Η εκεχειρία καταρρέει: Τα κρίσιμα διλήμματα για ΗΠΑ και Ιράν
Διαβάζεται σε 8'
Ο Τραμπ ανακοινώνει το τέλος της εκεχειρίας με το Ιράν. Οι κρίσιμες εξελίξεις που ακολουθούν και τα ερωτήματα που παραμένουν.
- 11 Ιουλίου 2026 16:25
Ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται πως έχει εισέλθει σε μια νέα φάση. Ύστερα από περισσότερους από τρεις μήνες προσπαθειών να διατηρηθεί μια εξαιρετικά εύθραυστη και συγκεχυμένη εκεχειρία, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί την Τετάρτη ότι η εκεχειρία έφτανε στο τέλος της.
Την Παρασκευή το δήλωσε ακόμη πιο κατηγορηματικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να συνεχίσουν τις συνομιλίες, έγραψε ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά πρόσθεσε ότι το Ιράν είχε ενημερωθεί, «με απολύτως σαφείς όρους, ότι η εκεχειρία τελείωσε!».
Τι σημαίνει όμως αυτό; Και πού αφήνει τις Ηνωμένες Πολιτείες — τόσο σε σχέση με την πολεμική προσπάθεια όσο και με την πολιτική που τη συνοδεύει;
Δεν είναι σαφές τι ακριβώς εννοεί ο Τραμπ
Όπως συμβαίνει με πολλές από τις δηλώσεις του, δεν είναι ξεκάθαρο πόσο διαρκής θα αποδειχθεί αυτή η θέση. Μέχρι το πρωί της Παρασκευής υπήρχε μια ύφεση στις επιθέσεις, επομένως δεν μπορεί να ειπωθεί ότι έχει επιστρέψει ένας πόλεμος πλήρους κλίμακας.
Όπως αναφέρει το CNN, η δήλωση του Τραμπ ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν φαίνεται επίσης να υποδηλώνει ότι στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί την επανέναρξη των συγκρούσεων και εξακολουθεί να επιδιώκει μια, μέχρι στιγμής άπιαστη, ειρηνευτική συμφωνία.
Παράλληλα, αυτή την εβδομάδα επανέφερε τις απειλές του να πλήξει κρίσιμες ιρανικές πολιτικές υποδομές, κάτι που ενδεχομένως θα συνιστούσε έγκλημα πολέμου.
Είναι λοιπόν πιθανό ότι η δήλωση πως η εκεχειρία τελείωσε αποτελεί περισσότερο προειδοποίηση παρά διαπίστωση — μια ακόμη προσπάθεια του Τραμπ να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση και να αποσπάσει μια συμφωνία που θεωρεί αποδεκτή.
Βέβαια, αυτή η τακτική δεν έχει αποδώσει μέχρι σήμερα. Γιατί να λειτουργήσει τώρα;
Το τέλος της εκεχειρίας συνεπάγεται δύσκολες επιλογές
Αν πάρουμε τον Τραμπ κυριολεκτικά, τότε πρόκειται για ένα σημείο καμπής που συνοδεύεται από δύσκολες αποφάσεις.
Καταρχάς, θα επιστρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας με την ελπίδα να αποσπάσουν σημαντικές παραχωρήσεις από το Ιράν;
Αυτό φαίνεται να είναι η εναλλακτική της εκεχειρίας, αν κρίνει κανείς από την προηγούμενη ρητορική του Τραμπ και της κυβέρνησής του. Ωστόσο, ο ίδιος δήλωσε την Τετάρτη ότι «δεν νομίζω πως θα ξεκινήσει ξανά» — αναφερόμενος σε έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο — και πρόσθεσε: «Δεν επιδιώκουμε κάτι μακροπρόθεσμο».
Ο Τραμπ έδωσε επίσης την εντύπωση αυτή την εβδομάδα ότι προετοιμάζει το έδαφος για να υποστηρίξει πως ο πόλεμος έχει ήδη πετύχει τον στόχο της αποπυρηνικοποίησης του Ιράν, ακόμη και χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ο έλεγχος του πυρηνικού του υλικού ή μια μακροχρόνια πυρηνική συμφωνία. Αυτό μοιάζει περισσότερο με τη στάση κάποιου που θέλει απλώς να τελειώνει με όλη αυτή την υπόθεση.
Ένα ακόμη ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναφέρουν τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ.
Ο λόγος που η εκεχειρία κατέρρευσε τις τελευταίες ημέρες ήταν ότι το Ιράν συνέχισε να επιτίθεται σε πλοία στην περιοχή. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός έδινε στις ΗΠΑ σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ασκώντας μεγάλη πίεση στην ιρανική οικονομία. Επομένως, αν η Τεχεράνη δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της βάσει του μνημονίου κατανόησης για την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών, θα περίμενε κανείς ότι οι ΗΠΑ θα επανέφεραν τον αποκλεισμό ως αντίμετρο. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι σκοπεύουν να το κάνουν.
Και αυτό οδηγεί στο σημαντικότερο ερώτημα: τι άλλο θα κάνουν οι ΗΠΑ σχετικά με τα Στενά;
Είναι αρκετά σαφές ότι ένας βασικός λόγος της αστάθειας της εκεχειρίας είναι η απροθυμία του Ιράν να εγκαταλείψει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό του χαρτί: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Ο πόλεμος απέδειξε ότι το Ιράν μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην παγκόσμια οικονομία απειλώντας τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά — τα οποία, αξίζει να σημειωθεί, ήταν ανοικτά πριν ο Τραμπ ξεκινήσει τον πόλεμο. Αυτή η δυνατότητα αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον Κόλπο, όχι μόνο στη συγκεκριμένη σύγκρουση αλλά και για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Όλο και περισσότερο φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις δεν πρόκειται να επιλύσουν αυτό το ζήτημα, παρότι ίσως είναι το σημαντικότερο που πρέπει, με κάποιον τρόπο, να λυθεί.
Η κίνηση του Τραμπ μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα με τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών
Πέρα από τις δύσκολες αποφάσεις στη Μέση Ανατολή, υπάρχουν και οι νομικές συνέπειες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η πραγματική λήξη της εκεχειρίας φαίνεται να εγείρει το ερώτημα αν η κυβέρνηση οφείλει πλέον να ζητήσει από το Κογκρέσο εξουσιοδότηση για τη συνέχιση του πολέμου.
Ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών προβλέπει ότι το Κογκρέσο πρέπει είτε να κηρύξει πόλεμο είτε να εγκρίνει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης εντός 60 ημερών από την έναρξη των εχθροπραξιών — ή εντός 90 ημερών αν ο πρόεδρος ζητήσει παράταση.
Η κυβέρνηση έχει παρακάμψει αυτή την υποχρέωση υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος ουσιαστικά «τερματίστηκε» όταν τέθηκε σε ισχύ η πρώτη εκεχειρία στις 7 Απριλίου, παρότι οι αμερικανικές δυνάμεις παρέμειναν στην περιοχή και κατά διαστήματα πραγματοποίησαν αντίποινα.
Τώρα όμως που η εκεχειρία φαίνεται να έχει λήξει και το όριο των 90 ημερών παρήλθε στα τέλη Μαΐου, πρέπει πλέον η κυβέρνηση να ζητήσει εξουσιοδότηση; Η λογική λέει πως ναι.
Εκτός κι αν υποστηρίξει ότι η προθεσμία συνεχίζεται από το σημείο όπου είχε σταματήσει στις 7 Απριλίου ή ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε έναν νέο πόλεμο. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ είχε δηλώσει σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο ότι το «ρολόι» είχε ουσιαστικά παγώσει κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Τραμπ θα πρέπει να πυροδοτήσει μια ουσιαστική συζήτηση σχετικά με το ποιες πολεμικές εξουσίες θα πρέπει να διαθέτει αυτή τη στιγμή.
Οι Ρεπουμπλικάνοι βρίσκονται ξανά σε δύσκολη θέση
Παρόλα αυτά, ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών δεν είναι εύκολο να επιβληθεί, εκτός αν αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο αποφασίσουν να το κάνουν. Εκείνοι είναι που μπορούν να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες ψήφους για να τερματιστεί ο πόλεμος, μέσω σχετικών ψηφισμάτων και άλλων νομοθετικών πρωτοβουλιών.
H Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και η Γερουσία είχαν ψηφίσει, με οριακές πλειοψηφίες, υπέρ του τερματισμού του πολέμου (αν και αργότερα η Γερουσία ανακάλεσε τη στάση της). Είναι επίσης εμφανές ότι ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι αρχίζουν να χάνουν την υπομονή τους με τη σύγκρουση, καθώς αυτή απειλεί ολοένα και περισσότερο τις πολιτικές τους προοπτικές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026.
Το ερώτημα πλέον είναι αν το τέλος της εκεχειρίας θα παρακινήσει αρκετούς από αυτούς είτε:
- να πιέσουν τον Τραμπ να επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας, ελπίζοντας ότι έτσι θα επιτευχθεί μια πραγματική νίκη· είτε
- να αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να προσπαθήσουν να τερματίσουν τον πόλεμο.
Όταν η Γερουσία άλλαξε στάση τον περασμένο μήνα, αφού αρχικά είχε επικρίνει τον Τραμπ, αυτό συνέβη επειδή δύο επικριτές του από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αποφάσισαν να του δώσουν περισσότερο περιθώριο κινήσεων. Ο γερουσιαστής της Λουιζιάνα Μπιλ Κάσιντι άφησε προσωρινά στην άκρη τις σοβαρές επιφυλάξεις του για τον πόλεμο και τις διαπραγματεύσεις του Τραμπ, αφού ενημερώθηκε από τον Λευκό Οίκο. Ο γερουσιαστής του Κεντάκι Ραντ Πολ δήλωσε ότι «οι εχθροπραξίες φαίνεται να έχουν σταματήσει και ο πρόεδρος μου ζήτησε να λάβω υπόψη τη διαπραγματευτική του θέση».
Τώρα όμως που οι διαπραγματεύσεις δεν φαίνεται να αποδίδουν και η εκεχειρία έχει, σύμφωνα με τον Τραμπ, λήξει, θα επιστρέψει ο Πολ στην καταψήφιση της προεδρικής εξουσίας; Θα χάσει και ο Κάσιντι — ο οποίος έχει ήδη ηττηθεί στις εσωκομματικές εκλογές από υποψήφιο που υποστήριζε ο Τραμπ — την υπομονή του;
Παρόμοια ερωτήματα τίθενται και για άλλους Ρεπουμπλικάνους που ανησυχούν για την πορεία του πολέμου και το πολιτικό κόστος που μπορεί να τους επιφέρει τον Νοέμβριο.
Και καθώς ο Τραμπ δείχνει να μην έχει ούτε καλές επιλογές ούτε σαφές σχέδιο, ίσως αρχίσουν να αισθάνονται ότι πρέπει να κάνουν κάτι που απέφευγαν σαν την πανούκλα τους τελευταίους 18 μήνες: να ασκήσουν πραγματικά την εξουσία τους απέναντί του.