Αλτσχάιμερ: Εξέταση αίματος ίσως προβλέπει τη νόσο έως και 10 χρόνια πριν

Διαβάζεται σε 5'
Αλτσχάιμερ: Εξέταση αίματος ίσως προβλέπει τη νόσο έως και 10 χρόνια πριν
ISTOCK

Εξέταση αίματος ίσως προβλέπει τη νόσο Αλτσχάιμερ έως και 10 χρόνια πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων.

Μια εξέταση αίματος ενδέχεται να προβλέπει αν φαινομενικά υγιείς ηλικιωμένοι είναι πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ μέσα στα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη.

Η πληροφορία αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί είτε καθησυχαστική είτε ιδιαίτερα αγχωτική για τους ενδιαφερόμενους, λέει το AP. Προς το παρόν, όμως, η βασική της αξία είναι ότι μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων θεραπειών, βοηθώντας τους ερευνητές να εντοπίζουν και να εντάσσουν σε κλινικές δοκιμές άτομα υψηλού κινδύνου.

Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλες κλινικές μελέτες που εξετάζουν αν ορισμένα φάρμακα μπορούν να προλάβουν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν την εκδήλωση της νόσου. Αν κάποια από αυτές τις θεραπείες αποδειχθεί αποτελεσματική, οι γιατροί θα χρειάζονται έναν εύκολο τρόπο για να αναγνωρίζουν ποιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να ωφεληθούν.

Οι ειδικοί συνιστούν υπομονή

Οι επιστήμονες που πραγματοποίησαν τη νέα έρευνα τονίζουν ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς ώστε υγιείς άνθρωποι να αναζητήσουν την εξέταση αίματος για τη βιοδείκτη p-tau217, η οποία σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για να βοηθήσει στη διάγνωση ασθενών που ήδη παρουσιάζουν προβλήματα μνήμης ή άλλες γνωστικές διαταραχές.

«Περιμένετε να εξεταστείτε όταν θα υπάρχει και κάτι που θα μπορείτε να κάνετε με το αποτέλεσμα», υπογράμμισε η δρ. Ρέιζα Σπέρλινγκ από το Mass General Brigham Neuroscience Institute και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Όπως εξήγησε, προς το παρόν το αποτέλεσμα της εξέτασης δεν θα άλλαζε τις συμβουλές που δίνει στους ασθενείς της: «Θα εξακολουθούσα να τους προτρέπω να τρέφονται σωστά, να κοιμούνται καλά, να ασκούνται συστηματικά και να παραμένουν κοινωνικά και πνευματικά δραστήριοι».

Τι έδειξε η μελέτη

Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι ηλικιωμένοι χωρίς συμπτώματα αλλά με πολύ υψηλά επίπεδα της πρωτεΐνης p-tau217 είχαν:

  • 38% πιθανότητα να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση μέσα σε πέντε χρόνια.
  • 78% πιθανότητα να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση μέσα σε δέκα χρόνια.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό JAMA και παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο της Ένωσης Αλτσχάιμερ στο Λονδίνο.

Πώς λειτουργεί ο βιοδείκτης p-tau217

Παρότι τα ακριβή αίτια της νόσου Αλτσχάιμερ παραμένουν άγνωστα, δύο χαρακτηριστικά ευρήματα της νόσου είναι οι πλάκες β-αμυλοειδούς που συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και τα νευροϊνιδιακά δεμάτια της πρωτεΐνης ταυ, τα οποία καταστρέφουν τους νευρώνες.

Η εξέταση p-tau217 μετρά μια μορφή της πρωτεΐνης ταυ που σχετίζεται στενά με τη συσσώρευση αμυλοειδούς και παρέχει επίσης ενδείξεις για τον σχηματισμό των τοξικών δεματίων.

Ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από 2.600 ηλικιωμένους

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε στοιχεία από 2.684 ηλικιωμένους, οι οποίοι ήταν γνωστικά υγιείς όταν εντάχθηκαν σε μακροχρόνιες μελέτες για το Αλτσχάιμερ.

Κατά την ένταξή τους υποβλήθηκαν στην εξέταση αίματος για την p-tau217 και στη συνέχεια παρακολουθούνταν κάθε χρόνο με γνωστικά τεστ. Από το 2004 έως και το 2024, περίπου 478 συμμετέχοντες εμφάνισαν γνωστική έκπτωση.

Αντίθετα, όσοι είχαν πολύ χαμηλά επίπεδα της p-tau217 παρουσίασαν και πολύ μικρό κίνδυνο εμφάνισης γνωστικών προβλημάτων μέσα στην επόμενη πενταετία ή δεκαετία.

Γιατί δεν εμφανίζουν όλοι οι άνθρωποι με αμυλοειδείς πλάκες άνοια

Ένα από τα μεγάλα αινίγματα της νόσου είναι ότι πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν υψηλή συσσώρευση αμυλοειδούς στον εγκέφαλο χωρίς ποτέ να αναπτύξουν άνοια.

Η επικρατέστερη θεωρία υποστηρίζει ότι, σε κάποιο κρίσιμο σημείο, η συσσώρευση αμυλοειδούς πυροδοτεί τον σχηματισμό της παθολογικής πρωτεΐνης ταυ, οδηγώντας τελικά στην εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Σύμφωνα με τη δρ. Σπέρλινγκ, τα νέα ευρήματα ενισχύουν αυτή τη θεωρία.

«Πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία, κατά την οποία το αμυλοειδές και η ταυ συσσωρεύονται στον εγκέφαλο. Αυτός ο βιοδείκτης στο αίμα δείχνει σε ποιο στάδιο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται κάποιος», ανέφερε.

Αισιοδοξία, αλλά και επιφυλάξεις από άλλους ειδικούς

Επιστήμονες που δεν συμμετείχαν στη μελέτη χαρακτήρισαν τα ευρήματα σημαντικά, επισημαίνοντας ωστόσο ότι χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους.

Ένας λόγος είναι ότι μόνο μικρός αριθμός συμμετεχόντων παρακολουθήθηκε επί ολόκληρη δεκαετία, γεγονός που καθιστά λιγότερο αξιόπιστη την εκτίμηση του δεκαετούς κινδύνου σε σχέση με εκείνη της πενταετίας.

Παράλληλα, άλλοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν τις προβλέψεις, καθώς οι ηλικιωμένοι ενδέχεται να αποβιώσουν από άλλες αιτίες ή να εμφανίσουν αγγειακή άνοια λόγω καρδιαγγειακών προβλημάτων και όχι Αλτσχάιμερ.

Όπως σημειώνουν σε συνοδευτικό σχόλιο στο JAMA οι δρ. Σούζαν Σίντλερ και Ντέιβιντ Γουόλκ, οι εξετάσεις αίματος «δεν είναι ακόμη αρκετά ακριβείς ώστε να καθοδηγούν εξατομικευμένες προβλέψεις για κάθε ασθενή». Ωστόσο, εκτιμούν ότι η νέα μελέτη «προσφέρει ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ».

Η εξέταση θα έχει πραγματική αξία όταν υπάρξει αποτελεσματική πρόληψη

Η Τζέσικα Λάνγκμπαουμ από το Banner Alzheimer’s Institute στο Φοίνιξ ανέφερε ότι ήδη αρκετοί άνθρωποι ζητούν να κάνουν την εξέταση επειδή έχουν οικογενειακό ιστορικό της νόσου.

Η ίδια, πάντως, αποθαρρύνει προς το παρόν αυτή την πρακτική.

«Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ισχυρά», δήλωσε, προσθέτοντας ότι μια προγνωστική εξέταση αίματος θα είναι «πραγματικά σημαντική» μόνο εφόσον οι κλινικές μελέτες αποδείξουν στο μέλλον ότι υπάρχει θεραπεία ικανή να προλαμβάνει ή να καθυστερεί τη νόσο πριν ακόμη εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα