Γιατί το Βερολίνο διάλεξε Αριστερά – Η “συνταγή” απέναντι στην ακροδεξιά
Διαβάζεται σε 13'
Με τα ενοίκια στο επίκεντρο, χιλιάδες εθελοντές στις γειτονιές, αντανακλαστικά απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς και μια καμπάνια προσανατολισμένη στο “προσιτό Βερολίνο” η Αριστερά επιστρέφει στη γερμανική πρωτεύουσα.
- 21 Σεπτεμβρίου 2026 15:47
Οι εκλογικές αναμετρήσεις της Κυριακής στην Γερμανία είχαν ένα διπλό μήνυμα τόσο για την χώρα αλλά και για την υπόλοιπη Ευρώπη, σε μια κρίσιμη συγκυρία όπου μια σειρά από ακροδεξιά κόμματα βλέπουν την άνοδο σε ολοένα και περισσότερες χώρες.
Από τη μια, η άνοδος της ακροδεξιάς, με την επικράτηση της AfD σε ένα ακόμη κρατίδιο, έχει απλώσει ένα πέπλο αγωνίας θέτοντας σε κατάσταση «συναγερμού» την Ευρώπη, από την άλλη η νίκη της Αριστεράς στο Βερολίνο δημιουργεί ελπίδες, καθώς μπορεί να αποτελέσει «οδηγό» για το πώς μπορεί να αναχαιτιστεί η ανοδική πορεία της ακροδεξιάς.
Μιας ακροδεξιάς που επενδύει στην αντιμεταναστευτική πολιτική αλλά και την οικονομική εξαθλίωση από τη μια, με την απάντηση της Αριστεράς να έρχεται όταν εκείνη αποφασίζει να στραφεί σε λύσεις για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών όπως το κόστος ζωής και η στέγαση, ερχόμενη ταυτόχρονα σε άμεση επαφή με τους πολίτες.
Η Die Linke κατάφερε να υπερδιπλασιάσει το ποσοστό της και αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στις εκλογές του Βερολίνου. Η στεγαστική κρίση, οι νέοι ψηφοφόροι, η καμπάνια πόρτα-πόρτα, η κινητοποίηση απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς, τα social media και η στρατηγική με αναφορές στο μοντέλο του Ζόχραν Μαμντάνι, αποτελούν ορισμένα από τα βασικά «όπλα» που είχε στη φαρέτρα της. Το ευρύτερο μήνυμα περί «προσιτού Βερολίνου» ήταν αυτό που είχε μεγαλύτερη απήχηση από οποιοδήποτε επιμέρους μέτρο.
Με επικεφαλής την Ελίφ Έραλπ, η Αριστερά συγκέντρωσε, σύμφωνα με το προσωρινό επίσημο αποτέλεσμα, 25,7%, έναντι 12,2% το 2023 – άνοδος 13,4 ποσοστιαίων μονάδων. Η CDU περιορίστηκε στο 18,8%, ενώ ακολούθησαν η AfD με 16,3%, οι Πράσινοι με 14,3% και το SPD με 12,1%. Η συμμετοχή έφτασε το 74,2%.
Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχει μια καμπάνια που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πολύ πριν από την κάλπη: ένα κεντρικό πολιτικό μήνυμα, με προμετωπίδα τα ενοίκια και το κόστος ζωής, η μαζική κινητοποίηση μελών, η πόρτα-πόρτα επαφή με τους ψηφοφόρους και μια ψηφιακή στρατηγική σχεδιασμένη σε μεγάλο βαθμό για τους νεότερους κατοίκους της πόλης.
Ας δούμε αναλυτικά τους παράγοντες που οδήγησαν στο παραπάνω αποτέλεσμα το οποίο, αν αξιοποιηθεί σωστά, μπορεί να δώσει απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη.
Ποιος μπορεί να κρατήσει το Βερολίνο προσιτό; – Το στεγαστικό στην κορυφή της προεκλογικής καμπάνιας
Αν υπάρχει ένα θέμα που μπορούμε να πούμε ότι έδωσε τη νίκη στην Αριστερά, αυτό είναι η στάση της γύρω από το ζήτημα της στέγασης.
Η Die Linke έχει ασχοληθεί συστηματικά εδώ και χρόνια με το ζήτημα των ενοικίων, της έλλειψης προσιτής κατοικίας και της πίεσης που δέχονται οι ενοικιαστές σε μία από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που γίνονται ολοένα και πιο ακριβές για τους κατοίκους τους.
Στην έρευνα της Infratest dimap, 37% των Βερολινέζων θεωρούσε ότι η Die Linke διαθέτει τις καλύτερες λύσεις για την προσιτή κατοικία, ποσοστό αυξημένο κατά 15 μονάδες σε σχέση με το 2023. Ακολουθούσαν SPD και AfD με 11%, ενώ η CDU βρισκόταν στο 8%.
Η ομάδα της Die Linke με επικεφαλής την Έραλπ επέλεξε να αναγάγει το ζήτημα αυτό σε κεντρικό άξονα της προεκλογικής της καμπάνιας. Η παράταξη τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2021 για την κοινωνικοποίηση μεγάλων εταιρειών ακινήτων, πρότεινε μέτρα κατά των υπερβολικών ενοικίων και συνέδεσε τη στέγαση με μια σειρά από άλλα ζητήματα που αφορούν στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής.
Αυτό που ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, είναι και η συστηματική δουλειά που κάνει εδώ και χρόνια γύρω από το ζήτημα της στέγασης η Αριστερά στο Βερολίνο. Οι σημερινές προτάσεις, δηλαδή, δεν έπεσαν ξαφνικά από τον ουρανό, αντιθέτως, η θέση για την κοινωνικοποίηση των μεγάλων εταιρειών κατοικίας παρουσιαζόταν ως συνέχεια μιας μακρόχρονης πολιτικής γραμμής και όχι ως προεκλογικό πυροτέχνημα.
Η σύνδεση της Die Linke με την προστασία των ενοικιαστών είναι ανεκτίμητη για το κόμμα. Κανένα άλλο κόμμα δεν θεωρείται από το κοινό ότι διαθέτει τέτοια ικανότητα στην επίλυση ενός από τα κεντρικά προβλήματα του Βερολίνου. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Όχι μόνο στην παρούσα προεκλογική εκστρατεία, αλλά εδώ και χρόνια το κόμμα έχει επικεντρωθεί στο ζήτημα του ενοικίου, παρουσιάζοντας μια σειρά από ιδέες και λεπτομερή σχέδια νόμου. Ακόμα πιο σημαντικό, με τον έλεγχο του κόστους ενοικίου και θέρμανσης, έχει αναπτύξει εργαλεία που προσφέρουν πρακτικά οφέλη για τους ενοικιαστές.
Η εντυπωσιακή αύξηση των ποσοστών της Die Linke στους νέους και η αύξηση της συμμετοχής
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των exit polls εντοπίζεται στις ηλικίες. Η Die Linke συγκέντρωσε 43% στους ψηφοφόρους κάτω των 25 ετών και περίπου 48%-49% στις ηλικίες 25-34. Ένα ακόμα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι μεταξύ των ψηφοφόρων που πήγαν για πρώτη φορά στην κάλπη έφτασε στο 38%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στις νεαρές γυναίκες: σύμφωνα με τα δεδομένα της Infratest dimap, που εντοπίσαμε στην tagesschau.de, 51% των γυναικών κάτω των 25 ετών ψήφισαν Die Linke. Στους άνδρες της ίδιας ηλικιακής ομάδας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 34%.
Πρόκειται για μια σαφή μετατόπιση στο πολιτικό προφίλ της γερμανικής Αριστεράς, που διαχρονικά η παραδοσιακή εκλογική της βάση ήταν στις ανατολικές συνοικίες του Βερολίνου και σε μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά επεκτείνεται σε ένα νεότερο, μητροπολιτικό εκλογικό κοινό.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μετατόπιση ψηφοφόρων από την δεξαμενή των Πρασίνων. Η Infratest dimap υπολογίζει ότι η Die Linke είχε καθαρό όφελος περίπου 57.000 ψηφοφόρων από τους Πράσινους, ενώ προσέλκυσε επίσης δεκάδες χιλιάδες πρώην ψηφοφόρους του SPD.
Ένας ακόμη κομβικός συντελεστής της νίκης της Αριστεράς, είναι τα κέρδη της από εκείνες και εκείνους που απείχαν στις προηγούμενες εκλογές.
Το μοντέλο εκλογικών μετακινήσεων της Infratest dimap εκτιμά ότι η Die Linke είχε καθαρό όφελος περίπου 75.000 ψήφων από την αποχή, περίπου 57.000 από τους Πράσινους, 39.000 από το SPD και 16.000 από τη CDU.
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η καμπάνια λειτούργησε ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: συσπείρωσε ένα μεγάλο τμήμα της νεότερης αριστερής και προοδευτικής ψήφου, αλλά παράλληλα έφερε στις κάλπες πολίτες που το 2023 δεν είχαν ψηφίσει.
Ανάχωμα απέναντι στην ακροδεξιά
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, το Αριστερό Κόμμα κέρδισε σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον και την συμμετοχή των πολιτών από μια συζήτηση σχετικά με το τείχος προστασίας κατά του AfD. Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Die Linke, Χάιντι Ράιχινεκ, ζήτησε δράση και πολλοί ανήσυχοι αντιφασίστες ακολούθησαν το παράδειγμά της στα εκλογικά τμήματα.
Όταν ο φόβος του νεοφασισμού βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη μιας αποφασιστικής απάντησης.
H Die Linke θα μπορούσε να ωφεληθεί περισσότερο στις εκλογικές περιφέρειες του Ανατολικού Βερολίνου, όπου είναι το μόνο κόμμα ικανό να αποτρέψει μια νίκη του AfD. Αλλά και πέρα από αυτό: Ένα κόκκινο Βερολίνο, μια πρωτεύουσα που κυβερνάται από την Αριστερά, μπορεί να δώσει το εξής μήνυμα: Ότι η πορεία προς τα (ακρο)δεξιά δεν είναι αναπόφευκτη.
Η καμπάνια πόρτα-πόρτα και οι χιλιάδες εθελοντές
Την στιγμή που όλα τα κόμματα επενδύουν τα μέγιστα στην ψηφιακή τους παρουσία – τάση που αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο – η Die Linke εμφανίζεται να διαφοροποιείται και σε αυτό το σημείο, δημιουργώντας ένα μείγμα δυναμικής και φρέσκιας διαδικτυακής παρουσίας η οποία όμως δεν αποτελεί τον μοναδικό τρόπο άμεσης επαφής με τους πολίτες, αλλά τους αναζητά πόρτα-πόρτα.
Ήδη από την επίσημη έναρξη της καμπάνιας, τον Μάιο, η Die Linke είχε ανακοινώσει ότι θα επαναλάμβανε μια μεγάλης κλίμακας καμπάνια πόρτα-πόρτα με χιλιάδες εθελοντές, με βασικό αντικείμενο τις τιμές, τα ενοίκια και την καθημερινότητα των κατοίκων.
Άλλωστε αυτό δεν συνέβαινε για πρώτη φορά. Με 2.000 ακτιβιστές να χτυπούν 140.000 κουδούνια, ο Ferat Kocak κέρδισε την άμεση εντολή για την Bundestag στο Neukölln πέρυσι – την πρώτη τέτοια νίκη για το Αριστερό Κόμμα σε μια δυτικογερμανική εκλογική περιφέρεια.
Αξίζει να σημειωθεί πως η κομματική της οργάνωση είχε στο μεταξύ διευρυνθεί εντυπωσιακά, καθώς τον Αύγουστο η Die Linke είχε ξεπεράσει τα 18.000 μέλη στο Βερολίνο, αποτελώντας πλέον τη μεγαλύτερη κομματική οργάνωση της πόλης βάσει των στοιχείων που είχαν δηλώσει τα ίδια τα κόμματα, σύμφωνα με το tagesspiegel.de. Στα μέσα Αυγούστου καταγράφονταν 18.338 μέλη, έναντι 17.843 στα τέλη Ιουνίου.
Η αύξηση αυτή μεταφράστηκε σε ένα μεγάλο δίκτυο ανθρώπων για παρεμβάσεις στις γειτονιές, τηλεφωνική επικοινωνία και προσωπική επαφή με ψηφοφόρους – την ίδια στιγμή που η επικοινωνία στα social media κινούνταν σε εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς από εκείνους μιας παραδοσιακής κομματικής εκστρατείας.
Η μάχη του Instagram και του TikTok
Σύμφωνα με ανάλυση του RBB λίγο πριν τις εκλογές, η Die Linke και η Έραλπ είχαν την ισχυρότερη παρουσία μεταξύ κομμάτων και υποψηφίων στο Instagram ως προς την αλληλεπίδραση και την απήχηση.
Μόνο τα σύντομα βίντεο της περιόδου που εξέτασε το RBB είχαν περισσότερες από 500.000 προβολές, ενώ οι συνολικές προβολές έφταναν σχεδόν στο τριπλάσιο από εκείνες των ανταγωνιστικών καμπανιών. Στο TikTok ο κομματικός λογαριασμός συγκέντρωνε επίσης εκατοντάδες χιλιάδες προβολές.
Το περιεχόμενο δεν περιοριζόταν στη γερμανική γλώσσα, αλλά η Έραλπ παρουσίαζε θέσεις της Die Linke και στα τουρκικά και στα ισπανικά. Το ύφος των βίντεο ήταν συχνά περισσότερο προσαρμοσμένο στη γλώσσα των social media παρά στις νόρμες της παραδοσιακής πολιτικής διαφήμισης.
Το μήνυμα, ωστόσο, παρέμενε εντυπωσιακά σταθερό: ενοίκια, καθημερινότητα, κόστος ζωής και οι άνθρωποι που «κρατούν το Βερολίνο όρθιο».
“First we take Manhattan, then we take Berlin” – Η επιρροή Μαμντάνι
Ο παραλληλισμός της καμπάνιας της Έραλπ με εκείνη του Ζόχραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη δεν αποτελεί κάποιου είδους υπερβολή των δημοσιογράφων και των πολιτικών σχολιαστών.
«Η επιτυχία ενός δημοκρατικού σοσιαλιστή στη Νέα Υόρκη, στην καρδιά του καπιταλισμού, είναι ένα τεράστιο επίτευγμα», δήλωσε η Εράλπ σε δημοσιογράφους την εβδομάδα πριν τις εκλογές. «Έχουμε ανταλλάξει πολλές ιδέες», πρόσθεσε.
Άλλωστε ο επικεφαλής στρατηγικής της προεκλογικής εκστρατείας του Μαμντάνι επισκέφθηκε το Βερολίνο την άνοιξη για να συμβουλεύσει την ίδια και το κόμμα της. Το RBB ανέφερε μάλιστα ότι στην ομάδα της Έραλπ συμμετείχε πρόσωπο που είχε εμπλακεί στην καμπάνια Μαμντάνι.
Ήδη πριν από τις εκλογές, η taz είχε επισημάνει ότι το βίντεο με το οποίο παρουσιάστηκε η υποψηφιότητα της Έραλπ θύμιζε έντονα το «playbook» του Μαμντάνι: προσωπική ιστορία, εργαζόμενη πλειοψηφία απέναντι στους οικονομικά ισχυρούς, κόστος ζωής και ένα πολιτικό μήνυμα δομημένο περισσότερο ως κάλεσμα συμμετοχής παρά ως κλασική κομματική καμπάνια.
Ο Tagesspiegel έγραψε μετεκλογικά ότι η στρατηγική αυτή ήταν εμφανής και στο βασικό αφήγημα: προβολή ανθρώπων με συνηθισμένες, συχνά αθέατες δουλειές, έμφαση στους κατοίκους των γειτονιών και επανάληψη μιας απλής κεντρικής ιδέας – ότι η πόλη πρέπει να παραμείνει οικονομικά προσιτή για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτήν.
Το προφίλ της Έλιφ Έραλπ
Η ίδια η Ελίφ Έραλπ, 45 ετών, δικηγόρος και γερμανικής-τουρκικής καταγωγής, αποτέλεσε το πρόσωπο αυτής της στρατηγικής και επηρέασε σίγουρα το θετικό αποτέλεσμα.
Σε αρκετές αφίσες δεν κυριαρχούσε το επίθετό της, αλλά απλώς το μικρό της όνομα: «Elif». Ο Tagesspiegel σημειώνει ότι η καμπάνια επιχείρησε έτσι να δημιουργήσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό brand, αξιοποιώντας παράλληλα το γεγονός ότι η Έραλπ μιλά άπταιστα τουρκικά και έχει βιογραφία διαφορετική από εκείνη πολλών παραδοσιακών στελεχών της γερμανικής πολιτικής.
Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι η Έραλπ είναι η μόνη υποψήφια με μεταναστευτικό υπόβαθρο – ένα υπόβαθρο που μοιράζεται περισσότερο από το 40% του πληθυσμού της πόλης. Η καταγωγή της, καθώς και η δέσμευσή της για καθολικά δικαιώματα ψήφου, έχουν ιδιαίτερη απήχηση στους νέους από διαφορετικά υπόβαθρα. Πρόσφατα, ένας αυξανόμενος αριθμός μεταναστών influencers έχει υποστηρίξει δημόσια την καμπάνια της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενισχύοντας σημαντικά τη δυναμική της.
Σύμφωνα ωστόσο με τα exit polls, υπάρχει ένα όριο στην επιρροή του «φαινομένου Έραλπ». Μόλις το 15% των ψηφοφόρων της Die Linke δήλωσαν ότι η υποψήφια ήταν ο κυριότερος λόγος της επιλογής τους. Για τη μεγάλη πλειονότητα, το πρόγραμμα και οι πολιτικές θέσεις του κόμματος είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα.
Με άλλα λόγια, η Έραλπ βοήθησε να αποκτήσει η καμπάνια πρόσωπο και αναγνωρίσιμη εικόνα, αλλά το αποτέλεσμα δεν οφείλεται αποκλειστικά στη δημοφιλία της.
Η αδυναμία των αντιπάλων
Η άνοδος της Die Linke συνέπεσε επίσης με σημαντικές απώλειες των βασικών ανταγωνιστών της.
Η CDU έχασε 9,5 ποσοστιαίες μονάδες στη δεύτερη ψήφο, οι Πράσινοι 4,1 και το SPD 6,3, καταγράφοντας το τελευταίο το χαμηλότερο αποτέλεσμά του στο Βερολίνο. Ιδιαίτερα στους νέους, οι Πράσινοι έχασαν τη θέση που επί χρόνια κατείχαν ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη του νεότερου μητροπολιτικού εκλογικού σώματος. Στις ηλικίες 25-34, για παράδειγμα, η Die Linke έφτασε περίπου στο 49%, ενώ οι Πράσινοι περιορίστηκαν στο 13%.
Ένα πλέγμα προτάσεων και επιλογών που οδήγησε στη νίκη
Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν δείχνουν έναν μοναδικό λόγο για την εκλογική άνοδο της Die Linke στο Βερολίνο.
Αποτυπώνουν όμως με σαφήνεια το ψηφιδωτό της νίκης, το οποίο αποτελείται από την επί σειρά ετών ταύτιση με ένα θέμα που απασχολούσε έντονα την πόλη, ένα σαφές μήνυμα για το κόστος ζωής, κινητοποίηση απέναντι στην απειλή της ακροδεξιάς, μια δυναμική και ταυτόχρονα προσιτή επικεφαλής, μεγάλη κομματική και εθελοντική βάση, πόρτα-πόρτα κινητοποίηση, αποτελεσματική παρουσία στα social media και πολύ μεγάλη διείσδυση στις νεότερες ηλικίες.
Αυτό που, πλέον, μένει να φανεί, είναι πώς θα διαμορφωθεί σε επίπεδο διακυβέρνησης η επόμενη ημέρα του Βερολίνου και το κατά πόσο οι προεκλογικές εξαγγελίες θα μπορέσουν να πάρουν σάρκα και οστά.