“Οι άνθρωποι δεν είμαστε στην κορυφή. Και είναι δική μας απόφαση το αν θα είμαστε μόνοι ή όχι”
Διαβάζεται σε 15'
Η βραβευμένη στις Κάννες και υποψήφια για Όσκαρ δημιουργός Ίλντικο Ενιέντι μιλάει στο NEWS24/7 για τον άνθρωπο, τη φύση, την τεχνολογία και όλα όσα μας ενώνουν ακόμα και διαμέσου των δεκαετιών, με αφορμή την μαγευτική νέα ταινία της, “Σιωπηλή Φίλη”.
- 30 Σεπτεμβρίου 2026 06:32
«Ήθελα απλώς να στρέψω την προσοχή στο να μην θεωρούμε τον εαυτό μας ως την προεπιλεγμένη κατάσταση της φύσης», λέει γελαστή η Ίλντικο Ενιέντι στην άλλη άκρη της zoom σύνδεσης.
Μοιάζει λίγο σαν κομμένη σκηνή από την ταινία της αυτό που συμβαίνει, στης οποίας το ένα μέρος ο Τόνι Λιουνγκ βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία μέσω zoom με τη Λέα Σεϊντού, προσπαθώντας να μάθει περισσότερα για την συμπεριφορά της ίδιας της φύσης.
Πολλά πράγματα στη “Σιωπηλή Φίλη” (Silent Friend) της σπουδαίας Ίλντικο Ενιέντι, έχουν τόσο πολύ να κάνουν με τη φύση, με τον άνθρωπο, και με τις συνδέσεις που διαρκώς επιχειρούμε – μεταξύ μας, με τον κόσμο γύρω μας, με τις δυνατότητες που η τεχνολογία της κάθε εποχής προσφέρει.
Η ταινία κλείνει μέσα της πολλές τέτοιες εποχές. Το 1908, η πρώτη γυναίκα φοιτήτρια του πανεπιστημίου ανακαλύπτει, μέσα από τον φακό της φωτογραφίας, μοτίβα του σύμπαντος κρυμμένα ακόμα και στα πιο ταπεινά φυτά. Το 1972, ένας νεαρός φοιτητής αλλάζει ριζικά μέσα από την απλή πράξη της παρατήρησης και της σύνδεσής του με ένα γεράνι. Το 2020, ένας νευροεπιστήμονας από το Χονγκ Κονγκ, μελετώντας τον νου των βρεφών, ξεκινά ένα απρόσμενο πείραμα με το αιωνόβιο δέντρο.
Γιατί ναι, η σιωπηλή φίλη του τίτλου δεν είναι παρά ένα επιβλητικό θηλυκό δέντρο γκίνγκο μπιλόμπα, παρακολουθώντας για περισσότερο από έναν αιώνα, τους ήσυχους ρυθμούς μεταμόρφωσης που διατρέχουν τρεις ανθρώπινες ζωές – και αμέτρητες ακόμα, γύρω από αυτές, πριν από αυτές, και υποθέτει κανείς, και μετά από αυτές.
Η ανθρώπινη ύπαρξη λοιπόν στο έργο της Ενιέντι παίρνει τη θέση της, όχι ως ένα κυρίαρχο ον στην κορυφή της ζωής, αλλά ως συνοδοιπόρος στην φυσική διαδρομή. Στον χώρο. Στον χρόνο. Στην φύση. Της τονίζω εξάλλου κάποια στιγμή στη διάρκεια της κουβέντας μας πως η πιο αξέχαστη στιγμή της ταινίας – κι η οποία ξεσήκωσε τις εντονότερες αντιδράσεις από το κοινό στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου την παρακολούθησα – δεν αφορούσε στην πραγματικότητα κάποιον άνθρωπο, αλλά ένα φυτό. Και, ναι, τις δικές του αντιδράσεις.
Η Ενιέντι χαμογέλασε πολύ βαθιά όταν της το είπα αυτό, και συνέχισε τονίζοντάς μου κατευθείαν με πάθος αλλά κι ένα πολύ πράο τόνο, τη σημασία της φύσης στην ταινία της, και το πώς αφορά τις συνδέσεις. Ίσως γι’αυτό και παρακολουθώντας τη, να ένιωσα τόσο πολύ να της παραδίδομαι, να χάνομαι σε ένα γαλήνιο safe space κινηματογραφικού διαλογισμού.
«Η τεχνολογία κάθε εποχής λέει πολλά για το focus, για το ενδιαφέρον, για τη διάθεση της κοινωνίας εκείνης της εποχής», μου λέει η Ενιέντι, με την οποία μιλάμε μέσω zoom με αφορμή την κυκλοφορία της “Σιωπηλής Φίλης” στις ελληνικές αίθουσες. Η Ενιέντι έχει η ίδια μια πολύ ιδιοσυγκρασιακή καριέρα, με μια απρόβλεπτη φιλμογραφία που δεν στέκεται ακίνητη σε ένα είδος ή μία διάθεση. Είναι σαν κι η ίδια, όπως κι η τεχνολογία, να αφουγκράζεται το κλίμα της κάθε στιγμής.
Από την quirky επική δραμεντί “My 20th Century” με την οποία ξεκίνησε την καριέρα της (και βραβεύτηκε με τη Χρυσή Κάμερα στο φεστιβάλ Καννών) μέχρι το πολύ μεγάλο καλλιτεχνικό σουξέ “Η Ψυχή και το Σώμα”, ένα πολύ πιο αιχμηρό αλληγορικό δράμα που τιμήθηκε με Χρυσή Άρκτο και κέρδισε υποψηφιότητα στα Όσκαρ, μεσολαβούν δεκαετίες έργου – αλλά και παρατήρησης, και συνδέσεων.
Τώρα, με τη “Σιωπηλή Φίλη”, είναι σα να έφτασε σε ένα σημείο εσωτερικής ισορροπίας, αληθινά θαυμαστό. Κι αυτό βγαίνει στο έργο της. Καθώς η ταινία κυκλοφορεί στα σινεμά από την One from the Heart, η δημιουργός από την Ουγγαρία μιλάει στο NEWS24/7 για τη φύση, τις συνδέσεις, και φυσικά την ψυχή (και το σώμα).
Είναι μια ταινία που, τουλάχιστον για μένα, ήρθε σε μια περίοδο που βρισκόμαστε σε μια κατάσταση διαρκούς θυμού και απογοήτευσης για πολλά πράγματα που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο. Θυμάμαι ότι, βλέποντάς την, ένιωσα να βρίσκομαι σε έναν ασφαλή χώρο. Υπήρχε κάτι από αυτά στην πρόθεσή σας όταν τη φτιάχνατε; Είχατε κάποια συγκεκριμένη ιστορία στο μυαλό σας και απλώς προέκυψε κάτι τέτοιο. Ή, από την αρχή, θέλατε να κάνετε κάτι που θα ήταν σχεδόν ένα είδος διαλογιστικού σινεμά;
Όπως είδατε, η πλοκή, η ιστορία, δεν είναι τόσο σημαντική στην ταινία. Δεν είναι τυχαίο ότι απλώς διακόπτω στη μέση τις ανθρώπινες ιστορίες και ότι το μόνο ολοκληρωμένο αφηγηματικό τόξο είναι εκείνο του δέντρου. Ήθελα να προσφέρω κάτι άλλο πέρα από μια ιστορία.
Και νομίζω ότι για τις αισθήσεις, για τις αντιληπτικές εμπειρίες, το σινεμά είναι πραγματικά πολύ καλό, και χρησιμοποιείται γι’ αυτό αρκετά σπάνια. Μπορούμε πραγματικά να χαθούμε μέσα σε έναν κόσμο μέσω του ήχου και της εικόνας. Και αυτός ήταν ο στόχος μας, μαζί με όλους τους συνεργάτες μου, σε όλη τη διάρκεια της δουλειάς: να δημιουργήσουμε αυτού του είδους τις αισθήσεις, αυτές τις ουσιαστικές εμπειρίες.
Αυτό ήταν το επίκεντρο κάθε σκηνής, κάθε τοποθεσίας, των επιλογών μας, του τι θα κινηματογραφούσαμε, πώς θα το κινηματογραφούσαμε, πώς θα επιστρέφαμε σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, πώς θα δείχναμε τον κόσμο να αλλάζει, πώς δουλέψαμε με την υφή του ήχου και την υφή της εικόνας. Οπότε, ναι, αυτό ήταν το επίκεντρο ολόκληρης της δουλειάς.
Αναφέρατε την υφή της εικόνας και του ήχου. Κάθε ιστορία έχει τη δική της, ουσιαστική υφή και μοιράζονται μια πολύ λεπτομερή δουλειά – για παράδειγμα το πώς πέφτει το φως πάνω στα πρόσωπα και στα ίδια τα φυτά, στο πώς ξεχωρίζουν οι περίοδοι, στο ηχητικό τοπίο…
Θέλαμε να φέρουμε πιο κοντά αυτόν τον αντιληπτικό κόσμο μέσα στον οποίο τρέφονταν οι διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικές εποχές και, αντί για διαλόγους, αντί για δράση, είναι πραγματικά η εικόνα.
35mm ασπρόμαυρο, γυρισμένο μέσα στο κατακαλόκαιρο, όπου έχεις πολύ ήλιο, ώστε να μπορείς να έχεις μια εικόνα με έντονες αντιθέσεις, να μπορείς να εστιάσεις, να ανακαλύψεις τη δομή του κόσμου. Και αυτό είναι το ενδιαφέρον της Γκρέτα στο φωτογραφικό στούντιο: να ανακαλύπτει, μέσα σε αυτά τα πολύ ταπεινά, απλά φυτά εσωτερικού χώρου, ακόμα και κοσμικές δομές, τις σπείρες κλπ. Οπότε αυτό ταίριαζε με την εστίασή της στην ανακάλυψη του κόσμου και του εαυτού της.
Χρησιμοποιήσαμε έγχρωμο 16mm για τα ’70s. Και τα ’70s ήταν αυτός ο μετά τον Μάη του ’68, χίπικος κόσμος, που πειραματιζόταν με τις αισθήσεις, διευρύνοντας, με κάθε έννοια, τις εμπειρίες σου. Και δεν είχε να κάνει με τη δομή, είχε να κάνει με το να νιώθεις, να είσαι παρών στη στιγμή. Και το 16mm είναι πολύ κοκκώδες, οπότε δεν έχεις έντονες αντιθέσεις, καθαρά περιγράμματα, αλλά μάλλον μεγάλες, έντονες επιφάνειες σχήματος και χρώματος. Είναι σαν έναν ιμπρεσιονιστικός πίνακας.
Η ακρίβεια του ψηφιακού για το 2020, μου φάνηκε ότι ταίριαζε στο lockdown, σε αυτό το είδος μοναξιάς, στο ότι μπορούσες να συνδεθείς με άλλους ανθρώπους μόνο ψηφιακά. Και το δείξαμε αυτό με τον ουρανό που καλύπτεται. Υπάρχουν λοιπόν αυτά τα μεγάλα, ευρυγώνια πλάνα όπου το έξω και το μέσα συγχωνεύονται. Μπορούμε να δούμε τι υπάρχει μέσα στη βιβλιοθήκη, για παράδειγμα, πίσω από αυτά τα μεγάλα τζάμια, και ο κήπος μπαίνει μέσα. Οπότε έχει να κάνει με τον διαχωρισμό, αλλά και με τη λαχτάρα για επανασύνδεση.
Είναι πράγματι μια ταινία για τη σύνδεση. Και υπό αυτή την έννοια, βγάζει πολύ νόημα το ότι ένα μέρος της έχει να κάνει με την περίοδο COVID, με το lockdown. Αλλά αναρωτιέμαι γενικότερα πώς αναπτύχθηκαν αυτά τα διαφορετικά επεισόδια. Ήταν κάποιο από αυτά η αρχική ιδέα ή, από την αρχή, είχατε αυτό το όραμα μιας μεγάλης, συνολικής ιστορίας χωρίς συγκεκριμένη πλοκή;
Είχα ακόμη περισσότερες στιγμές, ακόμη πιο απομακρυσμένες στο παρελθόν. Και είχα επίσης ένα μικρό επεισόδιο στο μέλλον μας. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι ήθελα να αισθανθούμε πως αυτό το δέντρο ήταν εδώ όταν εμείς δεν είχαμε γεννηθεί ακόμη, ή ακόμα και όταν οι γονείς ή οι παππούδες μας δεν είχαν γεννηθεί. Και θα είναι εδώ ακόμα κι όταν τα εγγόνια μας δεν θα υπάρχουν πια. Το τρία είναι ο ελάχιστος αριθμός των πολλών. Οπότε επέλεξα τρεις στιγμές.
Μπορώ εύκολα να φανταστώ μια εκδοχή αυτής της ταινίας, πιθανότατα γυρισμένη από το Χόλιγουντ, όπου θα υπήρχε κάποια κυριολεκτική σύνδεση, ξέρετε, κάποιος θα ήταν ο εγγονός κάποιου άλλου χαρακτήρα ή κάτι άλλο τέτοιο. Είμαστε κάπως προγραμματισμένοι να σκεφτόμαστε έτσι. Και χάρηκα τόσο πολύ που δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο. Η σύνδεση ήταν απλώς… το δέντρο.
[χαμογελάει]
Επειδή είμαστε προγραμματισμένοι να εστιάζουμε στον άνθρωπο και θέλουμε ιστορίες και θέλουμε σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους. Αλλά αυτή δεν είναι μια ταινία για τη σύνδεσή τους. Είναι για τη σύνδεσή τους με αυτό το δέντρο.
Τι σημαίνει αυτό για εσάς;
Επέλεξα ένα δέντρο και όχι, ας πούμε, μια παπαρούνα ή οποιοδήποτε άλλο φυτό, επειδή είναι πιο εύκολο να το αποδεχτούμε ως ήρωα. Έχουμε τους κοινούς ανθρώπινους περιορισμούς μας και η ταινία έχει πολύ να κάνει με την αναγνώριση των ανθρώπινων ορίων μας και με την αναγνώριση του τι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε.
Για παράδειγμα, η αντίληψή μας για τον χρόνο είναι διαφορετική, επειδή το φως που μπορούν να δουν τα μάτια μας είναι πολύ, πολύ περιορισμένο. Τα ηχητικά κύματα, αυτά που μπορούν να ακούσουν τα αυτιά μας, είναι πολύ, πολύ περιορισμένα.
Οπότε ήθελα απλώς να στρέψω την προσοχή στο να μην θεωρούμε τον εαυτό μας, τους περιορισμούς μας, ως την προεπιλεγμένη κατάσταση της φύσης. Υπάρχουν πολλοί, πολλοί παράλληλοι κόσμοι, πλούσιοι και όμορφοι και ολοκληρωμένοι κόσμοι, πολύ διαφορετικοί από τον δικό μας, αλλά όχι λιγότερο έγκυροι.
Και μετά, νομίζω, χωρίς κανενός είδους επίπληξη ή διδασκαλία ή δημιουργία ενοχών για το τι στο διάολο κάνουμε με τη φύση, γιατί δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Ήθελα να κάνω μια πολύ καλοσυνάτη ταινία. Μπορώ απλώς να επιστήσω την προσοχή στο ότι είναι πολύ πιο ευχάριστο να είσαι μέρος κάποιου πράγματος παρά να νιώθεις ότι είσαι ολομόναχος στην κορυφή.
Γιατί, πρώτα απ’ όλα, δεν είμαστε στην κορυφή. Και είναι δική μας απόφαση το αν θα είμαστε ή όχι μόνοι.
Είναι ταιριαστό γιατί η σκηνή που θυμάμαι περισσότερο από ολόκληρη την ταινία, και θυμάμαι πολλούς ανθρώπους στην αίθουσα να βγάζουν ένα είδος επιφωνήματος εκείνη τη στιγμή, είχε στην πραγματικότητα να κάνει με το φυτό. Ήταν η στιγμή όπου το φυτό ανοίγει την πόρτα στη μεσαία ιστορία. Δεν είχε να κάνει δηλαδή με άνθρωπο. Μπορείτε να μου πείτε πώς αναπτύξατε αυτή την ιδέα και την ιστορία;
Στην πραγματικότητα, τα φυτά αντιδρούν στην ανθρώπινη παρουσία. Όχι μόνο στην ανθρώπινη παρουσία. Αντιδρούν στα πάντα, ακόμα και στον ήχο.
Ας πούμε ότι ακούν χωρίς αυτιά, αλλά αντιλαμβάνονται. Για παράδειγμα, τα λουλούδια αντιλαμβάνονται αν υπάρχει μια μέλισσα παρούσα. Αν λοιπόν παίξεις σε ένα φυτό τον ήχο μιας μέλισσας, ακόμα κι αν δεν υπάρχει καθόλου μέλισσα στη γύρω περιοχή, αρχίζουν να παράγουν περισσότερη γύρη.
Οπότε αυτό το μικρό αστείο με την πόρτα ήταν ένα πραγματικό μικρό πείραμα που έκανε ένας Καναδός επιστήμονας στα τέλη των ’70s. Είχε ένα φυτό σε γλάστρα στο παράθυρό του. Και είχε το εργαστήριό του στο πανεπιστήμιο, αλλά είχε αυτό το πολύ πρωτόγονο μηχάνημα EEG, το οποίο συνέδεσε και με το φυτό του στο σπίτι.
Και συνειδητοποίησε ότι, όταν έφτανε στο σπίτι, πριν ακόμα μπει στο διαμέρισμα, υπήρχε μεγάλη δραστηριότητα στο φυτό. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, το φυτό από το παράθυρο αντιλαμβανόταν ότι πλησίαζε με το αυτοκίνητό του.
Επειδή τα φυτά είναι σαν κι εμάς, δεν είμαστε μόνο χημικές υπάρξεις. Είμαστε επίσης ηλεκτρικές υπάρξεις. Έτσι λειτουργεί αυτό το δίκτυο EEG για τους νευροεπιστήμονες. Οπότε ενίσχυσε αυτό το απειροελάχιστο ηλεκτρικό σήμα που εξέπεμπε το φυτό όταν πλησίαζε και το συνέδεσε με την πόρτα του γκαράζ του. Το φυτό άνοιγε την πόρτα του γκαράζ.
Διάβασα γι’ αυτό όταν ήμουν έφηβη και μου φάνηκε τόσο αστείο. Δείχνει επίσης λίγο αυτή την αισιοδοξία της Νέας Εποχής των ’70s: «Εντάξει, σε μερικά χρόνια θα μπορούμε να συνομιλούμε με τα φυτά». Οπότε έχει να κάνει και λίγο με την αφέλεια των ’70s.
Bρίσκω πραγματικά ενδιαφέρον το ότι δεν υπάρχουν απλώς τρεις ξεχωριστές ιστορίες στην ταινία, αλλά διαδραματίζονται σε διαφορετικές εποχές και όλες έχουν διαφορετικό στιλ. Είναι σχεδόν σαν, αν βλέπαμε αυτή την ταινία από το μέλλον, να βλέπαμε τρεις πολύ διακριτές στιγμές της ιστορίας. Το μεσαίο κεφάλαιο έχει να κάνει με μια εποχή που σκεφτόμαστε ως μια εποχή πειραματισμού κι είναι ζεστό και φωτεινό. Το πρώτο είναι το παλιότερο, πιο αυστηρό στιλιστικά. Και μετά έχουμε το πιο σύγχρονο, πιο αιχμηρό οπτικά, υπάρχει η οθόνη ενός laptop, ψηφιακή αισθητική, πανδημία.
Ναι… δημιουργούμε πάντα διεπαφές, σωστά; Για να επανασυνδεθούμε με τον κόσμο. Γιατί, αν… [σκέφτεται] είναι ας πούμε σαν να φοράω αυτά τα γυαλιά για να σε βλέπω. Ή το πώς κατασκευάζουμε δορυφόρους για να βλέπουμε ορισμένα κομμάτια του κόσμου.
Απλώς δημιουργούμε πάντα κάθε είδους διεπαφές για να ενισχύσουμε τις περιορισμένες αισθήσεις μας. Και το κάνουμε με κάποιον τρόπο που σημαίνει – η τεχνολογία κάθε εποχής είναι πολύ μεταφορική, σωστά; Η τεχνολογία κάθε εποχής λέει πολλά για το focus, για το ενδιαφέρον, για τη διάθεση της κοινωνίας εκείνης της εποχής.
Μπορείτε να μου μιλήσετε λίγο για το πώς ήταν η δουλειά με, καταρχάς, τον Τόνι Λιούνγκ και τη Λέα Σεϊντού; Είναι ίσως οι δύο αγαπημένοι μου ηθοποιοί στον κόσμο! [γέλια] Το κάνατε! Μπορείτε να μου πείτε για τη συνεργασία σας και γιατί τους επιλέξατε για τη συγκεκριμένη ταινία;
Λοιπόν, έγραψα αυτόν τον ρόλο για τον Τόνι, επειδή ειδικά αυτό το επεισόδιο του 2020 αφορά την παρουσία. Μετά βίας μιλάει. Μετά βίας κάνει κάτι. Η παρουσία του έπρεπε να είναι πολύ εκφραστική, να λέει περισσότερα από οποιονδήποτε διάλογο. Και είναι τέτοιος ηθοποιός.
Και με τη Λέα είχαμε κάνει μαζί μια ταινία πριν, το The Story of My Wife, όπου εκείνη ήταν η πρωταγωνίστρια. Και ήταν μια πολύ καλή εμπειρία και παραμείναμε καλοί φίλοι. Οπότε μπορούσα να της ζητήσω να παίξει αυτόν τον σχετικά μικρό αλλά πραγματικά σημαντικό ρόλο, γιατί χρειαζόμουν οπωσδήποτε το ίδιο είδος δύναμης και παρουσίας στην οθόνη.
Ήθελα να υπάρχει μια πραγματικά, πραγματικά ρέουσα επικοινωνία μεταξύ τους. Η Λέα έχει μια πολύ, πολύ ιδιαίτερη και πολύ δυνατή παρουσία, και ο Τόνι το ίδιο. Γι’ αυτό της ζήτησα να παίξει αυτόν τον ρόλο.
Σκεφτόμουν λίγο και την πρώτη σας ταινία, το My 20th Century, που είναι μεν τελείως διαφορετική ταινία αλλά πάλι υπάρχουν τα νήματα δύο παράλληλων διαδρομών. Σας ενδιέφεραν πάντα ιστορίες που συνδέουν ανθρώπους ακόμα κι όταν βρίσκονται σε διαφορετικούς δρόμους – και το πώς έρχονται κοντά, κυριολεκτικά ή αλληγορικά;
[γελάει]
Πραγματικά δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω!
Το μόνο που ξέρω είναι ότι όταν έκανα την πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους, πριν από αυτήν έκανα πειραματικές ταινίες. Οπότε, για μένα, το πιο εξωτικό πράγμα ήταν να κάνω κάτι πολύ παραδοσιακό. Και αυτή ήταν η δική μου ιδέα για το παραδοσιακό, επειδή είναι ένα είδος κωμωδίας παρεξηγήσεων. Είναι μια πολύ κλασική μορφή. Είναι ταινία εποχής!
Οπότε απλώς απόλαυσα το να κάνω κάτι πολύ διαφορετικό από τις πειραματικές ταινίες που είχα κάνει προηγουμένως.
Τώρα έχετε κάποια ιδέα για το μέλλον; Ή ας πούμε, αναφέρατε ότι είχατε κι άλλες ιδέες για τη Σιωπηλή Φίλη, μπορεί κάτι από αυτά να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον;
Όχι.
Ξέρετε, κανονικά έχεις τόσες πολλές ιδέες που θα αρκούσαν για πέντε ζωές. Οπότε, μερικές φορές πρέπει να αποχαιρετήσεις πολύ αγαπημένες ιδέες. Μερικές φορές έχεις ήδη αφιερώσει αρκετό χρόνο και ενέργεια σε αυτές και είναι καιρός για κάτι νέο.
Η ταινία “Σιωπηλή Φίλη” (Silent Friend) κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου από την One from the Heart.