Το Ευρωπαϊκό Κέντρο πληρώνει το τίμημα του εξτρεμισμού του
Διαβάζεται σε 12'
Το AfD δεν ενισχύθηκε επειδή, από τη μια μέρα στην άλλη, εκατομμύρια Γερμανοί έζησαν μια επιφοίτηση που τους κατέστησε πιο ευάλωτους στο σαγηνευτικό κάλεσμα του μεταμοντέρνου φασισμού.
- 27 Σεπτεμβρίου 2026 07:14
Ο Φρίντριχ Μερτς ανέλαβε καγκελάριος πριν λιγότερο από ενάμιση χρόνο και, ήδη, τα ποσοστά δημοφιλίας του κατέρρευσαν. Η πάλαι ποτέ κραταιά Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), της οποίας ηγείται, όχι μόνο συνετρίβη σε εκλογές σε δύο ομόσπονδα κρατίδια αλλά και κατακρημνίζεται σε ολόκληρη τη Γερμανία.
Τα γερμανικά ΜΜΕ μιλούν και γράφουν ακατάπαυστα για την άνοδο του ακροδεξιού AfD στηλιτεύοντας τον Μερτς για την μαλθακότητά του, για το ότι εγκλωβίστηκε σε έναν πολιτικά αδιέξοδο συνασπισμό με τους σοσιαλδημοκράτες, καθώς και για το ότι δεν καταφέρνει να κινητοποιεί τη νεολαία όπως κάνει το AfD. Όλα αυτά αληθεύουν, όλα τους όμως είναι δευτερεύοντα – για να μην πω εκτός θέματος.
Αυτό που στην πραγματικότητα πεθαίνει στη Γερμανία δεν είναι απλώς ένα κόμμα που μέχρι τώρα κυριαρχούσε, αλλά η εικόνα των κεντρώων πολιτικών, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των κεντροαριστερών, ως μετριοπαθών τεχνοκρατών. Μετά από τρεις δεκαετίες, γίνεται πλέον σαφές ότι δεν ήταν ούτε ικανοί ούτε μετριοπαθείς.
Στην αρχή βαθμιαία και στη συνέχεια απότομα, οι μάσκες έπεσαν με αποτέλεσμα η πλειοψηφία να μπορεί να τους δει όπως πραγματικά ήταν πάντα: ζηλωτές που εφάρμοζαν αδίστακτα αδιέξοδες, μισανθρωπικές πολιτικές – πολιτικές που υπονόμευσαν την ικανότητα της γερμανικής κοινωνίας να αναπαράγεται, που την οδηγούν ολοταχώς στα πρόθυρα ενός αχρείαστου πολέμου στις παρυφές της Ευρώπης.
Πριν οι λαϊκές μάζες νιώσουν την αποτυχία του στο πετσί τους, ο φανατισμός των αυτο-αποκαλούμενων «κεντρώων», που τους εμφανίζονταν με γκρι καθωσπρέπει κοστούμια και τους μιλούσαν με απαλή φωνή επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική», δεν φαινόταν δια γυμνού οφθαλμού. Μέχρι που ήρθε ο λογαριασμός των δήθεν μετριοπαθών τους πολιτικών. Αυτό που άλλαξε πρόσφατα, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στις κάλπες στη Γερμανία αλλά και σχεδόν παντού ανά την Ευρώπη, είναι ότι είναι πλέον αδύνατο να αγνοηθούν η αποβιομηχάνιση και η στασιμότητα που προκάλεσε ο εξτρεμισμός των κεντρώων.
Το AfD δεν ενισχύθηκε επειδή, από τη μια μέρα στην άλλη, εκατομμύρια Γερμανοί έζησαν μια επιφοίτηση που τους κατέστησε πιο ευάλωτους στο σαγηνευτικό κάλεσμα του μεταμοντέρνου φασισμού. Οι τάξεις του διογκώθηκαν επειδή η Εποχή της Λιτότητας έφερε μεγάλο μέρος των λαϊκών μαζών αντιμέτωπες με την ραγδαία απώλεια κοινωνικού στάτους και το φάσμα της πραγματικής φτώχειας. Είναι λοιπόν τόσο λογικό όσο και θλιβερό ότι η Ακροδεξιά κατάφερε να δημιουργήσει το σημερινό εκλογικό τσουνάμι εκμεταλλευόμενη τη νοσταλγία για την επιστροφή σε κάποιο (ανύπαρκτο) χρυσό παρελθόν – ένα παρελθόν όπου επικρατούσε η «τάξη», χωρίς την ενοχλητική παρουσία του «ύποπτου» ξένου: του μουσουλμάνου, του Εβραίου, των τρανς.
Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται από το Βερολίνο μέχρι το Παρίσι και το Λονδίνο. Η ακροκεντρώα πορεία του Προέδρου Μακρόν έφερε τη Γαλλία στα πρόθυρα μιας Λεπενικής προεδρίας. Κορυφαίο ατόπημά του η υπόσχεση για μια Νέα Γαλλική Αναγέννηση που ήταν και παραμένει όχι δύσκολη αλλά αδύνατη εντός μιας νομισματικής ένωσης με τη Γερμανία που όμως στερείται της απαραίτητης πολιτικής ένωσης. Πρόσφερε αμέτρητες φορολογικές ελαφρύνσεις στους υπερπλούσιους, σε μια εποχή που οι πολλοί δυσκολεύονταν να πληρώσουν τη βενζίνη για να πάνε στη δουλειά. Αύξησε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 64 έτη, σε χώρα που το προσδόκιμο ζωής των φτωχότερων εργαζομένων δεν ξεπερνά τα 72 έτη. Δεν συνάντησε ποτέ κάποιον τραπεζίτη και να μην τον αγκάλιασε καρδιακά. Παράλληλα, δεν δέχθηκε καμία απόκλιση από την σκληρά ταξική του πορεία, κανένα συμβιβασμό, καμία δημοκρατική συζήτηση για εναλλακτικές λύσεις.
Στη Βρετανία, το κεντρώο πολιτικό καρτέλ των Τόρις και των Εργατικών υιοθέτησε από πολύ πριν τις ίδιες πολιτικές. Στη δεκαετία του 1980, ο βανδαλισμός της βιομηχανίας από τις κυβερνήσεις της Μάργκαρετ Θάτσερ και η μετατροπή των κοινωνικών κατοικιών σε χρηματοοικονομικό προϊόν – μαζί με την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας – μετέτρεψαν το Ηνωμένο Βασίλειο σε βόθρο ανυπόφορης ανισότητας. Σε μια δεκαετία, η χώρα έπεσε στην μαύρη τρύπα ενός δυσθεώρητου εμπορικού ελλείμματος όπου ευημερούσαν μόνο οι αντιπαραγωγικές υπηρεσίες, οι τραπεζίτες του Σίτι, και οι κερδοσκόποι του real estate – οι κηφήνες που ζούσαν παρασιτικά εις βάρος της τεράστιας, περιθωριοποιημένης πλειοψηφίας.
Ωστόσο, η εργατική κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ ήταν εκείνη που σφράγισε αυτό το θρίαμβο της ολιγαρχικής τάξης εισοδηματιών και τραπεζιτών, επινοώντας καινοτόμους τρόπους για να συνεχίσει την αποδυνάμωση των δημόσιων αγαθών, ενώ παράλληλα ολοκλήρωνε την απελευθέρωση του Σίτι. Είναι περίεργο ότι και στη Βρετανία, όπως και στη Γερμανία και τη Γαλλία, πολιτική δυναμική εμφανίζουν μόνο ο φόβος και το μίσος;
Παντού, η διαδικασία ήταν η ίδια: Κόμματα που αυτοαποκαλούνταν μετριοπαθή, ρεαλιστικά και κεντρώα, εφάρμοσαν ένα από τα πιο δογματικά οικονομικά προγράμματα στην ευρωπαϊκή ιστορία – και το εφάρμοσαν με μια ακαμψία, μια μισαλλοδοξία απέναντι στη διαφωνία, και μια περιφρόνηση για τη δημοκρατική αντιπαράθεση, που τα πραγματικά πολιτικά άκρα του 20ού αιώνα θα αναγνώριζαν ως τη δική τους μέθοδο, ακόμα κι αν απέρριπταν το περιεχόμενό της.
Θέλω να είμαι ακριβής ως προς το τι εννοώ εδώ με τον όρο «εξτρεμισμός», διότι δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Μια ιδεολογία είναι ακραία όχι τόσο λόγω της θέσης της στο φάσμα Αριστεράς-Δεξιάς, ούτε καν λόγω των ακραίων επιπτώσεων των πολιτικών της στην πλειοψηφία, αλλά λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει τη διαφωνία: ως «απαράδεκτη», ως «πρόβλημα» που πρέπει να εξουδετερωθεί και ποτέ ως αντιπρόταση στην οποία πρέπει να δοθεί απάντηση.
Με αυτό το κριτήριο, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 το ευρωπαϊκό πολιτικό Κέντρο αποτελεί την πιο ακραία πολιτική παράταξη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δημιούργησε μια νομισματική ένωση που σχεδιάστηκε ρητά για να στερήσει στα Κοινοβούλια την οποιαδήποτε επιρροή στην οικονομική πολιτική. Οικοδόμησε καρτέλ ηλεκτρικής ενέργειας που εκμεταλλεύονται ανελέητα πολίτες και μικρές επιχειρήσεις. Χαρακτήρισε όποιον τόλμησε να προτείνει κάποια εναλλακτική λύση ως «μη σοβαρό», «λαϊκιστή» ή «αντιευρωπαίο» – ανεξάρτητα από το αν η εναλλακτική αυτή είχε ή όχι οικονομική λογική.
Το 2015, είχα την ευκαιρία να βιώσω από πρώτο χέρι τον «ανέμελο εξτρεμισμό» των ευρωπαίων κεντρώων. Κερδίσαμε τότε τις εκλογές για έναν απλό λόγο: επειδή το πρόγραμμα «σταθεροποίησης» που επέβαλαν με το έτσι θέλω στον λαό μας είχε αποτύχει ακόμα και με τα δικά τους κριτήρια – κάτι που παραδεχόταν και το ΔΝΤ και οι τραπεζίτες του Λονδίνου κοκ.
Και πώς αντέδρασε το «μετριοπαθές» ευρωπαϊκό Κέντρο; Πραξικοπηματικά. Κάνοντας τα πάντα για να συντρίψει την όποια παρέκκλιση από το αποτυχημένο τους πρόγραμμα. Όχι επειδή διαφωνούσε με τις ενστάσεις ή τις προτάσεις μας, αλλά επειδή, όπως μου είπε η Κριστίν Λαγκάρντ: «Έχουμε επενδύσει τόσο πολύ πολιτικό κεφάλαιο στο ελληνικό πρόγραμμα που δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω.» Υπάρχει καλύτερο παράδειγμα φανατικού εξτρεμισμού;
Για να κατανοήσουμε τη φύση και τα αίτια αυτού του «κεντρώου» εξτρεμισμού, αξίζει άλλη μια ματιά στην περίπτωση του εκλιπόντος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ολόκληρη η καριέρα του ήταν διαμορφωμένη γύρω από έναν (όχι αβάσιμο) φόβο ότι το Παρίσι θα καταλάμβανε την Bundesbank ώστε να χρησιμοποιήσει το γερμανικό μάρκο προκειμένου να χρηματοδοτήσει σε ολόκληρη την Ευρώπη γαλλικού τύπου ελλειμματικές πολιτικές.
Μόλις ο Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν εκβίασε τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ να συμφωνήσει για το ευρώ, ως αντάλλαγμα για τη συγκατάθεση της Γαλλίας στην επανένωση της Γερμανίας, ο Σόιμπλε και η Bundesbank έβαλαν τα δυνατά τους για να αποτρέψουν τους Γάλλους από το να σφετεριστούν το γερμανικό νόμισμα.
Το κατάφεραν σχεδιάζοντας μια νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική ένωση, χωρίς δημοκρατική πολιτική ένωση, χωρίς τραπεζική ένωση και χωρίς μηχανισμούς απορρόφησης κραδασμών (αμορτισέρ). Επί της ουσίας, ο γερμανικός έλεγχος -τον οποίο ο Σόιμπλε δεν μπορούσε να νομοθετήσει επισήμως- ενσωματώθηκε στο ίδιο το σύστημα, στις «υδραυλικές» εγκαταστάσεις του, στο DNA του.
Δεν επρόκειτο για νομισματική σύνεση, για ορθολογικό, τεχνοκρατικό σχεδιασμό. Ο Σόιμπλε λειτούργησε ως ζηλωτής, με το φανατισμό του νεοφώτιστου. Διέπετο από φονταμελαστική πίστη πως δεν υπήρχε παρά μόνο μία ορθή οικονομική ηθική (η δική του) και ότι όποιος παρέκκλινε από αυτήν έπρεπε να πειθαρχείται σκληρά και αυτόματα από την ίδια τη δομή της αρχιτεκτονικής του ευρώ, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να παρεμβαίνει ο Δήμος – ούτε καν μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του. «Δημοσιονομικός καλβινισμός» είναι ο σωστός όρος για αυτό.
Και οι γάλλοι σοσιαλιστές; Πιστεύοντας λανθασμένα ότι θα μπορούσαν ακόμα να αξιοποιήσουν το νέο νόμισμα για τους δικούς τους σκοπούς, πήγαν με τα νερά του. Έτσι, ο Δημοσιονομικός Καλβινισμός εδραιώθηκε στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ευρωζώνη. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, ο Καλβινισμός δεν ήταν ποτέ συνώνυμο της μετριοπάθειας!
Όταν το φθινόπωρο του 2008 ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η καλβινιστική νομισματική ένωσή μας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο σοκ χωρίς κανένα μέσο απορρόφησής του – σαν αυτοκίνητο που, αφού του αφαιρέσεις τα αμορτισέρ, το οδηγείς ολοταχώς σε βαθιά λακκούβα. Η διαδοχική χρεοκοπία των γαλλο-γερμανικών τραπεζών και των περισσότερων κυβερνήσεων της ευρωζώνης ήταν αναπόφευκτη.
Και πώς αντέδρασε ο Σόιμπλε, με όλους τους Ευρωπαίους κεντρώους στο κατόπι του; Όχι μόνο επιμένοντας στην αρχική του στάση, αλλά και επιδεικνύοντας έναν ακόμα πιο ακραίο αυταρχισμό που οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πίστευαν ότι είχε εξαλειφθεί από την Ευρώπη το 1945. Πως να χαρακτηριστεί αλλιώς η πρώτη φράση του που άκουσα να αρθρώνει στο πρώτο Eurogroup στο οποίο συμμετείχα («Οι εκλογές δεν επιτρέπεται να επηρεάζουν την οικονομική πολιτική στην Ευρώπη»);
Λίγους μήνες αργότερα, ο Σόιμπλε και οι ακόλουθοί του μας υπαγόρευσαν ένα νέο τεράστιο δάνειο – μια νέα πιστωτική κάρτα – που θα χορηγούνταν υπό συνθήκες εξαφάνισης της μικρομεσαίας τάξης, από το οποίο να τραβάμε ώστε να μπορούμε να προσποιούμαστε ότι αποπληρώνουμε τις προηγούμενες πιστωτικές μας κάρτες (όπως γίνεται σήμερα με το «μαξιλαράκι»).
Όταν απαντήσαμε ότι το τελεσίγραφο εκείνο έπρεπε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός πως θα το απαντούσε, οι εξτρεμιστές κεντρώοι εκβίασαν τον λαό μας να αποδεχτεί τους όρους συνθηκολόγησής του εφαρμόζοντας εκείνο που ονόμασα – και εξακολουθώ να χαρακτηρίζω ως – χρηματοοικονομική τρομοκρατία: κλείνοντας τις τράπεζές μας.
Ήταν μήπως ανθέλληνας ο Σόιμπλε; Όχι. Μας επέβαλε απάνθρωπα ακραία λιτότητα – «πειθαρχία», όπως την αποκαλούσε – επειδή ήθελε να την μεταλαμπαδεύσει στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και, τελικά, στην ίδια τη Γερμανία. Και πώς αντέδρασαν οι ευρωπαίοι κεντρώοι, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων; Αφού δυσανασχέτησαν για πέντε λεπτά, τελικά ενστερνίστηκαν τον εξτρεμισμό του Σόιμπλε!
Δεν είναι πλέον σαφές γιατί το Κέντρο καταρρέει σε ολόκληρη την Ευρώπη; Η ακραία λιτότητα που επέβαλε συρρίκνωσε την ευρωπαϊκή οικονομία. Πανικοβλημένο, το Κέντρο αντέδρασε αφήνοντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τυπώσει βουνά από ευρώ – τα οποία έδωσε στους τραπεζίτες για να τα παραδώσουν στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες όμως δεν τόλμησαν να τα επενδύσουν, καθώς οι μάζες ήταν άπορες και, ως εκ τούτου, απίθανο να αγοράσουν νέα αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αντ’ αυτού, τα στελέχη των μεγάλων εταιρειών χρησιμοποίησαν τα δωρεάν χρήματα της ΕΚΤ για να αγοράσουν πίσω τις δικές τους μετοχές, να εκτοξεύσουν τις τιμές τους, μαζί με αυτές τα μπόνους τους και, μαζί με αυτά, την ανισότητα.
Αυτό είναι το χάος που κληρονόμησε ο Μερτς. Μια Γερμανία της οποίας το βιομηχανικό μοντέλο έχει καταρρεύσει, επειδή οι επιχειρήσεις της δεν πραγματοποίησαν επενδύσεις κατά τη διάρκεια των 15 ετών που τα στελέχη τους πλούτιζαν χάρη στην λιτότητα για τους πολλούς και στην εκτύπωση χρήματος για την ολιγαρχία. Το αποτέλεσμα είναι ότι, σήμερα, η Volkswagen δεν μπορεί να πουλήσει αυτοκίνητα, και ο Μερτς αναγκάζεται να μεταφέρει τις γραμμές παραγωγής της στη Rheinmetall για την κατασκευή αρμάτων μάχης που δεν θέλουν ούτε καν οι Ουκρανοί.
Υπάρχει κάποια ομοιότητα με τις δεκαετίες του 1920 και του 1930; Ναι, αν και όχι εκείνη η επιπόλαιη, όπου ένας και μοναδικός ηγέτης αναλαμβάνει τον ρόλο του Χίτλερ. Η πραγματική ομοιότητα έγκειται στη μορφή της κυρίαρχης ιδεολογίας: ο Κανόνας του Χρυσού τότε, οι «δημοσιονομικοί κανόνες» σήμερα· και τα δύο θεωρήθηκαν στην εποχή τους (ο Κανόνας του Χρυσού στην δεκαετία του 1930, το «δημοσιονομικό πλαίσιο» στην δική μας περίπτωση) όχι ως μία από τις πολλές πολιτικές που μπορούσαν να εφαρμοστούν, αλλά ως την μία και μοναδική «αλήθεια», την οποία υπερασπίστηκαν με εξτρεμισμό ο οποίος αποκλείει την οποιαδήποτε διαφωνία, ακόμη και όταν είναι προφανές ότι η εφαρμοζόμενη πολιτική επιδεινώνει την κρίση που υποτίθεται ότι έπρεπε να θεραπεύσει.
Στον Μεσοπόλεμο, όπως και σήμερα, τα κυρίαρχα κόμματα δεν ήταν μετριοπαθείς δυνάμεις που έδωσαν χώρο σε εξτρεμιστές· τα ίδια αποτελούσαν τον εξτρεμιστικό ιδεολογικό πυρήνα, με την άρνησή τους να εξετάσουν οποιαδήποτε εναλλακτική λύση ως κορωνίδα του εξτρεμισμού τους.
Η τραγωδία που επαναλαμβάνεται σήμερα, και όχι πλέον ως φάρσα, δεν είναι ότι ο φασισμός επιστρέφει με μπότες και μαύρα χιτώνια. Είναι ότι μια πολιτική κουλτούρα που αυτοαποκαλείται «μετριοπαθής» και «κεντρώα» συμπεριφέρεται σαν σέκτα – σαν μισαλλόδοξη, δογματική αίρεση, πεπεισμένη για την αναγκαιότητά της. Και στο τέλος, ω μέγιστη ειρωνεία, εκπλήσσονται που οι ψηφοφόροι, στους οποίους αρνήθηκαν για δεκαετίες την οποιαδήποτε πραγματικά ορθολογική εναλλακτική, τελικά επιλέγουν την πιο μισανθρωπική εναλλακτική που τους προσφέρεται.
Η πτώση των ποσοστών του Μέρτς δεν θα αντιστραφεί ουσιαστικά αν αντικατασταθεί από συμπαθέστερο ηγέτη. Όπως και ο Μακρόν, και οι υπόλοιποι ακροκεντρώοι, ο Μέρτς απλά πληρώνει τον λογαριασμό που τελικά έφτασε στο γραμματοκιβώτιο ενός Κέντρου το οποίο μπέρδεψε τον αυταρχισμό του με την μετριοπάθεια και δαιμονοποίησε ως απειλή για την Ευρώπη όποιον το παρατήρησε.
Απόδοση στα ελληνικά άρθρου του συγγραφέα στο Al Jazeera.