Νοικοκυριά και εισόδημα: Το 1 τρισ. ευρώ και οι δύο όψεις
Διαβάζεται σε 7'
Η σύγκριση με τις χώρες της Ευρωζώνης καταδεικνύει ότι, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ εμφανίζει συγκριτικά ευνοϊκότερη εικόνα ως προς τον πλούτο. Συνολικά ο πλούτος ανέρχεται στα 1,018 τρισ. ενώ εάν αφαιρεθεί το χρέος των νοικοκυριών τότε ο καθαρός πλούτος διαμορφώθηκε περίπου σε Ευρώ 924 δισ.
- 04 Αυγούστου 2026 07:43
Δύο διαφορετικές όψεις καταγράφονται για την οικονομική θέση των ελληνικών νοικοκυριών σε μελέτη που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026 στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Economic Research της Alpha Bank, με τίτλο «Ελληνική Οικονομία: Εισόδημα και Πλούτος – Η οικονομική θέση των ελληνικών νοικοκυριών έναντι της Ευρωζώνης».
Η οικονομική θέση των νοικοκυριών προσδιορίζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο επηρεάζει τις δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης, όσο και από τον πλούτο που κατέχουν, ο οποίος αντανακλά τη συσσωρευμένη οικονομική τους ευρωστία.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Alpha Bank, τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφηκε βελτίωση και στα δύο μεγέθη. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να αυξάνεται, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.
Άνοδος του ακαθάριστου πλούτου – Οι παράγοντες που συνέβαλαν
Παράλληλα, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών κατέγραψε ταχύτερη άνοδο, αντανακλώντας την αύξηση τόσο του χρηματοοικονομικού όσο και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η ευρύτερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, η ισχυρή επίδοση του τουρισμού, η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας, ιδιαίτερα μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς και η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς.
Η σύγκριση με τις χώρες της Ευρωζώνης καταδεικνύει ότι, παρά τη βελτίωση που έχει σημειωθεί και στα δύο μεγέθη, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ εμφανίζει συγκριτικά ευνοϊκότερη εικόνα ως προς τον πλούτο.
Το διαθέσιμο εισόδημα
Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%.
Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν καταγράφηκε αύξηση 3,2% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, η άνοδος του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ήταν εντονότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3%, συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022-2023, εξαιτίας των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Σε χαμηλή «πτήση» η αποταμίευση
Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική, περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός.
Η άνοδος των καταναλωτικών δανείων
Ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά, με το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο του Ιουνίου να διαμορφώνεται σε 6,9%.
Επιπλέον, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης, μέσω του λεγόμενου wealth effect.
Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που ενίσχυσαν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, η αύξηση των εισοδημάτων κατά τη διετία 2024-2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα και το μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων.
Οι δύο αυτές κατηγορίες συνέχισαν να καταγράφουν άνοδο το πρώτο τρίμηνο του 2026, κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα.
Το εισόδημα περιουσίας συνεισέφερε επίσης θετικά τη διετία 2024-2025, αν και σε μικρότερο βαθμό, ενώ η άνοδος του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος περιορίστηκε εν μέρει από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων.
Πάνω από 1 τρισ. ευρώ η αξία του πλούτου
Η αξία του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022, ενώ η άνοδος επιταχύνθηκε περαιτέρω κατά την τελευταία διετία.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και, σε έναν βαθμό, στη δημιουργία νέου πλούτου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 19%, ή κατά 161 δισ. ευρώ, τη διετία 2024-2025.
Μόνο το 2025, η αύξηση διαμορφώθηκε περίπου στο 11%, ή σε 98 δισ. ευρώ.
Οι «βατήρες» της ανόδου
Από τις επιμέρους κατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου ξεχωρίζουν τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία.
Ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ έπονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις.
Η αξία των ακινήτων
Ως προς τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16%, ενώ ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος ενισχύθηκε κατά 13%.
Αξιοσημείωτη είναι και η μεταβολή που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην αναλογία χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου, υπέρ του πρώτου.
Το τέταρτο τρίμηνο του 2018, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών. Έκτοτε, το ποσοστό αυξάνεται σταθερά και διαμορφώθηκε στο 37% στο τέλος του 2025.
Η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη
Από τα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, η Ελλάδα βρισκόταν στη 15η θέση ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών.
Η διάμεσος του καθαρού πλούτου διαμορφώθηκε σε περίπου 118.000 ευρώ, με την Ελλάδα να βρίσκεται μπροστά από την Κροατία, τη Λετονία, τη Λιθουανία και την Εσθονία.
Στην πρώτη θέση βρίσκεται το Λουξεμβούργο, ενώ ακολουθούν η Μάλτα, η Ιρλανδία και το Βέλγιο.
Αντίθετα, ως προς το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, η θέση της Ελλάδας είναι αισθητά χαμηλότερη.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση μόνο σε σύγκριση με τη Λετονία.
Για την ίδια περίοδο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 κατέγραφε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα.
Η καλύτερη κατάταξη της Ελλάδας ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου, σε σύγκριση με τη θέση της στο διαθέσιμο εισόδημα, αντανακλά κυρίως τη μεγάλη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας στη σύνθεση του πλούτου των νοικοκυριών.
Το γεγονός αυτό συνδέεται τόσο με τη σημαντική αύξηση της αξίας των ακινήτων τα τελευταία χρόνια όσο και με τη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Οι προοπτικές
Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για το διαθέσιμο εισόδημα και την περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένουν ευνοϊκές, σύμφωνα με την ανάλυση.
Υποστηρίζονται από τις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια, όπως η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας, η οποία ευνοεί κυρίως τους νέους και τις οικογένειες με παιδιά, η ενίσχυση των συνταξιούχων, οι αυξήσεις των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και η περαιτέρω άνοδος του κατώτατου μισθού.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η επενδυτική δυναμική που δημιουργούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του Εθνικού Αναπτυξιακού Προγράμματος και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Οι εξελίξεις αυτές εκτιμάται ότι θα ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την παραγωγικότητα της οικονομίας, συμβάλλοντας στην περαιτέρω άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος και στη βελτίωση της περιουσιακής θέσης των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η διατήρηση δημοσιονομικού χώρου ενισχύει την ικανότητα λήψης στοχευμένων μέτρων στήριξης των εισοδημάτων σε περιόδους εξωγενών διαταραχών, όπως οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.