Andrejs Strokins

ΜΕΙ ΕΛ-ΤΟΥΚΙ: Η ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΜΙΛΑ ΣΤΟ NEWS 24/7

Η ταινία “Woman Unknown” που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι του 83ου φεστιβάλ Βενετίας, ακολουθεί την ιστορία μιας γυναίκας με ένα μεγάλο ένοχο μυστικό στη Δανία λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια πρώτη γεύση για την ταινία, και για τα όσα είπε η σκηνοθέτρια στο NEWS24/7.

Με μια από τις πιο απρόσμενες βραβεύσεις που έχουμε δει τελευταία σε φεστιβάλ έκλεισε το 83ο φεστιβάλ Βενετίας, με το δανέζικο φιλμ Woman Unknown να κερδίζει το Χρυσό Λιοντάρι απέναντι στα εκτιμώμενα ως φαβορί – δηλαδή το ντοκιμαντέρ ΝΑΖΑ, με μαρτυρίες δεκάδων ισραηλινών στρατιωτών για τις γενοκτονικές πράξεις στη Γάζα, και το αισθηματικό και ταξικό δράμα Possible Love του μεγάλου νοτιοκορεάτη Λι Τσανγκ-ντονγκ.

Όχι πως το Woman Unknown δεν είναι ανάμεσα στις ταινίες που έτσι κι αλλιώς ξεχωρίζουμε στη φετινή διοργάνωση, αλλά σίγουρα η πρόεδρος της επιτροπής Μάγκι Τζίλενχαλ μας κράτησε τη μεγάλη έκπληξη για το τέλος.

Η ταινία της Μέι ελ-Τούκι ήταν εξαρχής δεδομένο πως θα συζητηθεί καθώς έφτασε στη Βενετία με το μάλλον θλιβερό προνόμιο του να είναι η μοναδική ταινία από γυναίκα σκηνοθέτρια του φετινού Διαγωνιστικού. (Ήταν η μοναδική όταν ανακοινώθηκε αρχικά το πρόγραμμα. Λίγες μέρες πριν το φεστιβάλ, προστέθηκε και το ΝΑΖΑ, που έχει συν-σκηνοθετήσει η Ρέιτσελ Ζορ.)

Κι όπως δυστυχώς πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες (λιγοστές ακόμα!) περιπτώσεις, υπάρχει κι η όλη παραφιλολογία γύρω από το κατά πόσο «κέρδισε επειδή ήταν γυναίκα», δηλαδή εν προκειμένω η μόνη γυναίκα.

Η ελ-Τούκι φυσικά δεν έχει να απολογηθεί για μια ολόκληρη συστημική αποτυχία. Η ταινία της ήταν εκεί για να μιλήσει για τον εαυτό της – μια οπωσδήποτε τολμηρή επιλογή από την Τζίλενχαλ και την επιτροπή της, αλλά έτσι κι αλλιώς η Τζίλενχαλ πάντα τολμηρή ήταν. Ταυτόχρονα όμως και μια ταινία για την οποία μπορεί πλήρως να στοιχειοθετηθεί ένα τοπ βραβείο.

Και μια ταινία που σίγουρα θα αξίζει να αναζητήσετε όταν φτάσει στις ελληνικές αίθουσες μες στη σεζόν, σε διανομή NEO Films. Προς το παρόν, μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας για το Woman Unknown όπως τις μεταφέραμε από τη Βενετία, και παραθέτουμε μια πρώτη γεύση από την κουβέντα μας με την Μέι ελ-Τούκι – όλη η συνέντευξη με την βραβευμένη πλέον σκηνοθέτρια, θα δημοσιευτεί στο NEWS24/7 όταν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα η ταινία.

WOMAN UNKNOWN: ΕΝΑ ΕΝΟΧΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Andrejs Strokins

Η ιστορία τοποθετείται μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στο σπίτι ενός ευκατάστατου βιομήχανου, η νταντά πρόκειται να παντρευτεί το αφεντικό της. Όμως το όνειρο για μια τακτοποιημένη ζωή απειλείται όταν η τυχαία συνάντηση με έναν παλιό γνωστό κινδυνεύει να φέρει στο φως ένα τεράστιο, ένοχο μυστικό της.

Πρόκειται για κλασικής υφής κεντρο-ευρωπαϊκό σινεμά, με αρκετά ακίνητα πλάνα και σιωπές, με χαρακτήρες σαν παγιδευμένους μέσα στο ακριβές και καλιμπραρισμένο staging των κάδρων και των χώρων. Είναι ένα κινηματογραφικό στυλ που για να είμαστε ειλικρινείς λίγες εκπλήξεις μπορεί να κρύβει πια (εξ ου και αληθινά απρόσμενη η βράβευση με Χρυσό Λιοντάρι μιας κατά τα άλλα όντως καλής ταινίας).

Γι’αυτό όμως έχει σημασία ό,τι συμβαίνει πίσω από το στυλ, ή έστω μέσω αυτού. Η ελ-Τούκι δημιουργεί έναν κόσμο με νοηματικό πλούτο, χωρίς να εγκλωβίζει ποτέ την αφήγησή της σε κάποια μονοσήμαντη διαδρομή ηθικής ή τιμωρίας.

Αντιθέτως, πλάθει έναν κεντρικό γυναικείο χαρακτήρα που κουβαλά μυστικά και μια αδιαμφισβήτητη ενοχή, που όμως η ταινία θέτει σε ένα ενδιαφέρον context. Δε θα γίνουμε συγκεκριμένοι ώστε να μην χαλάσουμε την πλοκή της ταινίας, αλλά θα πούμε απλά πως τίθεται το ερώτημα του τι συνιστά (συν)ενοχή, καθώς και το τι είναι κάθε άτομο ικανό να κάνει προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση.

Η Μαρί (της θαυμάσιας Ματίλντε Αρσέλ, που κέρδισε επίσης το βραβείο γυναικείας ερμηνείας) μοιάζει σε κάθε στάδιο της διαδρομής της να φτάνει σε κάποιο αδιέξοδο, με την ελ-Τούκι να εισάγει κι ένα στοιχείο σασπένς ως προς το αν θα καταφέρει να διασώσει τα κεκτημένα (και πώς). Η κατάστασή της αντικατοπτρίζεται κυριολεκτικά και μεταφορικά μέσα σε κάδρα που την τοποθετούν διαρκώς ανάμεσα σε γραμμές και όρια.

Συχνά κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους με άτομα που ίσως και να την απειλούν, με μια παρουσία οριοθετημένη από πόρτες, παράθυρα, καθρέφτες – σαν είδωλά της να έχουν σπάσει σε κομμάτια και να προσπαθούν όλα να διασωθούν. Και σαν ο εαυτός της να χωρίζεται συχνά σε επιμέρους “εαυτούς”: Στον άνθρωπο που είναι, και στον άνθρωπο που θέλει να εξαφανίσει προκειμένου να επιβιώσει.

Υπό μία έννοια, η Μαρί δε μπορεί να ξεφύγει από την στυγνή πατριαρχική πραγματικότητα, σε όποιον κόσμο κι αν την συναντήσουμε, κι όσο κι αν εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Όπως ακόμα και με τις αντιστασιακές δυνάμεις, τις οποίες η ταινία παρακολουθεί σαν εξωτερικούς εισβολείς, σε διάφορες ένθετες σεκάνς “παγωμένης” φωτογραφίας.

Είναι επικίνδυνη αυτή η ηθική ισορροπία που επιχειρεί η ελ-Τούκι, καθώς δεν απέχει πολύ από το να οδηγήσει σε μια συλλογιστική περί «υπερβολικών αντιστασιακών», και ειλικρινά, δε θα με εκπλήξει αν κάποιοι σχηματίσουν όντως αυτή την σοβαρή ένσταση. Όμως νιώθω πως ελέγχει αρκετά τις αποστάσεις και το ηθικό πλαίσιο ώστε να μην κυλήσει στην αντιδραστικότητα. Αυτή είναι, έτσι κι αλλιώς, μια ταινία για την ενοχή, και για τους κενούς χώρους που μένουν πάντα πίσω.

Η Μαρί, μιλώντας για χώρους, πάντα θα χρειάζεται να στριμωχτεί μέσα σε προϋπάρχοντα όρια, όπως συμβολικά εκφράζεται στην ιστορία με την ύπαρξη ενός χρησιμοποιημένου νυφικού. Αυτό δηλαδή της πρώην συζύγου του Κρίστιαν (αφεντικού και μέλλοντα συζύγου της Μαρί), που τώρα πρέπει να αλλοιωθεί ελαφρώς για να χωρέσει σε αυτό η Μαρί – κυριολεκτικά δηλαδή να στριμωχτεί σε μια ήδη οριοθετημένη θέση στον κόσμο.

Η ταινία ξεκινάει με ένα πλάνο αυτού του νυφικού, σε μια σκοτεινή αίθουσα, ανάμεσα σε πόρτες και τοίχους, να μας κοιτάει από μακριά, άδειο, απόμακρο. Σα να ήταν φάντασμα. Οι χώροι αυτοί – γεμάτοι αμαρτίες, γεμάτοι ενοχές, γεμάτοι απώλεια – θα είναι πάντα στοιχειωμένοι.

«ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΔΩ ΟΤΙ ΕΧΑΝΑΝ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟΥΣ»

Η Μέι ελ-Τούκι με το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας. Scott A Garfitt/Invision/AP

Μια πρώτη γεύση από τη συνέντευξη που παραχώρησε η Μέι ελ-Τούκι στο NEWS24/7 στο φεστιβάλ Βενετίας, λίγες μέρες πριν τιμηθεί με το Χρυσό Λιοντάρι. Ολόκληρη η συνέντευξη θα δημοσιευτεί με την κυκλοφορία της ταινίας στην Ελλάδα, από την NEO Films.

Ας ξεκινήσουμε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ναι. Ο πόλεμος που συνεχίζει να δίνει.

Τι βρήκες εκεί;

Όταν παρουσίαζα την ταινία, στη διαδικασία ανάπτυξής της, γιατί είναι μέρος της δικής μου διαδικασίας να παρουσιάζω την ταινία σε φίλους και οικογένεια και, στη συνέχεια, σε επιτροπές και χρηματοδότες, μπορούσα να δω ότι κάπως έχαναν το ενδιαφέρον τους. «Α, πάλι Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος».

Είναι πολύ… ξέρεις, υπάρχουν πολλές ταινίες σαν κι αυτή. Καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι κουράζονται με αυτό. Αλλά θα έλεγα ότι επίσης το θεωρώ άδικο, γιατί δεν έχουμε αφηγηθεί τις ιστορίες των γυναικών εκείνης της εποχής. Και έτσι πραγματικά αισθάνομαι ότι, ξέρεις: «ας κάνουμε μια συμφωνία».

Ας κάνουμε, ας πούμε, 100 ταινίες για τις γυναίκες, σε σύγκριση με τις χιλιάδες ταινίες για τους άνδρες εκείνης της περιόδου. Και μετά μπορούμε να πούμε «εντάξει, φτάνει».

Και είναι ενδιαφέρον, γιατί αυτές οι επιπτώσεις, όπως οι γυναίκες που τους έκοβαν τα μαλλιά, είναι πράγματα που γνωρίζαμε, που τα είχαμε ακούσει, αλλά δεν έχουν ειπωθεί πολύ από την πλευρά αυτών των γυναικών.

Σε πολλά, πολλά μέρη της Ευρώπης ήταν μια κατάσταση όπου αυτές οι γυναίκες εκτίθεντο. Και, όταν έκανα την έρευνα, σε κάποιες από τις χώρες ήταν εύκολο να αποκτήσεις πρόσβαση σε πληροφορίες γι’ αυτό. Νορβηγία, για παράδειγμα, Ολλανδία: εύκολα. Γαλλία: εύκολα. Βέλγιο, επίσης αρκετά εύκολα, λόγω των διαδικτυακών αρχείων και όλων αυτών. Ιταλία, πολύ, πολύ δύσκολα. Ναι. Πολύ δύσκολα.

Έτσι αυτό με κινητοποίησε κατά κάποιον τρόπο, το ότι είναι ενδιαφέρον, νομίζω, ως κινηματογραφίστρια, να αφηγείσαι ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί ή να τις αφηγείσαι με έναν τρόπο που είναι διαφορετικός, αν είναι δυνατόν. Ή τουλάχιστον να έχεις τη φιλοδοξία να αναδιαμορφώσεις κάπως μια αφήγηση και να δείξεις κάτι από μια άλλη οπτική γωνία.

Η ιδέα του να κόβεις τα μαλλιά των γυναικών είναι τόσο… είναι πολύ παλιά. Όταν έκανα την έρευνά μου, βρήκα ότι υπήρχε ένα νεαρό κορίτσι, στους βάλτους – μερικές φορές μπορεί να διατηρηθεί ένα πτώμα, και σκάβεις στους βάλτους και βρίσκεις κάτι που είναι σχεδόν άθικτο. Και έτσι βρήκαν ένα κορίτσι που ήταν από την προ Χριστού εποχή, και της είχαν αφαιρέσει τα μαλλιά.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτό συνέβη επειδή είχε κάνει σεξ εκτός γάμου, χωρίς την άδεια των γονιών της. Και έτσι τα μαλλιά ιστορικά υπήρξαν κάτι που συμβολίζει τη θηλυκότητα και την παρθενιά. Και, ως μοτίβο, είναι αρκετά ισχυρό.

Πώς αντέδρασες όταν σου είπαν ότι θα είσαι η μόνη [σόλο] γυναίκα σκηνοθέτρια σε αυτό το φεστιβάλ; Και πώς αισθάνεσαι σήμερα για την ελευθερία των γυναικών καλλιτεχνών στον κινηματογράφο;

Όταν πρωτοέμαθα τα νέα ότι θα συμμετείχα στο Διαγωνιστικό, φυσικά χάρηκα και ένιωσα τιμή και ενθουσιάστηκα επίσης που μου δινόταν η ευκαιρία να φωτίσω αυτή την ιστορία, την ιστορία αυτής της συγκεκριμένης γυναίκας, και να στρέψω την προσοχή στα θέματα της ταινίας.

Αλλά θα ήθελα πολύ να είχα περισσότερες γυναίκες συναδέλφους στο Διαγωνιστικό.

Θα έλεγα ότι, για μένα, νομίζω πως κάθε γυναίκα κινηματογραφίστρια σε αυτή τη βιομηχανία έχει πολύ άμεσες εμπειρίες με την έλλειψη ισότητας. Είναι δύσκολο για εμάς να χρηματοδοτήσουμε τις ταινίες μας, να ολοκληρώσουμε την πρώτη μας ταινία, τη δεύτερη μας ταινία, τους προϋπολογισμούς με τους οποίους δουλεύουμε.

Και ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης γράφουν για τους άνδρες σκηνοθέτες σε σύγκριση με τις γυναίκες, δημιουργώντας αυτή την αφήγηση που είναι, νομίζω, αρκετά συνηθισμένη για τους άνδρες – «ο ιδιοφυής άνδρας» – σε αντίθεση με, ξέρεις, «α, μια γυναίκα σκηνοθέτρια».

Κατά κάποιον τρόπο, είμαστε όλοι μέρος αυτού του συστημικού προβλήματος. Και γι’ αυτό θα ήθελα επίσης και θα ήλπιζα αυτή η ερώτηση να γινόταν και στους άνδρες συναδέλφους μου στο διαγωνιστικό, γιατί είναι ένα ζήτημα με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθούμε όλοι, προκειμένου να το λύσουμε.

Με αυτό δεδομένο, η ταινία μου αφορά την αορατότητα των γυναικών – ότι είμαστε ως έναν βαθμό αντικειμενοποιημένες και ταυτόχρονα αόρατες και χωρίς φωνή. Και έτσι, μου δίνεται σίγουρα την ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτό. Αλλά κοιτάζω μπροστά. Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να το αλλάξουμε, ώστε η επόμενη γενιά γυναικών σκηνοθετριών να έχει πιο σταθερό έδαφος για να πατήσουν ως καλλιτέχνες.

Μου αρέσει πολύ αυτή η εικόνα στην αρχή της ταινίας, του νυφικού. Είναι εκεί, κρέμεται σαν φάντασμα. Μετά φυσικά επιστρέφει ως κομμάτι πλοκής. Τι σήμαινε για σένα αυτή η εικόνα;

Ξέρεις, είμαι αρκετά επηρεασμένη από τον Ίψεν. Νομίζω ότι είναι κάτι τόσο θεμελιώδες – και ο Ίψεν είναι ένας τόσο θεμελιώδης θεατρικός συγγραφέας στη Σκανδιναβία. Και έτσι μου φάνηκε απλώς σαν μια τόσο ιψενική εικόνα. Υπάρχει επίσης αυτό το έργο του Ίψεν που λέγεται Φαντάσματα. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο στη Σκανδιναβία, γιατί είναι κάπως… άνθρωποι που επιστρέφουν. Δεν είναι φάντασμα. Είναι κάτι άλλο.

[…]

Μία από τις φίλες μου μού είπε ότι η μητέρα της έχασε τη μητέρα της όταν ήταν δέκα ετών. Και ο πατέρας απλώς αφαίρεσε κάθε φωτογραφία της μητέρας και δεν μίλησαν ποτέ γι’ αυτό. Απλώς το έθαψαν. Σήμερα είναι πολύ διαφορετικά, γιατί ως επί το πλείστον ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την εσωτερική ζωή των παιδιών μας, για το να γίνουν ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Αλλά με ενδιέφερε αυτή η ιδέα, του να καταπιέζεις απλώς τον πόνο σου και το υποσυνείδητο.

Και, κατά κάποιον τρόπο, κουβαλούν και οι δύο ένα είδος υπαρξιακής μοναξιάς. Ο Κρίστιαν και η Μαρί. Κάτι που ίσως είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο μπορούν δυνητικά να κάνουν αυτή τη σχέση να λειτουργήσει.

Οπότε ναι. Χαίρομαι που πρόσεξες το φόρεμα.

Η Μέι ελ-Τούκι μαζί με την Ματίλντε Αρσέλ, κι οι δύο βραβευμένες στην τελετή λήξης του 83ου φεστιβάλ Βενετίας για την ταινία Woman Unknown. Scott A Garfitt/Invision/AP
Info:

Η ταινία Woman Unknown θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες από τη NEO Films. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο 83ο φεστιβάλ Βενετίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα