρεώσεις – συνεισφορά σε υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων, αποκαταστατικές διαδικασίες εκεί όπου η επιζώσα το επιθυμεί και η ασφάλειά της μπορεί να εξασφαλιστεί.
Το ερώτημα που αφορά και εμάς
Η συζήτηση για τη δικαιοσύνη σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας από ανηλίκους είναι παντού παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις: «σκληρύνετε τις ποινές» από τη μία, «μην ποινικοποιείτε την εφηβεία» από την άλλη. Και οι δύο αποφεύγουν το ουσιαστικό ερώτημα – και κυρίως αποφεύγουν να το θέσουν από τη σκοπιά εκείνων που πλήττονται περισσότερο: των κοριτσιών και των γυναικών που ζουν με τις συνέπειες ενώ το σύστημα συνεχίζει να συζητά.
Όταν η «αναμόρφωση» γίνει ευφημισμός για ατιμωρησία, το σύστημα καταρρέει αθόρυβα. Τα θύματα παύουν να καταγγέλλουν. Οι δράστες δεν λαμβάνουν ούτε μήνυμα λογοδοσίας ούτε ουσιαστική βοήθεια για να αλλάξουν. Και η κοινωνία σταδιακά παύει να πιστεύει ότι η δικαιοσύνη αξίζει τον κόπο – ιδίως οι γυναίκες, που πληρώνουν το κόστος αυτής της αποτυχίας με το σώμα και τη ζωή τους.
Χρειαζόμαστε συστήματα αρκετά σοβαρά για να προστατεύουν τα κορίτσια και αρκετά έξυπνα για να μην παράγουν χειρότερους εγκληματίες αύριο. Πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε να μην υπάρχει πια κορίτσι που να αναρωτιέται: «Τι νόημα είχε που μίλησα;»
Η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου δεν έχει τιμή. Έχει αξία ανεκτίμητη. Είκοσι έξι λίρες δεν είναι σύστημα. Είναι παραίτηση.
* Νίκος Πασσάς – Καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης.
*Διον. Βαλλιανάτος – Ιατρός, Κοινωνιολόγος, Συγγραφέας, τ.Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής.