Deep Purple: Η μπάντα που καθόρισε τον σκληρό ήχο και το “Smoke on the Water”

Διαβάζεται σε 10'
Deep Purple: Η μπάντα που καθόρισε τον σκληρό ήχο και το “Smoke on the Water”

Στις 13 Οκτωβρίου οι Deep Purple επιστρέφουν στην Αθήνα και εμείς ξαναθυμηθήκαμε μερικές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την επική πορεία τους στη διεθνή μουσική σκηνή.

Πήραν το όνομά τους από το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς του κιθαρίστα Ritchie Blackmore. Είδαν ένα καζίνο να καίγεται και μετέτρεψαν την εικόνα στο διασημότερο riff της ιστορίας τους. Κάποτε έπαιξαν τόσο εκκωφαντικά, ώστε μπήκαν στο βιβλίο Guinness ως το δυνατότερο συγκρότημα στον κόσμο. Η ιστορία των Deep Purple χωρά παράξενες συμπτώσεις, καβγάδες, επανενώσεις και μερικά από τα πιο διάσημα riff που ακούστηκαν ποτέ.

Στις 13 Οκτωβρίου οι Deep Purple ανεβαίνουν στη σκηνή του Telekom Center Athens. Στο πρόγραμμα συναντιούνται σχεδόν έξι δεκαετίες μουσικής και τραγούδια που αναγνωρίζονται από τις πρώτες νότες: «Smoke on the Water», «Child in Time», «Highway Star», «Black Night», «Perfect Strangers».

Ένα από αυτά τα τραγούδια βρήκε έναν νέο δρόμο προς το κοινό. Το «Child in Time», που κυκλοφόρησε το 1970, ακούστηκε σε ανανεωμένη εκδοχή στο πρώτο teaser της πέμπτης και τελευταίας σεζόν του «Stranger Things». Η σειρά που είχε εκτοξεύσει στα charts το «Running Up That Hill» της Kate Bush και το «Master of Puppets» των Metallica έφερε αυτή τη φορά τη φωνή του Ian Gillan μπροστά στο τεράστιο, παγκόσμιο κοινό της σειράς. Ένα δεκάλεπτο τραγούδι του 1970, γραμμένο στη σκιά του Ψυχρού Πολέμου, βρέθηκε ξανά στο κέντρο της ποπ κουλτούρας.

Στην αρχή οι Deep Purple λέγονταν Roundabout. Η ιδέα ήταν οι μουσικοί να αλλάζουν διαρκώς, σαν επιβάτες σε περιστρεφόμενη πόρτα. Το όνομα Deep Purple το πρότεινε ο ιδρυτικός κιθαρίστας Ritchie Blackmore. Προερχόταν από την ομώνυμη μελωδία του Peter DeRose, την οποία η γιαγιά του αγαπούσε και συνήθιζε να παίζει στο πιάνο. Τελικά άλλαξαν όνομα, κράτησαν όμως κάτι από το αρχικό “roundabout” σχέδιο. Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, η μπάντα έχει περάσει από εννέα διαφορετικές συνθέσεις. Κάθε αλλαγή άνοιγε ένα καινούργιο κεφάλαιο και ο ήχος συνέχιζε τον δρόμο του.

Το 1972, στο Rainbow Theatre του Λονδίνου, η συναυλία τους έφτασε τα 117 ντεσιμπέλ. Το ρεκόρ πέρασε αργότερα στους Who. Τρία χρόνια νωρίτερα είχαν παίξει στο Royal Albert Hall μαζί με τη Royal Philharmonic Orchestra. Τη μία βραδιά δοκίμαζαν τις αντοχές των ηχείων και των αυτιών. Την άλλη ένωναν το rock με μια ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα. Αυτές οι δύο εικόνες λένε σχεδόν τα πάντα για τους Deep Purple.

Από τον ψίθυρο στην κραυγή

Η κιθάρα του Ritchie Blackmore, το ορμητικό Hammond του Jon Lord και η φωνή του Ian Gillan έδωσαν στο hard rock έναν ήχο ογκώδη, γρήγορο και άγριο. Ο Roger Glover και ο Ian Paice κρατούσαν τον ρυθμό στιβαρό και ευκίνητο, ενώ ο Gillan περνούσε από τον ψίθυρο στην κραυγή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Deep Purple

Μαζί με τους Led Zeppelin και τους Black Sabbath, οι Deep Purple όρισαν τη σκληρή πλευρά του βρετανικού rock στις αρχές του ’70. Στη δική τους περίπτωση η δύναμη συναντούσε τον αυτοσχεδιασμό. Blues, κλασική μουσική, ψυχεδέλεια και jazz περνούσαν από την ίδια ηλεκτρική μηχανή. Το αποτέλεσμα ακούστηκε ολοκληρωμένο στο «Deep Purple in Rock» του 1970, από το καταιγιστικό «Speed King» μέχρι το «Child in Time».

Η κλασική σύνθεση, η Mark II, είχε ήδη βρει τη χημεία της: Ian Gillan στη φωνή, Ritchie Blackmore στην κιθάρα, Jon Lord στα πλήκτρα, Roger Glover στο μπάσο και Ian Paice στα ντραμς. Ακολούθησαν το «Fireball» και, το 1972, το «Machine Head», ένας δίσκος που στεγάζει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα λεπτά στην ιστορία του rock.

Deep Purple

Η διαφορετικότητά τους υπήρξε συνειδητή επιλογή. Από τα πρώτα τους χρόνια, όπως λέει ο Ian Gillan, αποφάσισαν να αποφεύγουν καθετί επιτηδευμένο και μοντέρνο για χάρη της μόδας. «Πάντα προσπαθούσαμε να είμαστε μπροστά», συμπληρώνει ο Roger Glover. Άλλοτε το κατάφερναν με ένα riff, άλλοτε με ένα Hammond που ακουγόταν σαν κιθάρα και άλλοτε αφήνοντας μια συναυλία να κινηθεί έξω από την ασφάλεια της ηχογράφησης.

Φωτιά στον ουρανό, καπνός στο νερό

Το «Smoke on the Water» γεννήθηκε από πραγματική καταστροφή. Οι Deep Purple βρίσκονταν στο Μοντρέ για να ηχογραφήσουν με το “μετακινούμενο” στούντιο των Rolling Stones. Ήταν ένα πλήρως εξοπλισμένο στούντιο ηχογράφησης μέσα σε φορτηγό, το οποίο είχαν δημιουργήσει οι Stones. Πάρκαρε έξω από έναν χώρο και συνδεόταν με καλώδια ώστε οι μουσικοί να ηχογραφούν όπου ήθελαν, χωρίς να βρίσκονται σε συμβατικό στούντιο. Στο Μοντρέ, το σχέδιο ήταν να παίξουν μέσα στο καζίνο και να καταγράψουν τη μουσική στο φορτηγό που θα βρισκόταν απέξω.

Στη διάρκεια συναυλίας του Frank Zappa στο καζίνο, ένας θεατής έριξε φωτοβολίδα στην οροφή και το κτίριο τυλίχθηκε στις φλόγες. Από το ξενοδοχείο τους είδαν τον καπνό να απλώνεται πάνω από τη λίμνη της Γενεύης. Αργότερα, ο Glover ξύπνησε με τις λέξεις «smoke on the water» στο μυαλό του, ο Blackmore έπαιξε τις νότες και το πιθανότερο… πρώτο riff κάθε αρχάριου κιθαρίστα πέρασε στην αθανασία.

Το ίδιο άλμπουμ έδωσε τα «Highway Star», «Lazy» και «Space Truckin’». Ύστερα ήρθαν το «Woman from Tokyo», το «Burn» με τους David Coverdale και Glenn Hughes, το «Mistreated», το «Stormbringer». Στη μεγάλη τους διαδρομή χωρούν ακόμη το «Perfect Strangers», που σφράγισε την επανένωση της κλασικής σύνθεσης το 1984, το «Knocking at Your Back Door», το «Sometimes I Feel Like Screaming» και το «Soldier of Fortune», μια μπαλάντα που αγαπήθηκε στην Ελλάδα με σχεδόν λαϊκή αφοσίωση.

Η χώρα μας έχει τη δική της μακρά σχέση μαζί τους. Κάθε επιστροφή των Deep Purple λειτουργεί σαν συνάντηση διαφορετικών γενεών: εκείνων που αγόρασαν το «Made in Japan» σε βινύλιο, όσων έμαθαν το riff του «Smoke on the Water» σε μια δανεική κιθάρα και των νεότερων που ανακάλυψαν τη μπάντα μέσα από μια playlist και βρέθηκαν μπροστά σε έναν κατάλογο 24 στούντιο άλμπουμ.

Οι Deep Purple του 2026

Η σημερινή σύνθεση διατηρεί τρία μέλη της ιστορικής Mark II: τον Ian Gillan, τον Roger Glover και τον Ian Paice, τον μοναδικό μουσικό που συμμετείχε σε όλες τις περιόδους του συγκροτήματος. Στα πλήκτρα βρίσκεται ο Don Airey και στην κιθάρα ο Simon McBride, ο οποίος διαδέχθηκε τον Steve Morse το 2022.

Το 2024 κυκλοφόρησαν το «=1», πρώτο άλμπουμ με τον McBride, και το καλοκαίρι του 2026 ακολούθησε το «Splat!», ξανά με παραγωγό τον Bob Ezrin. Στη συνέντευξή τους στο Classic Rock, μίλησαν για έναν δίσκο ηχογραφημένο με τη μπάντα να παίζει μαζί στο στούντιο, κρατώντας την ενέργεια της ζωντανής στιγμής. Τα 13 κομμάτια του στρέφουν το βλέμμα στον παραλογισμό της εποχής, στη φθορά, στη μεταμόρφωση και στη χαρά που εξακολουθεί να γεννά ένα δυνατό riff.

Ο Gillan, στα 81 του, αντιμετωπίζει τον χρόνο με εκείνο το βρετανικό χιούμορ που γλιτώνει τις μεγάλες κουβέντες από το βάρος τους. Μιλώντας για το νέο «Guilt Trippin’», θυμήθηκε μια παλιά του απόφαση: «Είχα ορκιστεί ότι θα σταματούσα να ουρλιάζω μέχρι τα 60. Τώρα κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι: τι απέγινε εκείνη η υπόσχεση;» Η απάντηση κρύβεται στην ίδια την ηχογράφηση: ο Gillan μπαίνει στο τραγούδι με μια κραυγή και ο χρόνος χάνει για λίγο τον λογαριασμό.

Οι Deep Purple μετρούν τη ζωή τους σε πρόβες, δίσκους, διαδρομές και βραδιές πάνω στη σκηνή. Σύμφωνα με όσα δήλωναν στο Classic Rock τον Αύγουστο του 2026, η περιοδεία του «Splat!» περιλάμβανε 83 συναυλίες σε 27 χώρες, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να προγραμματίζονται εμφανίσεις για το 2027.

*Ο τίτλος «Splat!» ξεκίνησε από την εικόνα ενός εντόμου που συνθλίβεται στο παρμπρίζ. Από εκεί ο Gillan έφτασε σε σκέψεις για το τέλος της ανθρωπότητας και τη μετάβαση σε μια άλλη, άυλη μορφή ύπαρξης. Παράξενο, σκοτεινό και πολύ Gillan.

Ο Simon McBride περιγράφει την περιοδεία τους με απλά λόγια: προχωρούν από συναυλία σε συναυλία, όσο η μουσική τούς δίνει ακόμη έναν σκοπό.

Για τον Ian Gillan, η πιο δυνατή στιγμή μιας συναυλίας έρχεται συχνά όταν ο ίδιος σωπαίνει: «Οι σπουδαιότερες στιγμές για μένα είναι όταν δεν τραγουδάω. Κάνω ένα βήμα πίσω, ανάμεσα στα ντραμς και τα πλήκτρα, και βρίσκομαι ακριβώς στη μέση. Με συνεπαίρνει η μαγεία αυτού που κάνουν οι υπόλοιποι. Είναι τόσο αναγνωρίσιμο. Μιλάει. Είναι μουσικό και δυνατό».

Ο McBride γνωρίζει πόσο βαθιά έχουν περάσει τα παλιά τραγούδια στη μνήμη του κοινού. Θυμάται μια συναυλία στη Νότια Αμερική που άνοιξε με το «Highway Star»: «Μπήκα στο σόλο και 65.000 άνθρωποι άρχισαν να το τραγουδούν μαζί μου. Σκέφτηκα: δόξα τω Θεώ που δεν το άλλαξα». Σε άλλα σημεία της συναυλίας η μπάντα αυτοσχεδιάζει, ισορροπώντας ανάμεσα στις απαιτήσεις μιας μεγάλης παραγωγής και στην ελευθερία που χαρακτήριζε πάντοτε τα live της.

Τον Αύγουστο του 2026, στο Jones Beach Theater του Long Island, συνέβη κάτι που για χρόνια έμοιαζε με ανέκδοτο της rock ιστορίας. Ο Ritchie Blackmore εμφανίστηκε στη συναυλία και έπαιξε ξανά με τους Deep Purple το «Smoke on the Water», για πρώτη φορά μετά την αποχώρησή του το 1993.

Ο Gillan τον παρουσίασε ως «τον μεγάλο θρύλο, τον αθάνατο». Λίγες ημέρες αργότερα περιέγραψε τη στιγμή ως «μια δημόσια επίδειξη φιλίας και καλών αναμνήσεων». Ένα τραγούδι στάθηκε αρκετό για να δείξει δημόσια ότι οι παλιές εντάσεις είχαν πια υποχωρήσει.

Ο Gillan λέει πως οι ωραιότερες στιγμές μιας συναυλίας έρχονται όταν σταματά να τραγουδά και στέκεται ανάμεσα στα ντραμς και τα πλήκτρα, ακούγοντας την μπάντα. Στο Telekom Center Athens θα βρεθεί ξανά εκεί, στο κέντρο ενός ήχου που ταξιδεύει σχεδόν έξι δεκαετίες και εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από ελάχιστες νότες.

Special guest στη μοναδική αθηναϊκή τους εμφάνιση θα είναι οι ανερχόμενοι  Jayler (UK), δημιουργώντας μια εκρηκτική μουσική σύμπραξη που ενώνει το παρελθόν και το μέλλον της ροκ.

Πληροφορίες
Deep Purple Live
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026
Telekom Center Athens, Μαρούσι
Εισιτήρια: more.com

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα