Από τα Φλαμίνγκο ως το Αιγαίο: Ποιος ορίζει τελικά την τουριστική ανάπτυξη σε Ελλάδα και Αλβανία;

Διαβάζεται σε 6'
Πολύαιγος
Πολύαιγος NEWS 24/7 Χρήστος Δεμέτης

Ποιος καθορίζει όρους και όρια της τουριστικής ανάπτυξης σε Ελλάδα και Αλβανία; Εξετάζονται οι περιπτώσεις της Πολυαίγου, της Ίου, της Σερίφου και του Ερημίτη στην Κέρκυρα.

Το μοντέλο τουριστικής και επενδυτικής αξιοποίησης της γης που πυροδότησε την «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» στην Αλβανία συνδέεται με ένα ιδιαίτερο ιστορικό, θεσμικό και αναπτυξιακό πλαίσιο, παρουσιάζει ωστόσο σημαντικές αναλογίες με αντίστοιχες περιπτώσεις που έχουν απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία.

Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτέλεσαν οι πολύμηνες κινητοποιήσεις στην Αλβανία και, κυρίως, η σχετική εκδήλωση που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο ΕΝΑ τον Σεπτέμβριο του 2026.

Το κείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει συνολικά την υπόθεση, εξετάζοντας τις κύριες διαστάσεις της και αναζητώντας τις αναλογίες που παρουσιάζει με τέσσερις ελληνικές περιπτώσεις: την Πολύαιγο, την Ίο, τη Σέριφο και τον Ερημίτη στην Κέρκυρα. Στις περιπτώσεις αυτές επανέρχονται πέντε κοινά μοτίβα: καθεστώς προστασίας που μεταβάλλεται ή παρακάμπτεται, αμφισβητούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς, διοικητικές εγκρίσεις που δεν δημοσιοποιούνται ή ακυρώνονται χωρίς ουσιαστικό πρακτικό αποτέλεσμα, περιορισμός της πρόσβασης σε κοινά αγαθά και διαβούλευση που ακολουθεί, αντί να προηγείται, των κρίσιμων αποφάσεων.

Τρία συμπεράσματα διατρέχουν την ανάλυση.

Πρώτον, η προστασία του χώρου και του περιβάλλοντος δεν λειτουργεί κατ’ ανάγκην ως εμπόδιο στην επένδυση, αλλά μπορεί να ενσωματώνεται στην ίδια την αξία του επενδυτικού εγχειρήματος, ενώ η υποβάθμιση συχνά προκύπτει σωρευτικά, μέσα από διαδοχικές παρεμβάσεις και επιμέρους αποφάσεις.

Δεύτερον, η ανισότητα δεν αποτελεί απλώς παράπλευρη συνέπεια της ανάπτυξης, αλλά συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται ο χώρος, η πρόσβαση και τα οφέλη από την αξιοποίησή του.

Τρίτον, σε διαφορετικές θεσμικές συνθήκες, το κράτος μπορεί να μετακινείται από τον ρόλο του ρυθμιστή σε εκείνον του διευκολυντή επενδυτικών επιλογών, στην Αλβανία με περισσότερο προσωποποιημένη μορφή, στην Ελλάδα μέσα από μια θεσμική συνέχεια που υπερβαίνει επιμέρους κυβερνητικές περιόδους. Μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων εντοπίζεται στις μορφές κοινωνικής αντίδρασης. Στην Αλβανία, η περιορισμένη διαθεσιμότητα θεσμικών διαύλων συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας μαζικής κινητοποίησης στον δημόσιο χώρο, συνδέοντας άμεσα το περιβαλλοντικό ζήτημα με το ζήτημα της δημοκρατικής συμμετοχής. Στην Ελλάδα, η ύπαρξη θεσμικών διαύλων, αλλά και η βραδύτητα ή η αποσπασματική λειτουργία τους, φαίνεται να έχει οδηγήσει συχνότερα σε κατακερματισμένες μορφές διεκδίκησης, μέσα από συλλογικούς φορείς, διοικητικές διαδικασίες και δικαστικές προσφυγές.

Προτάσεις πολιτικής

Η ανάλυση επιχειρεί να αναδείξει ορισμένες κατευθύνσεις πολιτικής που προκύπτουν από τα πέντε παραπάνω μοτίβα και τις μελέτες περίπτωσης. Οι προτάσεις που ακολουθούν κατατίθενται ως βάση συζήτησης και όχι ως οριστικές θέσεις.

  • Πλήρης δημοσιότητα των αδειών ανά τόπο.
  • Σωρευτική εκτίμηση και οριοθέτηση πριν από την αδειοδότηση.
  • Έλεγχος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ως προϋπόθεση κάθε έγκρισης.
  • Εγγυημένη πρόσβαση στα κοινά αγαθά.
  • Διαβούλευση πριν από τον χαρακτηρισμό, όχι μετά.
  • Εκτέλεση των αποφάσεων σε δεσμευτικό χρόνο.
  • Προστασία όσων διεκδικούν.
  • Άλλη αποτίμηση της δημόσιας γης.
  • Διασυνοριακή συνεργασία στο Ιόνιο και την Αδριατική.

Συμπεράσματα

Συνολικά, η συζήτηση αφορά και τις δύο πλευρές των συνόρων Ελλάδας και Αλβανίας, όχι μόνο επειδή παρόμοια πρότυπα τουριστικής και επενδυτικής ανάπτυξης εμφανίζονται σε διαφορετικές χώρες της περιοχής, αλλά και επειδή οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειές τους δεν περιορίζονται εύκολα εντός εθνικών ορίων. Τα θαλάσσια οικοσυστήματα και τα μεταναστευτικά είδη υπενθυμίζουν με τον πιο άμεσο τρόπο αυτή τη διασύνδεση. Υπάρχει, παράλληλα, μια ευρύτερη περιφερειακή διάσταση στον ανταγωνισμό για την προσέλκυση επενδύσεων: όταν η ταχύτητα των αδειοδοτήσεων, το κόστος και η ευελιξία του θεσμικού πλαισίου μετατρέπονται σε συγκριτικά πλεονεκτήματα, μπορεί να ενισχύονται πιέσεις για χαλάρωση των όρων προστασίας και στις γειτονικές χώρες.

Όσες και όσοι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στην Αλβανία είναι, από αυτή την άποψη, γείτονες και, με την ευρύτερη έννοια, συντοπίτες και συντοπίτισσες σε έναν κοινό βαλκανικό χώρο, μέσα στον οποίο άνθρωποι, κεφάλαια, πρότυπα ανάπτυξης και περιβαλλοντικές πιέσεις διασχίζουν καθημερινά τα εθνικά σύνορα. Οι κοινωνίες της περιοχής βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες, με διαφορετική ένταση και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, με ολοένα περισσότερο συγκρίσιμα διλήμματα γύρω από την ανάπτυξη, την προστασία και τη χρήση του χώρου.

Οι τέσσερις ελληνικές περιπτώσεις ακολουθούν διαφορετικές πορείες και καμία από αυτές δεν έχει κλείσει. Στην Ίο η δικαστική διαδρομή κατέληξε σε αμετάκλητες αποφάσεις, δεν υπάρχει όμως πληροφορία ότι έχει εκτελεστεί η κατεδάφιση, ενώ το σωματείο που ανέδειξε την υπόθεση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αγωγές. Στον Ερημίτη η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση ακύρωσης κατά του ειδικού σχεδίου και η επένδυση επανέρχεται σήμερα με νέο επενδυτικό σχήμα και νέα αδειοδοτική διαδικασία. Στη Σέριφο η επιλογή παραμένει ανοιχτή, ανάμεσα σε ένα ιδιωτικό σχέδιο που εγκρίθηκε και μια δημόσια μελέτη που περιμένει, ενώ στην Πολύαιγο η θεσμική προστασία προηγήθηκε κάθε κατασκευής, τμήματα όμως του νησιού εξακολουθούν να διατίθενται στην αγορά.

Παρά τις διαφορές αυτές, τόσο στη δικαστική τους πορεία όσο και στην επιμέρους εξέλιξή τους, οι τέσσερις περιπτώσεις, όπως και εκείνη της Νάρτας και του Ζβέρνετς, συμπυκνώνουν τα ίδια διακυβεύματα: ποιος ελέγχει τη γη και την ακτογραμμή, ποιος διατηρεί την πρόσβαση στα κοινά αγαθά, πώς κατανέμονται το κόστος και τα οφέλη της αξιοποίησης και σε ποιο στάδιο καλείται να συμμετάσχει η τοπική κοινωνία, πριν ή αφού έχουν ληφθεί οι κρίσιμες αποφάσεις;

Ακριβώς επειδή καμία υπόθεση δεν έχει ολοκληρωθεί, οι κατευθύνσεις πολιτικής που διατυπώθηκαν παραπάνω δεν αφορούν μόνο μελλοντικές περιπτώσεις, αλλά μπορούν να εφαρμοστούν ήδη σε αυτές: η εκτέλεση των αποφάσεων σε δεσμευτικό χρόνο και η προστασία όσων διεκδικούν στην Ίο, ο έλεγχος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και η ενεργή υπεράσπιση της δημόσιας και κοινωφελούς περιουσίας στη Σέριφο και στην Πολύαιγο, η σωρευτική εκτίμηση των επιπτώσεων και η έγκαιρη διαβούλευση πριν από τη νέα αδειοδότηση στον Ερημίτη, η διασυνοριακή συνεργασία στο στενό της Κέρκυρας. Η έκβαση κάθε υπόθεσης διαφέρει, τα ζητήματα πολιτικής που τίθενται είναι όμως κοινά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Πολύαιγος προσφέρει σήμερα τη δυνατότητα να τεθούν ερωτήματα που σε άλλες περιπτώσεις τέθηκαν όταν σημαντικές μεταβολές είχαν ήδη συντελεστεί. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η δυνατότητα μιας μελλοντικής δικαστικής δικαίωσης, αλλά πρωτίστως η δυνατότητα μιας έγκαιρης δημόσιας συζήτησης για το μέλλον ενός τόπου, πριν οι κρίσιμες επιλογές καταστούν δύσκολα αναστρέψιμες. Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται οι εμπειρίες των δύο χωρών: στο ερώτημα «ποιος αποφασίζει τι θα γίνει ένας τόπος, μέσα από ποιες διαδικασίες, με ποια συμμετοχή και τελικά προς όφελος ποιων;».

Όλο το κείμενο πολιτικής εδώ

* Η Αγγελική Μητροπούλου είναι συντονίστρια Ομάδας Τουρισμού, Νησιωτικότητας & Γαλάζιας Οικονομίας ΕΝΑ, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου – Κείμενο Πολιτικής στο Ινστιτούτο ΕΝΑ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα