ΔΕΗ
24 Media Creative Team

ΓΙΑΤΙ ΣΠΑΙΝΤΕΡΜΑΝ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΑΝΑΓΚΗ;

Η “Οδύσσεια” και το “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” σπάνε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ, δίνοντας συνδυαστικά το μεγαλύτερο εισπρακτικό τριήμερο στην ιστορία του box office. Γιατί αυτοί οι ήρωες, αυτές οι ταινίες, αυτή τη στιγμή;

Σε κάποιο βαθμό, τα πάντα μπορείς να τα εξηγήσεις βάσει μεγέθους.

Ναι, η Οδύσσεια είναι ένα ενήλικο υπερθέαμα γεμάτο σούπερ σταρ και εντυπωσιακές σκηνές δράσης, βασισμένο στο διασημότερο ίσως κείμενο της δυτικής λογοτεχνίας.

Ναι, το Spider-Man: Καινούργια Μέρα είναι η νέα ταινία σε ένα franchise χωρίς αληθινά κακή ταινία, που επί 25 χρόνια διασκεδάζει το παγκόσμιο κοινό και που το αμέσως προηγούμενο φιλμ ήταν εκείνο που άνοιξε ξανά τα σινεμά μετά την πανδημία.

Οι δύο αυτές ταινίες πάντα θα ήταν επιτυχίες, πάντα θα ήταν μπλοκμπάστερ που θα καθόριζαν το κινηματογραφικό καλοκαίρι. Αλλά το μέγεθος; Το μέγεθος είναι κάτι άλλο. Δεν ήταν ποτέ όμως δεδομένο ότι αυτές οι ταινίες θα ήταν τόσο μεγάλες.

Η Οδύσσεια αυτή τη στιγμή έχει ξεπεράσει τα $900 εκατομμύρια στο παγκόσμιο box office, αφήνοντας ήδη πίσω το Οπενχάιμερ, ενώ σύντομα θα ξεπεράσει και τους Σκοτεινούς Ιππότες του Νόλαν για να γίνει η εμπορικότερη ταινία στην καριέρα του σκηνοθέτη. Στην Ελλάδα, με ήδη πάνω από 600.000 εισιτήρια, έχει βάλει πλώρη για το τρομερά σπάνιο εκατομμύριο.

Το δε Spider-Man: Καινούργια Μέρα όχι απλά άνοιξε πάνω από το (ήδη φαινόμενο) No Way Home, αλλά έφτασε μια τρίχα από το να ανοίξει πάνω από κυριολεκτικά κάθε άλλη ταινία στην ιστορία. Διεθνώς, ξεπέρασε το $1 δις μέσα σε μόλις 6 μέρες. Και το έκανε τη στιγμή που ταινίες της Marvel έχουν πάψει να αποτελούν αυτόματες επιτυχίες, όπου ακόμα και καλές ταινίες σαν το Thunderbolts* κινούνται μετριοπαθώς, ή που φιλμ σαν το Marvels στην Ελλάδα μπορεί να κάνουν κυριολεκτικά λιγότερα εισιτήρια από, ας πούμε, τις Περασμένες Ζωές.

Μαζί, αυτές οι δύο ταινίες είχαν ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο τριήμερο στην ιστορία του αμερικάνικου box office.

Φυσικά και θα ήταν επιτυχίες, αλλά –πώς αλλιώς να το θέσω;– δεν υπήρχε κανένας λόγος αυτές οι δύο ταινίες να είναι τόσο σεισμικές. Το συγκεκριμένο Σπάιντερμαν δεν έχει καν κάτι ιδιαίτερο να πουλήσει: Ούτε Εκδικητές, ούτε παράλληλα σύμπαντα, ούτε τίποτα. Είναι απλά ο φίλος μας ο Πίτερ Πάρκερ που αγαπάει τη Ζεντάγια κι εκείνη δεν τον θυμάται. Αυτό τελικά αρκεί!

Τι ήταν τελικά λοιπόν που έσπρωξε αυτές τις δύο ταινίες πάνω από τις προσδοκίες, να σπάσουν κάθε προϋπάρχουν φράγμα; Η αξία των σταρ σίγουρα είναι εκεί, κι αυτό συμπεριλαμβάνει τον ίδιο τον Νόλαν, που σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας ονόματος είναι εκεί ψηλά με τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σταρ του 21ου αιώνα.

Ο Νόλαν σημαίνει αυτομάτως σουξέ, πόσο μάλλον μετά τον θρίαμβο του Οπενχάιμερ. Ο Ματ Ντέιμον είναι ένας αγαπητός, παγκόσμια αναγνωρίσιμος σταρ που παίζει έναν αρχετυπικό ήρωα. Ο Τομ Χόλαντ κι η Ζεντάγια είναι δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα της νέας γενιάς χολιγουντιανών σταρ, μόλις παντρεύτηκαν, οι πάντες τους συμπαθούν, δεν νιώθεις ποτέ ότι γεμίζουν τον αέρα γύρω μας, και παίζουν και στις δύο ταινίες.

(Σε μια έρευνα μετά το άνοιγμα του Σπάιντερμαν, το 39% των θεατών ανέφερε ως λόγο που επέλεγε να δει τον την ταινία, τον Χόλαντ, και 29% τη Ζεντάγια.)

Ο Σπάιντερμαν του Χόλαντ είναι τρομερά συμπαθής χαρακτήρας που κανείς δεν έχει κακό λόγο να του προσάψει. Η προηγούμενή του ταινία ήταν τεράστια επιτυχία που μάζεψε κόσμο στις έρημες αίθουσες της Covid περιόδου. Και τώρα παίζει σε μια ταινία που έστειλε όλα τα τα σωστά μηνύματα: Ξέχνα την παρέλαση χαρακτήρων από τους Εκδικητές και τα μπλιμπλικια του Τόνι Σταρκ. Αυτός ο Πίτερ είναι μοναχικός, και αλωνίζει τη Νέα Υόρκη θέλοντας να σταματήσει κακούς την ώρα που μελαγχολεί για το κορίτσι που ακόμα αγαπά – και που έχασε.

Όλα παίζουν τον ρόλο τους, μικρό ή μεγάλο. Ποτέ ένα πράγμα δεν είναι Ο Ένας Λόγος για μια μεγάλη επιτυχία – στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με δυο ταινίες όπου πάρα πολλά πράγματα πήγαν καλά, την ίδια στιγμή, συν το πλήρωμα του χρόνου που έδρασε ευνοϊκά και για τις δύο με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε κατακλυσμιαίες επιτυχίες.

Όμως μέσα σε όλα αυτά τα περισσότερο ή λιγότερο έγκυρα, ας λάβουμε υπόψην μας και την γοητεία που άσκησαν στο παγκόσμιο κοινό οι δύο κεντρικοί ήρωες. Ο Σπάιντερμαν και ο Οδυσσέας, δύο αρχετυπικοί ήρωες, καθένας με τον τρόπο του και για την εποχή του. Ούτε αυτό αρκεί φυσικά: Δύο χαρακτήρες με τόσο βαθιές ρίζες στην συλλογική συνείδηση αντιμετωπίζουν αμέτρητες διαφορετικές ερμηνείες και εκδοχές. Όμως κάτι σε αυτή τους την εκδοχή, ακούμπησε μια ευαίσθητη (συλλογική) χορδή, σα να ήταν ο ίδιος ο Οδυσσέας που τέντωνε τη χορδή στο κοντάρι του τόξου του.

Υπάρχει όμως κάτι στον τρόπο που ερμηνεύονται και αποτυπώνονται αυτή τη στιγμή στη μεγάλη οθόνη, που αναπόφευκτα κάνει ένα κάποιο γκελ με το σημερινό κοινό.

Ίσως η εποχή του μεταμοντερνισμού και της ειρωνικής αποστασιοποίησης να έχει επιτέλους τελειώσει – ειδικά μετά την πανδημία η ανάγκη για απτά στοιχεία και για συναισθηματική αμεσότητα μοιάζει πολύ έντονη, και εδώ ταιριάζει πολύ η προσέγγιση και των δύο ταινιών, με τον τρόπο της η κάθε μία.

Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν παρουσιάζεται ποτέ ως θριαμβευτικά πολυμήχανος ή εξυπνάκιας, αλλά είναι κυρίως ένας απο-ηρωοποιημένος ήρωας που αναζητά εξιλέωση στα μάτια όχι των θεών, αλλά των νεκρών συντρόφων του και του ίδιου του πολιτισμού του. Ο Σπάιντερμαν του Χόλαντ δεν είναι η μηχανή αστείων, καθώς το κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα του είναι η μοναξιά.

Αμφότεροι, φέρνουν μια πολύ ανθρώπινη και πολύ σύγχρονης ευαισθησίας διάσταση: Μια κατάσταση κατά την οποία έχεις πλήρη συναίσθηση της θέσης σου στον κόσμο, και τον πόνο που αυτή κουβαλά μαζί της – και την ανάγκη να συνεχίσεις να αναζητάς τη δύναμη για να σαλπάρεις προς τα μπροστά (ή έστω, να πετάς ιστούς προς τα ψηλά, ό,τι μπορεί ο καθένας).

Στην κατά Νόλαν Οδύσσεια, ο Οδυσσέας είναι ένας άνθρωπος ευφυής, που στο φόντο των ανδραγαθημάτων του βρίσκει ηθική ευθύνη για την ίδια την κατάλυση των άγραφων νόμων και τελικά του ίδιου του κοινωνικού συμβολαίου. Δεν θέλω να προτείνω την σκέψη πως όλοι μας μπορούμε να συνδεθούμε με ιδιοφυίες που άλλαξαν τον κόσμο χωρίς να μπορούν να προβλέψουν τις καταστροφικές συνέπειες, αλλά σε ένα ένα επίπεδο υπάρχει μέσα μας η ενοχή της επιβίωσης.

Βιώνουμε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει αποσυνδεθεί από τον κεντρικό του μοχλό – σε επίπεδο ηθικής, σε επίπεδο λειτουργίας, σε επίπεδο κανόνων. Ακούς τον Τραμπ να μιλάει και νιώθεις πως κανείς ποτέ ξανά δε θα λογοδοτήσει για τίποτα. Παρακολουθείς μια γενοκτονία στο κινητό σου και δυο ειδήσεις μετά βλέπεις ηγέτες να μιλούν για τάξη και διεθνές δίκαιο. Είναι σα να βιώνουμε μια πραγματικότητα συλλογικής ενοχής και παραλογισμού.

Δεν είναι ότι πρέπει να απολογηθούμε προσωπικά ο καθένας μας για κάτι συγκεκριμένο, αλλά υπάρχει μια τρομερή σύνδεση (έστω και αθέλητη) με έναν ήρωα που, αντί να κομπάζει για τις πονηριές του, θέλει να απολογηθεί, θέλει να μετανιώσει, θέλει να δώσει τιμή και εξιλέωση στους νεκρούς που κανείς δεν υπολογίζει.

Matt Damon is Odysseus in THE ODYSSEY, written, produced, and directed by Christopher Nolan.

Ο Σπάιντερμαν δεν αντιμετωπίζει κάτι τόσο βαρύ, δε θα μπορούσε εξάλλου, σε μια οικογενειακή περιπέτεια της Marvel. Όμως η ταινία – κι αυτό την κάνει αληθινά καλή – αφορά κάτι, έχει ζητήματα στο μυαλό της και τα εξερευνά μέσα από τις διαδρομές των κεντρικών χαρακτήρων και της πλοκής που είναι άρρηκτα δεμένη με αυτά τα μοτίβα, αντί για μια τυχαία φασαριόζικη σύγκρουση σαν αυτές που έχουμε συνηθίσει από το στούντιο.

Είναι μια ταινία που με τον τρόπο της μιλά για τη μοναξιά, έχοντας στο επίκεντρο εφήβους απομονωμένους. Ο Πίτερ χτίζει τη ζωή του μακριά από τους ανθρώπους που κάποτε ήταν δικοί του και γεμίζει το χρόνο του εστιάζοντας εμμονικά στο καθήκον. Η Μέρι Τζέιν μοιάζει να πηγαίνει με νεκρά ταχύτητα, κι ας μοιάζει να βρίσκεται στην “ενδεδειγμένη” διαδρομή. Έχει ένα αγόρι, το οποίο δε μοιάζει να πολυεμπιστεύεται, σα να είναι μαζί επειδή – τι να κάνεις, πρέπει. Έχει πρόταση για δουλειά αλλά δε νιώθει ηθικά ΟΚ με τον εαυτό της να την πάρει. Κάπως σα να μην ξέρει τι είναι ακριβώς αυτό που της λείπει.

Απέναντί τους η Τζιν, βίαια αποκομμένη από το ένα άτομο στη ζωή της που της προσέφερε αγάπη, με το τραύμα της απώλειάς της να την καθορίζει στην εντελώς μοναχική της διαδρομή. Σαν fantasy αντίδραση σε μια πολύ υπαρκτή ψηφιακή αποξένωση μιας νεότερης γενιάς που ψάχνει τις άγκυρές της, η ταινία μοιάζει συναισθηματικά κατανοητή για πολύ κόσμο που έχει νιώσει κάποιου είδους μοναξιά.

Μάλιστα, το κάνει με φροντίδα και ευαισθησία. Δίχως τοξικότητα και δίχως επιθετικές συμπεριφορές της ψηφιακής αντρόσφαιρας. Σκεφτείτε μια μικρή αλλά σημαντική στιγμή, όταν η Μέρι Τζέιν μαθαίνει την αλήθεια για τα όσα δεν θυμάται, κι η πρώτη της φυσική αντίδραση είναι: «ΟΚ, αλλά εγώ δεν σε αγαπάω. Δεν σε ξέρω καν». Δευτερόλεπτα μετά, ζητάει από τον Πίτερ/Σπάιντερμαν να την πάει σπίτι γιατί δεν έχει τρόπο να επιστρέψει, κι εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη ή απώτερο σκοπό, την πηγαίνει κατευθείαν.

Με πολλούς τρόπους και σε πολλές στιγμές, η Καινούργια Μέρα εστιάζει στην συναισθηματική αποδοχή, στην ευαισθητοποίηση, στην προσφορά του εαυτού στο άλλο άτομο, στην κατανόηση απέναντι σε όσα άτομα ζουν σε αποξένωση, και τελικά στο άνοιγμα.

Τίποτα από όλα αυτά φυσικά δεν παίζουν ρόλο στο άνοιγμα μιας ταινίας, το οποίο είναι συνήθως αποτέλεσμα άλλων παραγόντων – ανάμεσά τους το μάρκετινγκ, ισχύς ονομάτων, επιτυχία πιθανής προηγούμενης ταινίας. Όμως το πώς μια ταινία παραμένει στην επικαιρότητα και στη συζήτηση, που το word of mouth την γιγαντώνει περαιτέρω, και που τελοσπάντων ρίχνει άκυρο μες στη συλλογική σφαίρα, έχει απολύτως να κάνει με το πώς οι ήρωες και οι ιστορίες συνομιλούν με κάτι από τον τρόπο που νιώθουμε, τον τρόπο που ζούμε τώρα.

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα