Ο αόρατος αποκλεισμός των ευάλωτων παιδιών στα σχολεία

Διαβάζεται σε 5'
Ο αόρατος αποκλεισμός των ευάλωτων παιδιών στα σχολεία
Νηπιαγωγείο (φωτογραφία αρχείου) iStock

Η κοινωνική λειτουργός, Χριστίνα Χελά, γράφει στο NEWS 24/7 για τους αόρατους αποκλεισμούς που αντιμετωπίζουν τα παιδιά της παιδικής προστασίας στο σχολείο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποκλείσεις έναν άνθρωπο, κι ακόμη περισσότεροι να αποκλείσεις ένα παιδί.

Για τις περισσότερες οικογένειες, η έναρξη του σχολείου αποτελεί μια αυτονόητη μετάβαση. Το παιδί φτάνει στην κατάλληλη ηλικία, εγγράφεται, αποκτά μια τάξη, γνωρίζει συνομηλίκους και αρχίζει να δημιουργεί μια καθημερινότητα έξω από το σπίτι.

Για τα παιδιά του Συστήματος Παιδικής Προστασίας ωστόσο, ακόμη και αυτά τα αυτονόητα εξαρτώνται ακόμα από το αν θα υπάρχει κάποιος να επιμείνει.

Όταν όμως η άσκηση ενός δικαιώματος εξαρτάται από το αν γύρω από το παιδί υπάρχει ένας επίμονος κοινωνικός λειτουργός, ένας φροντιστής, ένας συγγενής ή κάποιος άλλος επαγγελματίας που θα αντέξει να τηλεφωνεί, να γράφει και να διεκδικεί ξανά και ξανά, τότε η ενταξιακή εκπαίδευση γίνεται απλώς συνθηματολογία για τις εγκυκλίους στην αρχή του σχολικού έτους.

Αποκλεισμός δεν σημαίνει απαραίτητα να κλείσεις την πόρτα του σχολείου ή να αρνηθείς την εγγραφή ενός παιδιού.

Μπορείς να το δεχτείς, να το βάλεις σε μια τάξη, να υπάρχει το όνομά του στο παρουσιολόγιο και, παρ’ όλα αυτά, να του μεταδίδεις καθημερινά ότι η παρουσία του εκεί αποτελεί πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Να συζητάς περισσότερο όσα δεν μπορεί να κάνει παρά όσα χρειάζεται για να συμμετέχει. Να θεωρείς ότι, επειδή χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη ή επειδή η ζωή του δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη οικογενειακή διαδρομή, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν ανήκει εκεί.

Για τα παιδιά που βρίσκονται ακόμη και προσωρινά στο σύστημα παιδικής προστασίας, και ειδικά όσα έχουν αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες, αυτή η λογική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Η διαμονή σε μια δομή πολύ εύκολα παύει να αντιμετωπίζεται ως συνθήκη και αρχίζει να λειτουργεί ως ταυτότητα. Σαν να εξηγεί από μόνη της τι μπορούν να κάνουν, πόσο μπορούν να μάθουν, ποιο σχολείο τους ταιριάζει και πόση θέση δικαιούνται δίπλα στα υπόλοιπα παιδιά μέσα στην κοινότητα.

Μια ζωγραφιά στον ίδιο τοίχο με τις υπόλοιπες

Αν ένα παιδί που μεγάλωνε με την οικογένειά του αντιμετωπιζόταν από τις πρώτες ημέρες της σχολικής του ζωής σαν να πρέπει να αποδείξει ότι «κάνει» για το σχολείο, πόσο εύκολα θα το δεχόμασταν; Αν μπροστά του ακούγονταν δημόσια σχόλια για όλα όσα δεν καταφέρνει, θα τα θεωρούσαμε παιδαγωγικά;

Αν για να αποκτήσει μια στοιχειώδη σχολική καθημερινότητα χρειάζονταν επανειλημμένες υπηρεσιακές παρεμβάσεις, θα μιλούσαμε απλώς για μια δύσκολη διαδικασία;

Όταν, όμως, όλα αυτά αφορούν τα πιο ευάλωτα παιδιά, το όριο της ανοχής μοιάζει να μετακινείται. Αυτό που θα προκαλούσε κύματα οργής αν συνέβαινε σε ένα παιδί μιας οποιασδήποτε οικογένειας αντιμετωπίζεται σαν δυσάρεστη μεν αλλά περίπου αναμενόμενη δυσκολία. Σαν να θεωρούμε κατά βάθος φυσιολογικό ότι μία κοινωνία οργανώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε κάποια παιδιά να έχουν συστηματικά λιγότερες επιλογές, λιγότερη πρόσβαση, λιγότερη ορατότητα και περισσότερα εμπόδια.

Αυτό αποτυπώνει ίσως ολόκληρη την απόσταση ανάμεσα στην ενταξιακή εκπαίδευση ως συνθηματολογία και την συμπερίληψη ως καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική.

Συμπερίληψη δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά έχουν τις ίδιες εκπαιδευτικές ανάγκες. Σημαίνει πως πρέπει να στρέψουμε τον καθρέφτη σε εμάς και να αντικαταστήσουμε τα «είναι πίσω», «δεν ακολουθεί», «δεν μπορεί», με ένα «τι παραπάνω πρέπει να κάνω εγώ για να συμμετέχει;». Σημαίνει αντί για ελλείματα του παιδιού να βλέπουμε ανάγκες υποστήριξής του από όλα τα συστήματα στα οποία υπάρχει.

Για ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, το σχολείο δεν είναι μόνο το αναλυτικό πρόγραμμα. Είναι κυρίως τα άλλα παιδιά. Είναι το παιχνίδι στην αυλή, η μίμηση, η φιλία, η σύγκρουση, η αναμονή στη σειρά, η ζωγραφιά που κρεμιέται στον ίδιο τοίχο με όλες τις υπόλοιπες. Είναι η δυνατότητα να μεγαλώνει στον ίδιο κόσμο με τα παιδιά της ηλικίας του και όχι σε έναν παράλληλο κόσμο που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτό.

Συμπερίληψη δεν σημαίνει να αποδεικνύεις ότι “κάνεις”

Για τα παιδιά της παιδικής προστασίας, αυτή η σχέση με την κοινότητα έχει ζωτική σημασία.

Η αποϊδρυματοποίηση δεν αρχίζει την ημέρα που ένα παιδί φεύγει από μια δομή. Αρχίζει όσο ακόμη βρίσκεται εκεί, όταν παύουμε να οργανώνουμε τη ζωή του αποκλειστικά μέσα σε παράλληλα συστήματα. Όταν πηγαίνει στο ίδιο σχολείο με τα άλλα παιδιά της κοινότητας, όταν αποκτά σχέσεις έξω από τη δομή, όταν οι δραστηριότητές του δεν περιορίζονται σε άλλους ανθρώπους που βρίσκονται στην ίδια συνθήκη.

Τα παιδιά δεν είναι «ειδικές περιπτώσεις» όταν έχουν διαφορετικές ανάγκες υποστήριξης. Γίνονται «ειδικές περιπτώσεις» όταν εμείς οργανώνουμε το περιβάλλον γύρω τους σαν να μην υπήρχε ποτέ η πιθανότητα να χωρέσουν σε αυτό. Όταν η φοίτηση στο γενικό σχολείο μετατρέπεται σε βραβείο που απονέμεται στα παιδιά που έχουν ήδη κατακτήσει έναν κατάλογο δεξιοτήτων.

Και το πραγματικό μέτρο μιας συμπεριληπτικής κοινωνίας δεν είναι αν επιτρέπει σε ένα παιδί να περάσει την πόρτα. Είναι αν, αφού την περάσει, δεν χρειάζεται κάθε μέρα να αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα να βρίσκεται πίσω από αυτήν.

*Η Χριστίνα Χελά είναι κοινωνική λειτουργός

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα