Νέες ταινίες: Το “Τρέξε Λόλα Τρέξε” έρχεται ξανά με ορμή στις αίθουσες

Διαβάζεται σε 10'
Νέες ταινίες: Το “Τρέξε Λόλα Τρέξε” έρχεται ξανά με ορμή στις αίθουσες
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Η “Οδύσσεια” του Νόλαν ξεπέρασε τα 150.000 εισιτήρια και έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες(!), και συγκεκριμένα από το 2006 και το “Σεντούκι του Νεκρού”, όπως αναφέρει το Αθηνόραμα.

Γεμάτες αίθουσες, συνεχείς προβολές, έκτακτες προβολές για να ικανοποιηθεί η ζήτηση, και μια πλούσια συζήτηση γύρω από την ταινία συνθέτουν την εικόνα ενός τεράστιου σουξέ που θα δουν και θα συζητήσουν οι πάντες.

Διεθνώς η ταινία μάζεψε $264 εκατομμύρια, το μεγαλύτερο άνοιγμα της καριέρας του Νόλαν, ξεπερνώντας ακόμα και τις θετικότερες των προσδοκιών. Το ξέραμε φυσικά ότι θα ήταν τεράστια επιτυχία (οι πάντες εκτός από το κοινό του Ίλον Μασκ που ακόμα μοιράζεται στο twitter κάτι αμφιβόλου προέλευσης screenshots άδειων αιθουσών), αλλά η πραγματικότητα ξεπέρασε τις προσδοκίες – πόσο μάλλον αν συνυπολογίσουμε και τον τελικό του Μουντιάλ την Κυριακή το βράδυ που κράτησε πολύ κόσμο σπίτι.

Αυτή η εβδομάδα είναι φτωχή σε νέες κυκλοφορίες, με έναν Ρεφν για εξεζητημένο κοινό, και μπόλικες επανεκδόσεις – μιλώντας για επανεκδόσεις, η “Αμελί” έχει ήδη φτάσει τα 23.000 εισιτήρια, στον ξεκάθαρο φετινό θρίαμβο της συγκεκριμένης κατηγορίας. Όπως πάντα, οι ταινίες δίχως δημοσιογραφική προβολή δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρουσίαση των νέων κυκλοφοριών.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Τρέξε Λόλα Τρέξε

(“Lola Rennt / Run Lola Run”, Τομ Τίκβερ, 1ω21λ)

★★★★

Η Λόλα έχει στη διάθεσή της μόνο 20 λεπτά για να σώσει τον φίλο της. Για να τα καταφέρει, θα πρέπει να βρει 100.000 μάρκα. Δε θα είναι εύκολο να τα καταφέρει – εκτός αν η μοίρα έχει κάτι να πει.

Σε 25 λέξεις: Από τις κλασικότερες ευρωπαϊκές επιτυχίες των ‘90s, μια ασταμάτητη techno υπαρξιακή περιπέτεια γεμάτη σασπένς και παιχνιδιάρικες ματιές στα παιχνίδια της μοίρας. Η ταινία που έκανε γνωστό διεθνώς τον Τομ Τίκβερ, και με τη Φράνκα Ποτέντε εμβληματική ως Λόλα.

Κριτική

Υπάρχουν ταινίες τόσο δεμένες με την χρονική τους περίοδο που καθώς γερνάνε απέχουν ελάχιστα ανάμεσα στο να γίνονται εμβληματικές μιας Στιγμής Στο Χρόνο (πώς μοιάζει ας πούμε το “Mean Streets” ή η “Εξαφάνιση” με την εικόνα των κινηματογραφικών ‘70s) με το να γερνάνε άσχημα και να μοιάζουν μπαγιάτικες.

Στο “Τρέξε Λόλα Τρέξε”, το δυναμικό techno beat του σάουντρακ δίνει ώθηση σε μια ασταμάτητη, δίχως ανάσα, κινηματογραφική κίνηση, ενώ οι επιθετικά φλασαριστές αφηγηματικές του παρενθέσεις παρουσιάζουν «τι συνέβη» στον κάθε χαρακτήρα μέσα από στιγμιαίες εικόνες. Αμφότερα, είναι αισθητικά στοιχεία άρρηκτα συνδεδεμένα με μια τέλη-‘90s αισθητικής στροφής, όταν το ακαδημαϊκό στουντιακό σινεμά κι η θεμελίωση ενός “αποδεκτού” στυλ αμερικάνικου indie, άφησαν ανοιχτό το πεδίο για αφηγηματικές και αισθητικές ανατροπές από μια νέα γενιά σκηνοθετών γαλουχημένων με MTV, trance και EDM.

Από το “Fight Club” του Φίντσερ ως την “Παραλία” του Ντάνι Μπόιλ, υπάρχει ένα ολόκληρο αισθητικό πεδίο ήχων, εικόνων και ρυθμών που μοιάζει αποκλειστικό στο γύρισμα του αιώνα, και το κλασικό euro-χιτ του Τομ Τίκβερ είναι οπωσδήποτε από τους πιο περήφανους αντιπροσώπους – σαν μια βιντεοκλιπίστικη εκδοχή κάποιου παραπεταμένου σεναρίου του Κισλόφσκι. Κάποτε αυτό θα γραφόταν σαν αρνητικό.

Το επιδραστικό φιλμ “Η Τύχη” (“Blind Chance”) του Κισλόφσκι είναι πράγματι βασική επιρροή εδώ, όμως ο Τομ Τίκβερ παίρνει την κεντρική σύλληψη (τρεις εκδοχές της ίδιας συνθήκης, όπου μικρές λεπτομέρειες αλλάζουν τελείως την εξέλιξη) και στη θέση μιας περισσότερο στοχαστικής προσέγγισης επιλέγει μια περισσότερο ‘90s electronica εκδοχή.

Η κεντρική ηρωίδα, Λόλα, με τα iconic κόκκινα μαλλιά, το ιδρωμένο μπλε μπλουζάκι, και το τατουάζ να ξεπροβάλλει στο στομάχι της, μοιάζει σα να ξεπήδησε απευθείας από κάποιο ολονύχτιο κλαμπ μαραθώνιο, την ώρα που η ορμητική techno σύνθεση δεν αφήνει ούτε βήμα της Λόλα αναπάντητο. (Το εκπληκτικό μουσικό score υπογράφει ο ίδιος ο Τίκβερ μαζί με τον θρύλο της βερολινέζικης underground ηλεκτρονικής σκηνής Τζόνι Κλίμεκ, και τον post-punk μουσικό Ράινχολντ Χάιλ, παραγωγό κομματιών όπως το εμβληματικό “99 Luftballons”.)

Η απλή, σαφής δομή της ταινίας σε συνδυασμό με τον ασταμάτητο ρυθμό δίνει στον θεατή μια ασυνήθιστη συνύπαρξη φρενήρους beat με φιλοσοφικό στοχασμό, που παραδοσιακά συνδέεται περισσότερο με μια απλωτή αφήγηση που σου αφήνει χώρο και χρόνο σκέψης. Εδώ τα πάντα είναι μανιασμένα, και ακόμα και οι εναλλακτικές διαδρομές ολόκληρων ζωών ξετυλίγονται μέσα σε δευτερόλεπτα μέσα από μια ακολουθία στιγμιοτύπων, σα να σκρολάρεις πολύ γρήγορα το instagram feed μιας ολόκληρης ζωής.

Στο επίκεντρο όμως είναι η Λόλα της Ποτέντε, η οποία γεμίζει το σώμα της με απόγνωση, με αποφασιστικότητα, συχνά και με θυμό ή με στεναχώρια, καθώς γίνεται ο χαρακτήρας που μας καλεί να την ακολουθήσουμε σε αυτό το τρεχαλητό 80 λεπτών. Οι σκέψεις πάνω στο πεπρωμένο, την τύχη, και το κατά πόσο μπορούμε ποτέ στα αλήθεια να έχουμε τον έλεγχο της μοίρας μας, μπαίνουν σε, well, δεύτερη μοίρα.

Η Λόλα αποτυγχάνει επειδή έκανε κάτι λάθος ή επειδή δεν το ήθελε αρκετά; Η όποια θετική έκβαση συνδέεται με το να παίρνεις τον έλεγχο και να κυνηγάς / διαμορφώνεις την τύχη σου; Ή τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία; Νομίζω πως η ταινία δεν έχει στα αλήθεια τέτοιες έγνοιες, καθώς το πρώτο που μετράει είναι το τρέξιμο. Κι είναι τόσο αποτελεσματική, και εμβληματική στο πώς το καταφέρνει αυτό.

Ο Τίκβερ πριν από τη “Λόλα” είχε σκηνοθετήσει το υπέροχα υπνωτιστικό “Χειμερία Νάρκη” ενώ στον απόηχο αυτής της τεράστιας επιτυχίας του, επέλεξε επίσης πιο στοχαστικές αφηγήσεις όπως ο κισλοφσκικός “Παράδεισος” με την Κέιτ Μπλάνσετ. Η αισθητική του προς τα εκεί ήταν στα αλήθεια, αλλά για μια μικρή, φευγαλέα στιγμή, το μόνο που ήθελε ήταν, απλώς, να βάλει την ηρωίδα του να τρέχει αντιμέτωπη με ένα βουνό αδιεξόδων. Ποιοι ανάμεσά μας δεν έχουν νιώσει κάποτε ακριβώς έτσι;

Η Δική της Κόλαση

(“Her Private Hell”, Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, 1ω50λ)

★★

Καθώς μια μυστηριώδης ομίχλη κυκλώνει μια φουτουριστική μετρόπολη, απελευθερώνοντας μια φονική και αινιγματική οντότητα, μια βασανισμένη νεαρή γυναίκα αναζητά τον πατέρα της. Στη δική του Οδύσσεια, ένας αμερικανός στρατιώτης αναζητά την κόρη του, αποφασισμένος πως είναι παγιδευμένη στην Κόλαση.

Σε 25 λέξεις: Δύο ιστορίες που δεν λειτουργούν συνδυαστικά και ένας ρυθμός υπνωτιστικός στα όρια της ακινησίας στη νέα ταινία του νέον στιλίστα Ρεφν (“Drive”). Ωραία αισθητικά στοιχεία και ωραίες επιμέρους ιδέες, σε μια ταινία που δυσκολεύεται όμως να πάει κάπου.

Κριτική

Αμετανόητος στιλίστας, ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μετά από δεκαετή απουσία και τελευταία ταινία του το καλτ “Neon Demon”. Έκτοτε είχε δοκιμαστεί στη μικρή οθόνη με mood pieces που έβγαζαν λιγοστό νόημα ως αυστηρές αφηγήσεις και περισσότερο ως αισθήσεις, το “Too Old to Die Young” και το “Copenhagen Cowboy”. (Ενδεικτικό ότι στις Κάννες είχαν προβληθεί τα επεισόδια 4 και 5 του “Too Old to Die Young” χωρίς να τίθεται θέμα μη κατανόησης λόγω της προσπέρασης των 3 πρώτων επεισοδίων.)

Η αποσπασματικότητα ιδεών γίνεται εδώ κομμάτι του DNA του έργου, καθώς ο Ρεφν επιχειρεί να δέσει δύο παράλληλες αφηγήσεις σε ένα υπαρξιακό νουάρ γεμάτο αναζητήσεις, καταβυθίσεις στο άγνωστο και μια αποφασιστικά ακινητοποιημένη αφήγηση, ηρώων που στέκονται μέσα σε επιθετικά αισθητικοποιημένα περιβάλλοντα μιας νέον κόλασης. Είναι αξιέπαινο το ότι επιχειρεί να ξετυλίξει μια αφήγηση σαν μέσα από μια διαδοχή από καρτ ποστάλ, όμως το αποτέλεσμα δεν λειτουργεί.

Η επαναληψιμότητα ιδεών, χαρακτήρων και σκηνών σε συνδυασμό με την απουσία ροής κάνουν το αποτέλεσμα τρομερά δύσκαμπτο και εν τέλει πληκτικό, όσο κι αν στέκεσαι να θαυμάσεις επιμέρους concepts, μορφές, σκηνές, ακόμα και ένα σύνολο ιδεών. Το έργο που τελικά προσομοιάζει περισσότερο αυτό που επιχειρεί εδώ είναι τελικά το “Μόνο ο Θεός Συγχωρεί”, το τολμηρό του follow-up στον θρίαμβο του “Drive”.

Το νεανικό καστ του κάνει πολύ καλή δουλειά προσπαθώντας να ζωντανέψει τα άψυχα σκηνικά (ειδικά ο Τσαρλς Μέλτον του “May December” στην πιο μουντή και μοναχική πλευρά της ταινίας) και υπάρχει κάτι ελκυστικό στην ιδέα μιας δημιουργίας τόσο φωναχτά κατασκευασμένης, στην οποία η χρωματική φωτεινότητα κρύβει μια σχεδόν νεκρική σύνθεση. Όμως η εκτέλεση του οράματος σκοντάφτει καθώς τα επιμέρους στοιχεία δεν συνδέονται οργανικά, και η επαναληψιμότητα οδηγεί σε αδιέξοδο.

Σχετικό Άρθρο

Μια Θέση στον Ήλιο

(“A Place in the Sun”, Τζορτζ Στίβενς, 2ω2λ)

★★★½

Φτωχός πλην φιλόδοξος νέος που έχει σχέση με εργάτρια, γνωρίζει και εντυπωσιάζεται από μια πλούσια κοπέλα η οποία τον ερωτεύεται. Τώρα όμως ο παλιός του δεσμός στέκεται εμπόδιο στις φιλοδοξίες κοινωνικής του ανόδου.

Σε 25 λέξεις: Μοντγκόμερι Κλιφτ και Ελίζαμπεθ Τέιλορ σε κλασικό αμερικάνικο δράμα με έξοχη οπτική αφήγηση σκιών και καδραρισμάτων. Το δράμα του κεντρικού ήρωα γέρνει προς συγκρατημένο μελοδραματισμό αλλά το ταξικό και κοινωνικό πλαίσιο δίνει αληθινή τραγική διάσταση οδηγώντας στο πολύ δυνατό φινάλε μιας θαρραλέας τρίτης πράξης που εξελίσσεται σε πνιγηρό δικαστικό δράμα. 6 Όσκαρ, ανάμεσά τους σκηνοθεσίας για τον Τζορτζ Στίβενς.

Θρέψε Κοράκια

(“Cria! / Cría cuervos”, Κάρλος Σάουρα, 1ω45λ)

★★★★

Μετά το θάνατο της μητέρας τους και του στρατιωτικού πατέρα τους, οι ορφανές αδερφές Ιρένε, Άνα και Μαϊτε μεγαλώνουν στη Μαδρίτη μαζί με την αυστηρή θεία τους και την μουγκή, γιαγιά τους. Η Άνα είναι ένα μελαγχολικό κορίτσι που το συναρπάζει ο θάνατος και, πιστεύοντας πως μπορεί να επικοινωνήσει με τη νεκρή μητέρα της, χτίζει έναν κόσμο όπου φαντασία, αναμνήσεις ακόμα και το μέλλον, πλέκονται μεταξύ τους σε οράματα της καθημερινότητας.

Σε 25 λέξεις: Εξαιρετικής δύναμης αλληγορία στον απόηχο της φρανκικής εποχής. Μέσα από μια στοιχειωμένη ιστορία ενηλικίωσης ο Σάουρα εξερευνά το συλλογικό τραύμα και την ακινησία μιας κοινωνίας καθηλωμένης. Εκπληκτική κι εδώ η μικρή Άνα Τόρεντ, τρία χρόνια μετά το ρόλο της στο αξεπέραστο “Πνεύμα του Μελισσιού”.

Επτά Ψυχοπαθείς

(“Seven Psychopaths”, Μάρτιν ΜακΝτόνα, 1ω50λ)

★★

Ο συγγραφέας Τσάρλι ονειρεύεται πως μια μέρα θα τελειώσει το σενάριο που γράφει. Το μόνο που χρειάζεται είναι αυτοσυγκέντρωση και έμπνευση. Ο καλύτερός του φίλος, ένας άνεργος ηθοποιός και ενίοτε κλέφτης σκυλιών, θέλει να τον βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο, όμως μαζί με τον συνεργό του, έναν θρήσκο άντρα με βίαιο παρελθόν, κλέβουν το σκυλί ενός ψυχοπαθούς γκάνγκστερ. Έχοντας τέτοιους χαρακτήρες και καταστάσεις γύρω του, ο Τσάρλι θα βρει έμπνευση για να τελειώσει το σενάριό του – αλλά θα είναι ξαφνικά δύσκολο να μείνει ζωντανός.

Σε 25 λέξεις: Πριν τις “Τρεις Πινακίδες” και μετά το καλτ “Αποστολή στη Μπριζ”, ο Μάρτιν ΜακΝτόνα γράφει και σκηνοθετεί μια γκάνγκστερ κωμωδία εγκλήματος και υπαρξισμού με εντυπωσιακό καστ. Πολύ πιο μπουκωμένο και επιτηδευμένο από τις άλλες δουλειές του, με λιγότερη βαρύτητα και περισσότερο ικανοποιημένο με τον εαυτό του. Έχει τις στιγμές του αλλά είναι μακράν η πιο αδύναμη στιγμή της φιλμογραφίας του βραβευμένου δημιουργού.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα