Νέες ταινίες: Ανελέητες καταδιώξεις με εξωγήινους και με τον Ντιέγκο Μαραντόνα
Διαβάζεται σε 11'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 10 Σεπτεμβρίου 2026 06:10
Μια εβδομάδα απέχει η “Οδύσσεια” από το εντυπωσιακό όριο του ενός εκατομμυρίου εισιτηρίων, για την ώρα στα 977.000 αλλά κάνοντας σταθερά πάνω από 20.000 ανά 4ήμερο, εδώ και 2 μήνες. Μια αληθινά σπάνια εμπορική απόδοση.
Πολύ καλά ο Σπάιντερμαν πλησιάζει τα 500.000, ενώ εξαιρετικά πάνε τα “Minions & Τέρατα” (αναλογικά πολύ καλύτερα από την Αμερική) φτάνοντας τα 145.000 σε δύο – ουσιαστικά – εβδομάδες ευρείας κυκλοφορίας της μεταγλωττισμένης εκδοχής.
Το φεστιβαλικό σινεμά δείχνει όμως επίσης πως μπορεί να έχει δυναμική παρουσία ακόμα και σε αυτό το διάστημα που παραδοσιακά κυριαρχούν εμπορικοί τίτλοι και επανεκδόσεις. Το “Φιορδ” έτσι κι αλλιώς κινείται εντυπωσιακά έχοντας φτάσει τις 54.000 και δείχνοντας κάτι ελπιδοφόρο, πως πιθανώς το εν δυνάμει κοινό ενός τέτοιου (ας πούμε “mainstream arthouse”) τίτλου, μοιάζει λίγο μεγαλύτερο από ό,τι τα αμέσως επόμενα του Covid χρόνια.
Καλό άνοιγμα κι η “Πατρίδα” του Παβλικόφσκι με σχεδόν 12.000 εισιτήρια. Μπορεί να μην κουβαλά μαζί έναν Χρυσό Φοίνικα, ούτε τον ενθουσιασμό της προηγούμενης ταινίας του Πολωνού σκηνοθέτη, αλλά και πάλι μπορεί να κινηθεί ικανοποιητικά. Ακόμα κι αν δεν πάμε για νούμερα “Φιορδ”, φαίνεται κι εδώ η ύπαρξη ενός κοινού που ενδιαφέρεται για να δει και να συζητήσει (και) αυτό το σινεμά.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Hope
(“호프”, Να Χονγκ-τζιν, 2ω36λ)
★★★½
Σε ένα απομονωμένο χωριό της Νοτίου Κορέας, μια ομάδα κατοίκων έρχεται αντιμέτωπη με ένα τρομακτικό και ασταμάτητο τέρας χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί την αλήθεια πίσω από αυτό – ή πώς τελοσπάντων σταματιέται.
Σε 25 λέξεις: Περιπέτεια καταδίωξης με σπασμένα φρένα, απίστευτη αίσθηση γεωγραφίας και ρυθμού, που ξέρει για πόσο (και πώς) να κρύψει την απειλή πριν την αποκαλύψει. Σίγουρο μελλοντικό καλτ, ακόμα πιο σίγουρη διασκέδαση.
Κριτική
Το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις βλέποντας το “Hope” είναι ότι… βασικά, δεν μαθαίνεις τίποτα. Σαν τους χαρακτήρες αυτής της κωμόπολης που έρχονται αντιμέτωποι με μια μυστηριώδη, άφαντη απειλή, έτσι κι εσύ ως θεατής κοιτάζεις μέχρι και στα άκρα του κάδρου μπας και δεις ποια είναι τελικά αυτή η απειλή.
Όπως ο Σπίλμπεργκ κάποτε κράτησε τον Καρχαρία του κρυμμένο για ένα τεράστιο μέρος της ταινίας, οδηγώντας τον θεατή σε σοκ ύστερα από μια παρατεταμένη αίσθηση έντασης, έτσι κι ο Να Χονγκ-τζιν καταλαβαίνει πως πολλές φορές τίποτα δε μπορεί να είναι πιο καθηλωτικό από αυτό που τρέμεις μην και το αντικρύσεις.
Σε ένα λοιπόν απομακρυσμένο κορεάτικο χωριό, ένας αστυνομικός καλείται να ερευνήσει την περίπτωση ενός μυστηριώδους πλάσματος που σπέρνει το χάος στην τοπική κοινότητα. Αυτό που ακολουθεί ξεπερνά το όποιο δέσιμο με την πλοκή ή και με την συμβατική λογική ανάπτυξης πλοκής. Για ολόκληρη την πρώτη πράξη της ταινίας, αυτό που συμβαίνει είναι βασικά Το Κυνηγητό.
Ο Να Χονγκ-τζιν (του οποίου το θρίλερ “The Wailing” είχε δημιουργήσει φεστιβαλική αίσθηση, αλλά του οποίου η περιπέτεια “Chaser” είναι πιο συναφής με το παρόν φιλμ) φροντίζει την γεωγραφία της οθόνης, βάζοντας ισχνά σχηματισμένους χαρακτήρες να τρέχουν μανιωδώς να ξεφύγουν ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα δρομάκια του χωριού. Κινηματογραφεί τη δράση σαν κάτι ανεξάντλητα κινητικό ακόμα κι όταν περιορίζεται σε ένα στενό σοκάκι, ανάμεσα σε τοίχους και σε γκαραζόπορτες. Ανά πάσα στιγμή στην οθόνη κάποιος θα τρέχει ή κάτι θα κινείται, ή κάποιο σώμα θα τρακάρει πάνω σε κάποιο εμπόδιο.
Το αποτέλεσμα είναι μια διαβολεμένα διασκεδαστική περιπέτεια καταδίωξης που δεν σταματά παραπάνω από την απολύτως ελάχιστη ανάγκη, για να συστήσει στοιχεία χαρακτήρα, πλοκής ή μυθολογία. Εδώ, υπάρχει μόνο το Τέρας, κι υπάρχουμε μόνο εμείς – κοινό και χαρακτήρες μαζί, έρμαιά του.
Σταδιακά το απειλητικό τέρας αποκαλύπτεται, με τη συνδρομή κάποιων κάκιστων οπτικών εφέ που έχουν έκτοτε περάσει μια διαδικασία περαιτέρω επεξεργασίας. (σσ. Η κριτική έχει γίνει με βάση την κόπια της ταινίας που είδαμε στο φεστιβάλ Καννών.) Προσωπικά καθόλου δεν με πείραξε που τα εφέ των τεράτων ήταν τόσο ακαλαίσθητα – προσέθετε στην αίσθηση πως βλέπεις κάποια “βήτα” ταινία από αυτές που καμιά φορά είναι σκηνοθετημένες με τρομερό νεύρο και αίσθηση χώρου και έντασης που δεν περίμενες απαραιτήτως να συναντήσεις.
Δε θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για το τι είναι τα τέρατα, πότε και πώς και πού εμφανίζονται, τι θέλουν, αν πεθαίνουν ή όχι, και πώς εξελίσσονται τα διάφορα κυνηγητά. Αλλά δεν έχει και ιδιαίτερα σημασία, για να είμαι και ειλικρινής. Η ταινία είναι δομημένη στην ουσία σαν ένα κυνηγητό τριών πράξεων, όπου ειδικά η πρώτη κι η τελευταία έχουν σπασμένα τα φρένα. Δεν προλαβαίνεις καν να σταματήσεις και να αναρωτηθεί τα πώς και τα γιατί: Απλώς κρατάς το στόμα σου ανοιχτό.
Το φιλμ είναι πλούσιο και σε χιουμοριστικές στιγμές. Άλλες με πιο διασκεδαστικά ανώριμο χιούμορ: μια σκηνή διήγησης ενός χαρακτήρα που θυμάται την, ας πούμε, επεισοδιακή συνάντησή του με τα τέρατα στο δάσος, είναι η πιο δεν-θέλω-να-γελάω-αλλά-κι-όμως-γελάω σκηνή της ταινίας. Άλλες με σωματική κωμωδία που εμπνέεται από τον παραλογισμό της συνύπαρξης όλων αυτών των τόσο διαφορετικών σωμάτων μαζί. (Η “ιατροδικαστική” σκηνή είναι highlight.)
Η χιουμοριστική ελαφρότητα δεν σημαίνει πως το φιλμ χάνει την βαρύτητά του σε κανένα σημείο. Αφενός, υπάρχουν κάποια σημεία απρόσμενης βαρύτητας, για να μην πω συγκίνησης(!), όταν καταλαβαίνουμε ένα βασικό στοιχείο για το κίνητρο ενός πλάσματος.
Ταυτόχρονα, ο Να δημιουργεί ένα μπαράζ σχεδόν ωριαίων καταδιώξεων σε διαφορετικά κάθε φορά σκηνικά, εκμεταλλευόμενος πάντα τις ιδιαιτερότητες του κάθε χώρου και το είδος της δράσης που προσφέρει – από την πυκνότητα ενός δάσους γεμάτο κορμούς δέντρων και φυσικές κρυψώνες, μέχρι την απομόνωση ενός αυτοκινητόδρομου όπου υπάρχει μόνο η ταχύτητα.
Μέσα από αυτή την δίχως ανάσα αλυσίδα σκηνών δράσης, συνθέτει την εικόνα μιας κοινότητας που έρχεται (ή αποτυγχάνει να έρθει) μαζί για να αντιμετωπίσει μια απειλή τόσο ανεξήγητη και τόσο σαρωτική, που θα μπορούσε να αποτελεί γεγονός επιπέδου Αποκάλυψης – ομολογώ υπήρξε ένα σημείο της ταινίας που έφερα στο μυαλό μου το “Apocalypto” του Μελ Γκίμπσον!
Το ίδιο το φινάλε ακροβατεί ανάμεσα στην κουραστική απόπειρα ανάπτυξης μυθολογίας που δείχνει προς ένα κυνικά προ-αποφασισμένο σίκουελ και σε μια τέτοια υπερβολή στόμφου και πληροφορίας που καταλήγει τίποτα να μη σε νοιάζει, πέρα από τις out of context καταδιώξεις που μόλις είδες. Προσωπικά, στο τέλος γέλασα, αλλά ταυτόχρονα έφυγα από την αίθουσα πλήρης – δεν με ενδιαφέρει να δω κάτι περισσότερο σε αυτό τον “κόσμο”.
Α, και το καστ που είναι διεθνές; Για αρκετή ώρα στην ταινία θα αναρωτιέστε γιατί παίζει εδώ η Αλίσια Βικάντερ και πού είναι ο Μάικλ Φασμπέντερ. Πιστέψτε με, όταν διαπιστώσετε την απάντηση, θα διασκεδάσετε.
The Match
(“El Partido”, Χουάν Καμπράλ, Σαντιάγο Φράνκο, 1ω31λ)
★★★
Ο κλασικός μουντιαλικός αγώνας Αργεντινή-Αγγλία του 1986 (εκείνος με το Χέρι του Θεού του Μαραντόνα) εξερευνάται μέσα από την πολιτική και την Ιστορία των δύο εμπλεκόμενων χωρών, αλλά και τα λόγια των πρωταγωνιστών του.
Σε 25 λέξεις: Πολύ καλοφτιαγμένο αθλητικό ντοκιμαντέρ που θα διασκεδάσει απολύτως ακόμα και τους μη φανς του αθλήματος. Καλή αίσθηση αφήγησης, έστω κι αν δεν προκύπτει κάτι ριζοσπαστικό.
Κριτική
Οι καλές αθλητικές ιστορίες πάντα κουβαλούν μαζί τους ένα δεδομένο αφηγηματικό ενδιαφέρον, με την ιστορία τους να γράφεται πάνω στο χορτάρι (ή στην όποια επιφάνεια). Η δραματουργία όμως μπορεί πάντα να είναι πολύ πιο πλούσια, χάρη σε στοιχεία που εκ των πραγμάτων δε μπορούν να κατέβουν στο γήπεδο στην διάρκεια των 90 λεπτών. Η προϊστορία, το κοινωνικό πλαίσιο, οι οπαδοί, οι πρωταγωνιστές, το μέλλον που καταφθάνει (αλλά όταν λήγει ο αγώνας, ακόμα δεν το ξέρουμε).
Ως εκ τούτου, είναι πάντα δελεαστικό το να προσπαθήσεις να αφηγηθείς την ιστορία ενός αγώνα εμπλουτίζοντάς τον με όλο το context που μπορεί να βάλει ο νους σου. (Το έχω προσπαθήσει!) Και λίγο αγώνες σέρνουν μαζί τους πιο πλούσια μυθολογία και περισσότερη εμβληματικότητα από όσο το κλασικό ματς Αργεντινής-Αγγλίας το 1986. Το γκολ με το “Χέρι του Θεού”, το δεύτερο γκολ του Μαραντόνα που είναι πολύ απλά ένα από τα ομορφότερα στην ιστορία του αθλήματος, η αγωνία των Άγγλων, η επερχόμενη κατάκτηση, και φυσικά οι κοινωνικοπολιτική κατάσταση που είχε τις δύο χώρες σε αληθινή σύγκρουση.
Το ρόλο των αφηγητών αναλαμβάνουν διάφορες κεντρικές μορφές εκείνου του αγώνα, με μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας να έρχονται όταν η κάμερα απλώς τους παρακολουθεί να παρακολουθούν – πχ όταν ο Ντιέγκο έκανε την κούρσα που κατέληξε στο μυθικό γκολ του.
Δε θα έλεγα πως κατά τα άλλα υπάρχει κάποια αληθινή αποκάλυψη ή κάτι το απρόσμενο στο πώς όλα εκτυλίσσονται: Η ταινία αγγίζει λίγο από όλα, μαζί με μπόλικη σοφία της εξέδρας για θέματα ποδοσφαιρικά όσο και υπαρξιακά. Οι πρωταγωνιστικές μορφές προσφέρουν τσιτάτα και αντιδράσεις, κάτι που κάποιες φορές αρκεί.
Σε κάποια σημεία η όλη αφηγηματική και αισθητική προσέγγιση φλερτάρει λίγο με το κλασικό, καλογυαλισμένο τηλεοπτικό αθλητικό ντοκιμαντέρ, αλλά εν τέλει ο ρυθμός που ξετυλίγεται η ιστορία και το αγνό μέγεθος πολλών κεντρικών στοιχείων της, κάνουν το φιλμ όντως απολαυστικό στη θέαση.
Φάκελος 137
(“Dossier 137 / Case 137”, Ντόμινικ Μολ, 1ω55λ)
★★½
Μια αστυνομικός των εσωτερικών υποθέσεων αναλαμβάνει υπόθεση που αφορά σοβαρό τραυματισμού νεαρού διαμαρτυρόμενου των Κίτρινων Γιλέκων, από αστυνομικό που κάλυπτε τις διαδηλώσεις. Όταν ανακαλύψει πως το θύμα προέρχεται από την πόλη που γεννήθηκε, η υπόθεση παίρνει μια διαφορετική τροπή για την ίδια.
Σε 25 λέξεις: Στιβαρό αστυνομικό procedural που εξετάζει το κλίμα εσωτερικής αποσιώπησης των αστυνομικών ευθυνών, όμως το σύνολο απλά δεν είναι αρκετά συναρπαστικό ή αποκαλυπτικό για να προσφέρει κάτι πέρα από τη δυνατή κεντρική ερμηνεία της Λέα Ντρικέρ, που τιμήθηκε με βραβείο Σεζάρ.
Κόκορας
(Τάσος Γερακίνης, 1ω41λ)
★★½
Ένας θυρωρός στον Δήμο Αθηναίων είναι αποφασισμένος να δώσει στον 6χρονο γιο του το μέλλον που ο ίδιος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του. Τον γράφει σε ιδιωτικό σχολείο, αλλά αυτό το κυνήγι του “Ελληνικού Ονείρου” τον οδηγεί σε ένα ντόμινο συγκρούσεων και αδιεξόδων.
Σε 25 λέξεις: Κοινωνική τραγικωμωδία που δεν παίρνει τη συμβατική οδό της γνώριμης δραματικής αποτύπωσης, στήνοντας μια ενδιαφέρουσα ακολουθία συμβάντων και αποφάσεων, έχοντας την ίδια στιγμή παρατηρήσεις να κάνει πάνω στο σβήσιμο του μικροαστικού ονείρου και στο κυνήγι ενός μέλλοντος που είναι περισσότερο τρόπαιο και κοινωνικό παράσημο, παρά ουσιώδης καλυτέρευση – και τι κάνει αυτό για τον κόσμο μας, και φυσικά για τους εαυτούς μας. Η ισορροπία δεν υποστηρίζεται πάντα από καστ και αφηγηματικό ρυθμό, ενώ η αισθητική μονοτονία δεν βοηθά.
Κυκλοφορούν επίσης
Oasis: Don’t Look Back in Anger: H θριαμβευτική περιοδεία επανένωσης των Λίαμ και Νόελ Γκάλαχερ, Oasis Live ‘25, μία από τις πιο αναμενόμενες επιστροφές του ροκ ‘ν’ ρολ της εποχής μας, αποτυπώνεται μέσα από το ντοκιμαντέρ των Γουίλ Λάβλεϊς και Ντίλαν Σάουδερν. Πρόσβαση στις πρόβες, στα παρασκήνια και επί σκηνής, καθώς και οι πρώτες κοινές συνεντεύξεις του Νόελ και του Λίαμ μετά από πάνω από 20 χρόνια, συνθέτουν ένα ντοκιμαντέρ must για κάθε φαν των Oasis και της ροκ μυθολογίας.
Μαγικά Φίλτρα 2: Μια κατάρα απειλεί την οικογένεια των αδερφών Όουενς οι οποίες επιστρέφουν με νέα κινηματογραφική περιπέτεια σχεδόν 30 χρόνια μετά την συμπαθή ορίτζιναλ κωμωδία φαντασίας. Σάντρα Μπούλοκ και Νικόλ Κίντμαν ξανά στους κεντρικούς ρόλους, με τη σκηνοθεσία αυτή τη φορά να ανήκει στην οσκαρική Σουζάν Μπίερ (“The Night Manager”).
3 Ώρες Διορία: Ο Χανκ Μαλόουν, ένας διανομέας πολύτιμων αποστολών, έχει στη διάθεσή του μόλις τρεις ώρες για να μεταφέρει ένα όργανο που θα σώσει τη ζωή ενός επτάχρονου κοριτσιού, το οποίο χρειάζεται άμεση μεταμόσχευση. Αυτό που μοιάζει με μια απλή αποστολή μετατρέπεται σε θανάσιμη καταδίωξη, όταν ο αρχηγός μιας διαβόητης εγκληματικής οργάνωσης γίνεται εμμονικός με το να αποκτήσει το πολύτιμο μόσχευμα. Περιπέτεια με τον Άλαν Ρίτσον, τηλεοπτικό “Reacher”.
Με Κάθε Κόστος: Ένας διαβόητος εκτελεστής της μαφίας και ένας νεαρός πράκτορας του FBI συνεργάζονται για να ερευνήσουν τις δολοφονίες ηγετών των πολιτικών δικαιωμάτων στο Μισισιπή το 1966. Με τον Μαρκ Γουόλμπεργκ και τον Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν.
Αυτοί που Άγγιξαν τον Πόλεμο: Το εργοστάσιο πυρομαχικών της ΠΥΡΚΑΛ εξόπλισε πολέμους παγκοσμίως, από τον Ισπανικό Εμφύλιο έως το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Σήμερα στέκει εγκαταλελειμμένο, γεμάτο μνήμες και ετοιμόρροπα κτίρια. Οι φωνές τεσσάρων πρώην εργατών και εργατριών αντηχούν στα ερείπια καθώς μας ξεναγούν στα άδεια κτίρια, φωτίζοντας την αθέατη καθημερινότητα του εργοστασίου. Η σκληρή δουλειά, οι έντονες φιλίες, η εργατική αλληλεγγύη και ο φόβος, κοινός παρονομαστής σε όλες τις ιστορίες.