Σε ύφεση επί 15 χρόνια ασθενείς με αυτοάνοση νόσο – Πώς τα κατάφεραν
Διαβάζεται σε 5'
Δύο ασθενείς με σπάνια αυτοάνοση νευρολογική νόσο παραμένουν σε ύφεση για περισσότερα από 15 χρόνια μετά από μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων, προσφέροντας νέες ελπίδες για θεραπευτική αντιμετώπιση.
- 23 Ιουνίου 2026 06:24
Δύο ασθενείς που έπασχαν από μια σπάνια και ιδιαίτερα επιθετική αυτοάνοση νευρολογική νόσο παραμένουν χωρίς υποτροπές εδώ και περισσότερο από 15 χρόνια, έπειτα από μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων από δότη.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Med, δίνουν νέα ώθηση στην έρευνα για τη θεραπεία της νόσου και, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δικαιολογούν τη διεξαγωγή μεγαλύτερων κλινικών μελετών.
Οι δύο ασθενείς έπασχαν από τη διαταραχή του φάσματος της οπτικής νευρομυελίτιδας (NMOSD), μια σπάνια αλλά δυνητικά θανατηφόρα αυτοάνοση πάθηση.
Στη νόσο αυτή, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που στρέφονται εναντίον του ίδιου του οργανισμού, προκαλώντας βλάβες στον νωτιαίο μυελό και στο οπτικό νεύρο.
Η κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από επεισόδια που μπορεί να διαρκέσουν από λίγες ημέρες έως και αρκετούς μήνες. Οι ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα όπως έντονο πόνο στα μάτια, απώλεια όρασης, εμέτους, μυϊκή αδυναμία ή ακόμη και παράλυση στα άκρα. Αν και οι διαθέσιμες θεραπείες μπορούν να περιορίσουν τις υποτροπές, στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν είχαν αποδειχθεί αποτελεσματικές.
Ωστόσο, μετά τη μεταμόσχευση, η πορεία της νόσου άλλαξε εντυπωσιακά. Ο άνδρας ασθενής παρουσίασε σημαντική βελτίωση της νευρολογικής του κατάστασης, επέστρεψε σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής και αργότερα απέκτησε δύο παιδιά. Η γυναίκα ανέκτησε σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητα των χεριών της και πλέον δεν χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
«Δεν θα μιλούσα ακόμη για οριστική ίαση. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η θεραπεία έχει εξουδετερώσει τις επιπτώσεις της νόσου για ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα», δήλωσε η βιοϊατρική μηχανικός Τζιάο Τζιάο Λι από το University of Technology Sydney.
Η πρώτη εφαρμογή της μεθόδου στη συγκεκριμένη νόσο
Η θεραπεία βασίστηκε σε αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων, μια μέθοδο κατά την οποία χρησιμοποιούνται βλαστοκύτταρα που προέρχονται από συμβατό δότη. Η τεχνική εφαρμόζεται ήδη για την αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου, της δρεπανοκυτταρικής νόσου και άλλων σοβαρών αιματολογικών παθήσεων.
Σύμφωνα με τον νευρολόγο Μάσιμο Φιλίπι του νοσοκομείου IRCCS San Raffaele στο Μιλάνο, ο οποίος συμμετείχε στη μελέτη, πρόκειται για την πρώτη φορά που η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση χρησιμοποιείται για ασθενείς με NMOSD.
Ο πρώτος ασθενής υποβλήθηκε στη μεταμόσχευση το 2009, λαμβάνοντας βλαστοκύτταρα από την αδελφή του. Έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε η δεύτερη ασθενής, η οποία έλαβε μόσχευμα από μη συγγενή δότη. Και στις δύο περιπτώσεις χορηγήθηκε μία μόνο έγχυση βλαστοκυττάρων.
Πριν από τη μεταμόσχευση, οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε ειδική προπαρασκευαστική αγωγή με χημειοθεραπευτικά φάρμακα, καθώς και με μονοκλωνικό αντίσωμα που εξάλειψε τα Β-λεμφοκύτταρα, δηλαδή τα κύτταρα που παράγουν τα παθολογικά αντισώματα τα οποία ευθύνονται για την αυτοάνοση επίθεση στο νευρικό σύστημα.
Παράλληλα, έλαβαν για σύντομο χρονικό διάστημα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και θεραπευτικά αντισώματα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου μοσχεύματος κατά ξενιστή, μιας σοβαρής επιπλοκής κατά την οποία τα κύτταρα του δότη επιτίθενται στους ιστούς του λήπτη.
Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, κανένας από τους δύο ασθενείς δεν εμφάνισε ξανά τα αντισώματα που συνδέονται με τη νόσο, ενώ και οι δύο ανέπτυξαν ένα υγιές και λειτουργικό ανοσοποιητικό σύστημα.
«Αντικατάσταση» και όχι απλή επανεκκίνηση του ανοσοποιητικού
Η Λι επισημαίνει ότι το βασικό πλεονέκτημα της αλλογενούς μεταμόσχευσης είναι πως ουσιαστικά αντικαθιστά εξ ολοκλήρου το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς με εκείνο του δότη.
Αντίθετα, στις μεταμοσχεύσεις που χρησιμοποιούν τα ίδια βλαστοκύτταρα του ασθενούς, το ανοσοποιητικό σύστημα απλώς «επανεκκινείται». Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, τα Β-λεμφοκύτταρα που παράγουν τα παθολογικά αντισώματα ενδέχεται να μην εξαλείφονται πλήρως, με αποτέλεσμα να παραμένει ο κίνδυνος επανεμφάνισης της νόσου.
Ενθαρρυντικά αποτελέσματα, αλλά με επιφυλάξεις
Οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι οι δύο ασθενείς παρέμειναν χωρίς συμπτώματα για περισσότερο από μιάμιση δεκαετία. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι το μέγεθος της μελέτης είναι εξαιρετικά περιορισμένο και δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για το κατά πόσο η θεραπεία θα μπορούσε να ωφελήσει το σύνολο των ασθενών με NMOSD.
Επιπλέον, η εξεύρεση κατάλληλων δοτών δεν είναι πάντοτε εύκολη διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα θεωρούνται αρκετά ισχυρά ώστε να αποτελέσουν τη βάση για τη σχεδίαση μιας ευρύτερης κλινικής δοκιμής.
Θετικά αξιολογείται επίσης το γεγονός ότι τα βλαστοκύτταρα συλλέχθηκαν απευθείας από το αίμα των δοτών και όχι από τον μυελό των οστών, καθώς η μέθοδος αυτή είναι λιγότερο επεμβατική και λιγότερο επιβαρυντική για τον δότη.
Οι κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί
Παρά τη θετική έκβαση, οι δύο ασθενείς παρουσίασαν και ορισμένες επιπλοκές κατά τη μακροχρόνια παρακολούθησή τους, μεταξύ των οποίων διόγκωση λεμφαδένων, ανεπάρκεια αντισωμάτων που χρειάστηκε θεραπευτική αντιμετώπιση, καθώς και καρκίνο της ουροδόχου κύστης.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η εμφάνιση δευτερογενών κακοηθειών δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο μετά από μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων. Για τον λόγο αυτό, τα πιθανά οφέλη πρέπει πάντα να σταθμίζονται απέναντι στους κινδύνους της θεραπείας.
Εξάλλου, οι μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων παραμένουν επεμβάσεις υψηλού κινδύνου. Οι σοβαρές λοιμώξεις που μπορεί να εμφανιστούν μετά τη θεραπεία αποτελούν τη δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μέθοδος θα πρέπει να εξετάζεται κυρίως για νεότερους ασθενείς με ιδιαίτερα επιθετική μορφή της νόσου, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στις καθιερωμένες θεραπείες ή πάσχουν ταυτόχρονα από άλλες σοβαρές αυτοάνοσες διαταραχές.