Γιατί τα κουνούπια τσιμπούν κάποιους ανθρώπους περισσότερο από άλλους;
Διαβάζεται σε 6'
Τι είναι αυτό που μας κάνει “εύκολους στόχους” για τα κουνούπια; Τι λένε οι ειδικοί για όσους υποφέρουν τα καλοκαίρια.
- 10 Ιουλίου 2026 21:46
Πόσες φορές έχεις κάτσει να απολαύσεις μια ήρεμη καλοκαιρινή νύχτα στη βεράντα σου και τα κουνούπια αποφάσισαν να σου χαλάσουν αυτό την ηρεμία;
“Είμαι μαγνήτης για τα κουνούπια”, λες εκνευρισμένα, ενώ την ίδια στιγμή, αναρωτιέσαι πώς γίνεται άλλοι που βρίσκονται μαζί μου δεν υποφέρουν καθόλου. Ούτε ένα τσίμπημα. Και όσοι τσιμπηθούν, συχνά μένουν μόνο με μια μικρή κόκκινη κουκκίδα.
Κάποιοι αστειεύονται πως το αίμα κάποιων πρέπει να είναι “ακαταμάχητα γλυκό”.
Τελικά, μπορεί να έχουν εν μέρει δίκιο.
Η αναπνοή και η μυρωδιά του σώματός μας είναι βιολογικά “σήματα” που μαρτυρούν πόσο ελκυστικοί είμαστε για τα κουνούπια. Για μερικούς ανθρώπους, αυτά τα σήματα είναι απλώς ακαταμάχητα. Δείτε τους τρεις βασικούς τρόπους με τους οποίους μας εντοπίζουν.
Το διοξείδιο του άνθρακα δείχνει ότι είμαστε ο κατάλληλος στόχος
Αρχικά σε περίπτωση που δεν το ήξερες μόνο τα θηλυκά κουνούπια τσιμπούν ανθρώπους καθώς χρειάζονται το αίμα μας επειδή τους παρέχει την πρωτεΐνη που απαιτείται για την ανάπτυξη των αυγών τους.
Μάλιστα, χρησιμοποιούν οπτικά και οσφρητικά ερεθίσματα (όραση και μυρωδιά) για να εντοπίσουν τους στόχους τους από απόσταση περίπου 10 μέτρων.
Ένα από αυτά τα σημάδια είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) που εκπέμπουμε με την αναπνοή και το δέρμα μας.
Η ανθρώπινη αναπνοή στέλνει στα κουνούπια ένα σήμα CO₂, το οποίο ενεργοποιεί τη «συμπεριφορά αναζήτησης ξενιστή» στα αισθητήρια όργανά τους. Έτσι, οι ενήλικες άνθρωποι είναι πιο ελκυστικοί από τα παιδιά, επειδή παράγουν περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα.
Ωστόσο, αυτό σημαίνει ότι τα κουνούπια προσελκύονται και από μη ανθρώπινες πηγές CO₂, γι’ αυτό και ο ξηρός πάγος ή το εμφιαλωμένο διοξείδιο του άνθρακα χρησιμοποιούνται σε παγίδες κουνουπιών.
Η θερμότητα του σώματος αυξάνει την έλξη
Όπως αναφέρει το BBC, μελέτες δείχνουν ότι τα κουνούπια προσελκύονται επίσης από τη θερμότητα και την υγρασία (και ότι το CO₂ ενισχύει αυτή την έλξη προς τη ζέστη).
Οι έγκυες γυναίκες, για παράδειγμα, είναι περίπου δύο φορές πιο ελκυστικές για τα κουνούπια σε σχέση με τις μη έγκυες γυναίκες. Αυτό συμβαίνει επειδή η εγκυμοσύνη αυξάνει τις μεταβολικές ανάγκες και την αναπνοή, με αποτέλεσμα να εκπέμπεται περισσότερη θερμότητα και διοξείδιο του άνθρακα.
Οι άνθρωποι που γυμνάζονται μπορεί επίσης να γίνονται προσωρινά πιο ελκυστικοί στα κουνούπια, ειδικά κατά τη διάρκεια ή και αμέσως μετά την άσκηση, λόγω της αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας που αυξάνει την παραγωγή CO₂ και αφήνει το σώμα πιο ζεστό και ιδρωμένο.
Τα άτομα με μεγαλύτερο σωματότυπο, τα οποία συνήθως παράγουν περισσότερη θερμότητα και εκπνέουν περισσότερο CO₂, μπορεί επίσης να προσελκύουν περισσότερα κουνούπια.
Το δέρμα εκπέμπει τη “μυρωδιά της επιτυχίας”
Καθώς τα κουνούπια πλησιάζουν (και βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων), εντοπίζουν τα θύματά τους μέσω μιας ακολουθίας σημάτων, συμπεριλαμβανομένων των οσμών από το δέρμα και την αναπνοή.
“Είναι ουσιαστικά η μυρωδιά”, λέει ο Lindsay, που καθορίζει ποιον θα τσιμπήσει ένα κουνούπι. “Κάποιες μικρές χημικές ουσίες κάνουν τη διαφορά. Τα κουνούπια ζουν σε έναν χημικό κόσμο”.
Ωστόσο μαζί με άλλους επιστήμονες, ο Lindsay κατέρριψε τον μύθο ότι οι άνθρωποι με «γλυκό αίμα» τσιμπούνται περισσότερο. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι τα κουνούπια έλκονται από τη μοναδική “μυρωδιά του δέρματός” μας.
Το μικροβίωμα του δέρματος μπορεί να διασπά υδατάνθρακες, λιπαρά οξέα και πεπτίδια στην επιφάνεια του δέρματος, δημιουργώντας πτητικές οργανικές ενώσεις (VOCs), οι οποίες εξατμίζονται εύκολα στον αέρα και τις οποίες τα κουνούπια μπορούν να διακρίνουν. Υπάρχουν πάνω από 500 τέτοιες ενώσεις στο ανθρώπινο δέρμα.
“Η ελκυστικότητά σου για τα κουνούπια είναι σε μεγάλο βαθμό σταθερή”, λέει ο Lindsay.
Τα κουνούπια προσελκύονται ήδη από ουσίες όπως η αμμωνία και το γαλακτικό οξύ στο δέρμα μας, ενώ η παρουσία καρβοξυλικών οξέων ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την έλξη.
Οι πανεπιστημιακές έρευνες
Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Rockefeller στις ΗΠΑ ανέλυσαν την οσμή του δέρματος 64 ανθρώπων, οι οποίοι φορούσαν νάιλον μανίκια για έξι ώρες. Τα κουνούπια μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα στα δείγματα νάιλον, τα οποία λειτουργούσαν σαν “συσκευές συλλογής οσμών”, και έδειξαν σαφή προτίμηση στη μυρωδιά ανθρώπων με υψηλότερα επίπεδα καρβοξυλικών οξέων.
Οι ερευνητές υπολόγισαν έναν δείκτη ελκυστικότητας για κάθε άτομο και διαπίστωσαν ότι η υψηλότερη βαθμολογία ήταν 100 φορές μεγαλύτερη από τη χαμηλότερη. Οι διαφορές αυτές παρέμειναν σταθερές για χρόνια, ανεξάρτητα από αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Το μικροβίωμα του δέρματος μπορεί επίσης να επηρεάζει το πόσο ελκυστικοί είμαστε για τα κουνούπια. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Wageningen στην Ολλανδία διαπίστωσαν ότι άνθρωποι που ήταν ιδιαίτερα ελκυστικοί στα κουνούπια που μεταδίδουν ελονοσία, είχαν διαφορετική βακτηριακή κοινότητα στο δέρμα τους, πιο άφθονη, αλλά λιγότερο ποικιλόμορφη, σε σχέση με εκείνους που ήταν λιγότερο ελκυστικοί.
Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή τα βακτήρια του δέρματος παίζουν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή της ανθρώπινης μυρωδιάς του σώματος. Χωρίς βακτήρια, ο ιδρώτας είναι άοσμος για την ανθρώπινη μύτη.
Μελέτες σε δίδυμα έδειξαν ότι τα πανομοιότυπα δίδυμα προσέλκυαν τα κουνούπια στον ίδιο βαθμό, ενώ τα μη πανομοιότυπα δίδυμα παρουσίαζαν διαφορές. Αυτό υποδηλώνει ότι η οσμή που επηρεάζει την «πιθανότητα τσιμπήματος» μπορεί να κληρονομείται.
Δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο στα τσιμπήματα
Οι άνθρωποι μπορεί να αντιδρούν πολύ διαφορετικά στα τσιμπήματα των κουνουπιών.
Μια μελέτη συσχέτισης σε ολόκληρο το γονιδίωμα (genome-wide association study) εντόπισε ισχυρή γενετική σχέση ανάμεσα στα γονίδια του ανοσοποιητικού μας συστήματος και στον τρόπο με τον οποίο το σώμα μας αντιδρά στα τσιμπήματα. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτές οι γενετικές περιοχές επικαλύπτονται και με εκείνες που σχετίζονται με τις αλλεργίες.
Επιπλέον, η προδιάθεση για μεγαλύτερες και πιο έντονες αντιδράσεις στα τσιμπήματα (σε μέγεθος και φαγούρα) μπορεί να ενισχύει την αντίληψη ότι κάποιος είναι “μαγνήτης κουνουπιών”.
“Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι τσιμπιούνται περισσότερο επειδή αντιδρούν περισσότερο”, λέει η Ferguson, καθηγήτρια ιατρικής εντομολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. “Κάποιοι μπορεί να δέχονται τσιμπήματα συχνά αλλά να μην παρουσιάζουν σχεδόν καμία αντίδραση”.
Και παρόλο που ορισμένοι από εμάς μπορεί να αποτελούμε βιολογικά ευκολότερους στόχους, κανείς δεν είναι εντελώς ασφαλής από το ραντάρ ενός κουνουπιού.
Επιπλέον η ίδια για την προστασία μας από τα τσιμπήματα αναφέρει πως οι άνθρωποι θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποδεδειγμένα αποτελεσματικά εντομοαπωθητικά ενώ παράλληλα θα ήταν καλό να καλύπτουν το σώμα τους φορώντας ,μπλούζες με μακριά μανίκια και παντελόνια καλυμμένα με κατάλληλο εντομοκτόνο.
Η Ferguson τόνισε επίσης ότι η κάλυψη των εκτεθειμένων σημείων του σώματος είναι σημαντική, καθώς το άτομο τις περισσότερες φορές δέχεται τσιμπήματα στα ακάλυπτα άκρα. Παράλληλα, σημείωσε ότι η αποτελεσματικότητα της προστασίας μειώνεται εξαιτίας του ιδρώτα και με την πάροδο του χρόνου, γι’ αυτό και η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή των απωθητικών είναι απαραίτητη.