Πώς ο Τραμπ επαναφέρει το λαθρεμπόριο όπλων

Διαβάζεται σε 7'
Donald Trump
Donald Trump AP Photo Julia Demaree Nikhinson

Καταστήματα που είχαν χάσει τις άδειές τους επί Μπάιντεν, μεταξύ αυτών επιχειρήσεις με σοβαρό ιστορικό παραβάσεων με πωλήσεις όπλων που εντοπίστηκαν σε σκηνές εγκλημάτων, επαναλειτουργούν νόμιμα επί Τραμπ.

Έρευνα του CNN εντόπισε σχεδόν δώδεκα καταστήματα όπλων που είχαν χάσει τις άδειές τους επί Μπάιντεν και τώρα λειτουργούν ξανά νόμιμα επί Τραμπ. Η νέα διοίκηση έχει υιοθετήσει πιο χαλαρή στάση στη ρύθμιση των όπλων, καταργώντας μεταξύ άλλων την πολιτική «μηδενικής ανοχής» της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία στόχευε τους χειρότερους παραβάτες στον κλάδο. Σε τουλάχιστον πέντε περιπτώσεις, το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ απέσυρε υποθέσεις στις οποίες καταστήματα αμφισβητούσαν ανακλήσεις αδειών της εποχής Μπάιντεν.

Έτσι, αυτά τα καταστήματα μπόρεσαν να επαναλειτουργήσουν. Η Υπηρεσία Αλκοόλ, Καπνού, Πυροβόλων Όπλων και Εκρηκτικών (ATF) επιβεβαίωσε ότι κάλεσε εμπόρους να υποβάλουν εκ νέου αίτηση για άδειες που είχαν χάσει, και χορήγησε νέες σε τουλάχιστον 23 καταστήματα. Η υπηρεσία, ωστόσο, αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματά τους.

Ορισμένες από τις επιχειρήσεις που έλαβαν νέες άδειες επί Τραμπ είχαν στο παρελθόν επισημανθεί για σοβαρές παραβάσεις.

Δύο από αυτές είχαν λάβει πολλαπλές επιστολές προειδοποίησης επειδή τουλάχιστον 25 όπλα που είχαν πωλήσει εντοπίστηκαν σε σκηνές εγκλημάτων μέσα σε ένα χρόνο, σύμφωνα με αρχεία του ATF που εξέτασε το CNN. Από το 2021 έως το 2024, ανακτήθηκαν τουλάχιστον 175 όπλα συνδεδεμένα με εγκλήματα και προερχόμενα από αυτά τα δύο καταστήματα.

Πρώην αξιωματούχοι του ATF εκφράζουν έντονη ανησυχία για την επαναδειοδότηση αυτών των επιχειρήσεων. Επισημαίνουν ότι καταστήματα που παραλείπουν να διενεργούν ελέγχους ιστορικού ή που πωλούν σε αγοραστές-αχυράνθρωπους τροφοδοτούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της βίαιης εγκληματικότητας σε ολόκληρη τη χώρα. «Ήμασταν απολύτως επικεντρωμένοι στην επιθεώρηση των καταστημάτων που αποτελούσαν την πηγή των όπλων που χρησιμοποιούνταν σε εγκλήματα», δήλωσε η Μαριάννα Μίτσεμ, πρώην επικεφαλής του τμήματος επιθεωρήσεων, η οποία αποχώρησε από το ATF τον Μάιο του 2025. Εργάζεται πλέον ως σύμβουλος στο Everytown, οργάνωση για την πρόληψη της βίας με πυροβόλα όπλα.

Σύμφωνα με την ίδια, οι αγοραστές-αχυράνθρωποι και οι αδειοδοτούμενοι έμποροι αποτελούν τα κύρια κανάλια απόκτησης παράνομων όπλων. «Το συμπέρασμα είναι ότι το ATF δεν επικεντρώνεται πλέον στη διακίνηση πυροβόλων όπλων», πρόσθεσε. «Και είναι πολύ λυπηρό, γιατί οι πολίτες και οι κοινότητές μας θα πληρώσουν το τίμημα». Ο γενικός νομικός σύμβουλος του ATF, Ρόμπερτ Λάιντερ, αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι η υπηρεσία έχει χαλαρώσει την εποπτεία της. «Αντιμετωπίζουμε με πλήρη σοβαρότητα τους διεφθαρμένους εμπόρους και απαγγέλλουμε βαριές κατηγορίες όταν τους εντοπίζουμε», είπε στο CNN. «Αντιμετωπίζουμε με πλήρη σοβαρότητα και τους αγοραστές-αχυράνθρωπους. Η διαφορά είναι ότι αυτή η διοίκηση δεν βλέπει καμία αντίθεση μεταξύ της καταπολέμησης της βίαιης εγκληματικότητας και της μείωσης των περιορισμών για τους νομοταγείς πολίτες».

Για τα καταστήματα που ανέκτησαν άδειες επί Τραμπ, ο Λάιντερ σημείωσε: «Διενεργήσαμε τόσο νομική όσο και πραγματική αξιολόγηση. Ορισμένες περιπτώσεις αφορούν τεχνικές παραβάσεις, αλλά όχι της έκτασης που ισχυρίζονται οι υποστηρικτές του ελέγχου των όπλων». Από την πλευρά τους, ορισμένα καταστήματα που επανέκτησαν άδειες υποστηρίζουν ότι είχαν αδίκως στοχοποιηθεί.

«Δεν δίναμε όπλα σε ανθρώπους που δεν έπρεπε να τα έχουν, ούτε αποφεύγαμε σκόπιμα τους ελέγχους ιστορικού για να κλείσουμε μια πώληση», δήλωσε ο Γουίλ Μπόσγουελ, ιδιοκτήτης του The Tactical Edge στο Τενεσί. Το κατάστημά του έχασε την άδειά του το 2023 και την ανέκτησε το φθινόπωρο του 2024, αφού υπέβαλε εκ νέου αίτηση επί Τραμπ. «Δεν έχουμε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο και δεν θα κάνουμε. Αλλά ο τρόπος που το ATF μας αντιμετώπισε μάς έκανε να νιώθουμε εγκληματίες».

Από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε εκ νέου την εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, ο Λευκός Οίκος μείωσε σημαντικά τον αριθμό των επιθεωρητών του ATF και περιόρισε την εξουσία τους να συστήνουν ανάκληση αδειών για παραβίαση ομοσπονδιακών νόμων. Παράλληλα, το ATF αφαίρεσε από τον ιστότοπό του εκθέσεις επιθεωρήσεων και ανακοινώσεις ανακλήσεων, μειώνοντας τη διαφάνεια γύρω από την επιβολή του νόμου.

Η πολιτική «μηδενικής ανοχής» που κατήργησε η κυβέρνηση Τραμπ είχε εισαχθεί από τη διοίκηση Μπάιντεν το 2021. Επέτρεπε στους επιθεωρητές να συνιστούν άμεση ανάκληση αδειών για σοβαρές παραβάσεις, όπως η μη διενέργεια ελέγχων ιστορικού, η πώληση όπλων σε καταδικασθέντες για κακουργήματα, η παραποίηση αρχείων και η αγνόηση αιτημάτων ιχνηλάτησης. Το 2025, το ATF διενήργησε περίπου 8.630 επιθεωρήσεις και ανακάλεσε μόλις 50 άδειες. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο περίπου των ανακλήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το τελευταίο έτος Μπάιντεν, όταν οι ανακλήσεις είχαν φτάσει τις 195 — ρεκόρ δύο δεκαετιών. Επίσης, τερματίστηκε το πρόγραμμα προειδοποιητικών επιστολών «DL2», που στόχευε καταστήματα με 25 ή περισσότερα όπλα εντοπισμένα σε σκηνές εγκλημάτων.

Η ηγεσία του ATF και η βιομηχανία όπλων χαιρέτισαν τις αλλαγές ως «νέα εποχή μεταρρύθμισης», υποστηρίζοντας ότι μειώνουν γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις για νομοταγείς επιχειρήσεις και διορθώνουν μια πολιτικά παρακινούμενη ατζέντα. Ωστόσο, η έρευνα του CNN — με χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και ανεξάρτητη επαλήθευση — αποκάλυψε ότι επιχειρήσεις με σοβαρό ιστορικό παραβάσεων κατάφεραν να επιστρέψουν στην αγορά. Το The Outdoorsman’s Attic, για παράδειγμα, είχε χάσει την άδειά του το 2024 επειδή ο ιδιοκτήτης βοηθούσε καταδικασμένο ποινικό, να διεξάγει παράνομες κληρώσεις όπλων και παραποιούσε αρχεία. Τον Αύγουστο του 2025, το Υπουργείο Δικαιοσύνης απέσυρε την υπόθεση και του χορηγήθηκε νέα άδεια.

Το κατάστημα αρνήθηκε να σχολιάσει.

Το Posey Guns & Pawn επαναλειτούργησε με άδεια στο όνομα του γιου του ιδιοκτήτη, παρόλο που η αρχική άδεια είχε ανακληθεί για πώληση όπλου σε ανήλικο, παράλειψη ελέγχων ιστορικού σε ψυχικά ασθενείς και εκατοντάδες διοικητικές παραβάσεις. Τα δικαστήρια είχαν κρίνει ότι η λειτουργία του συνιστούσε δημόσιο κίνδυνο. Επίσης, τα Wessel Gun Shop και Tampa Tactical Supply συνέχισαν τις δραστηριότητές τους, παρά το γεγονός ότι εκατοντάδες όπλα που είχαν πωληθεί από αυτά συνδέθηκαν αργότερα με εγκληματικές ενέργειες. Οι εμπλεκόμενοι έμποροι υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για διοικητικά λάθη και γραφειοκρατικές παραλείψεις.

Υποστηρικτές της ασφάλειας των πυροβόλων όπλων και ακτιβιστές κατά της βίας αντιδρούν, ωστόσο, έντονα. Προειδοποιούν ότι η χαλάρωση των κανόνων και η επαναφορά ανεύθυνων εμπόρων στην αγορά θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, υπενθυμίζοντας ότι τα όπλα που χρησιμοποιούνται σε εγκλήματα προέρχονται σχεδόν πάντα από τη νόμιμη αγορά.

Σημειώνεται πως οι άδειες των καταστημάτων όπλων (FFL) στις ΗΠΑ ανακαλούνται από την ομοσπονδιακή υπηρεσία ATF κυρίως για πώληση όπλων χωρίς τη διενέργεια του απαραίτητου ομοσπονδιακού ελέγχου ιστορικού (background check) μέσω του συστήματος NICS του FBI, καθώς και τη μεταβίβαση οπλισμού σε πρόσωπα όπως καταδικασμένους  ή άτομα με ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας. Το σύστημα ελέγχει αν υπάρχουν ποινικό μητρώο, καταδίκες ή δικαστικές αποφάσεις για αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία. Οποιοσδήποτε ενήλικος πολίτης θεωρείται αυτόματα ικανός να αγοράσει όπλο, εκτός αν το όνομά του βρίσκεται ήδη στη «μαύρη λίστα» του FBI λόγω δικαστικής απόφασης.

Επιπλέον, σοβαρές παραβάσεις αποτελούν η σκόπιμη παραποίηση των επίσημων ομοσπονδιακών εντύπων καταγραφής, η άρνηση ή αδυναμία ανταπόκρισης στα αιτήματα της ATF για την ιχνηλάτηση όπλων που βρέθηκαν σε σκηνές εγκλήματος, καθώς και η παρεμπόδιση των επιθεωρητών από το να ελέγξουν τα αρχεία και το απόθεμα του καταστήματος.

Συχνό φαινόμενο είναι και η ανάκληση λόγω «εικονικών αγορών» (straw purchases), όπου ο έμπορος γνωρίζει ότι ο πελάτης αγοράζει το όπλο για λογαριασμό κάποιου άλλου που δεν δικαιούται νόμιμα να το αποκτήσει.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα