ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ, ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΑΝΤΕΨΕΙΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟ “ΝΤΙΓΚΕΡ” ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΜ ΚΡΟΥΖ
Τι είναι τελικά η πολυαναμενόμενη ταινία του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου; Δεν θα το αποκαλύψουμε φυσικά! Αλλά την είδαμε, κι έχουμε πολλές απόψεις.
«Είχα μια ιδέα. Μια ασταμάτητη, επανερχόμενη εμμονή που έχει αντέξει όλα αυτά τα χρόνια», λέει ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου μιλώντας για την αρχική σύλληψη του Ντίγκερ, κάτι παραπάνω από μια δεκαετία πριν.
«Ήξερα ποιος είναι αυτός ο χαρακτήρας. Πώς μιλάει, πώς επιβιώνει, πώς γοητεύει την πραγματικότητα ώστε να συμφωνεί μαζί του», λέει.
Πολύ σημαντικό αυτό το τελευταίο, γιατί σε πολύ μεγάλο βαθμό, το Ντίγκερ είναι μια ταινία για την πραγματικότητα και το πώς αυτή συμφωνεί ή διαφωνεί με τα γεγονότα. Το πώς δημαγωγοί ή/και μεγιστάνες την αναδιαμορφώνουν πάνω στο δικό τους σχήμα του κόσμου. Το πώς οι ιστορίες που λέμε κι οι ιστορίες που ακούμε προκύπτουν από την πραγματικότητα – ή απλώς κρατούν μια καλά υπολογισμένη απόσταση από αυτήν.
Σε μια σκηνή της αινιγματικής ταινίας του μεξικάνου σκηνοθέτη, ο επιστημονικός σύμβουλος Γκανές φτάνει στα όριά του με αυτά που ακούει. Παίρνει ένα (πανάκριβο) βάζο στα χέρια, και φωνάζει πως «η πραγματικότητα δεν είναι αφήγηση. Είναι πραγματικότητα.» και αφήνοντας τη βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της, αφήνει το βάζο να πέσει και να σπάσει σε δεκάδες κομματάκια.
Στον ρόλο ο Ριζ Άχμεντ δίνει μια σπαρταριστά απεγνωσμένη ερμηνεία, σαν ένα καρτούν που αρχίζει να καταλαβαίνει πως βρίσκεται σε έναν καρτουνίστικο κόσμο και προσπαθεί φρικαρισμένο να πείσει τους πάντες γύρω του για την αλήθεια. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο!
ΜΙΑ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
Δεν είναι στα αλήθεια ταινία-αίνιγμα το Ντίγκερ όμως είναι παρολαυτά δύσκολο να μιλήσεις για το τι πραγματικά είναι: Αρκετά βαθιά στην ταινία, μετά την πρώτη πράξη, αρχίζει σταδιακά να αποκαλύπτεται κάτι που δεν αποτελεί τόσο ανατροπή, όσο το ίδιο το concept της ταινίας. Θα παραμείνουμε κρυπτικοί λοιπόν κι εμείς σεβόμενοι τη δομή του φιλμ και τις επιθυμίες του δημιουργού του.
Τι μπορούμε να πούμε; Ότι ο Τομ Κρουζ παίζει τον Ντίγκερ του τίτλου, έναν μεγιστάνα παρά τις προειδοποιήσεις και τα δυσοίωνα βίντεο, συνεχίζει τις πετρελαϊκές γεωτρήσεις στη Γροιλανδία μέχρι που, αναπόφευκτα, συμβαίνει η απόλυτη καταστροφή: Ένα κομμάτι πάγου ξεκολλάει και ξεκινά μια τρελή πορεία στον ωκεανό, που μπορεί και να το φέρει στις ακτές της Ευρώπης, με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Αυτό δεν είναι παρά η πρώτη πράξη της πρώτης πράξης, κατά κάποιο τρόπο. Μια σλάπστικ τραγωδία εξελίσσεται στη συνέχεια μπροστά στα μάτια μας, με χαρακτήρες είτε να αντιδρούν με ταιριαστό πανικό, είτε με παροιμιώδη ύβρη μπροστά σε μια πιθανή Αποκάλυψη. Φυσικά κι ο Ντίγκερ πιστεύει πως δεν είναι υπόλογος σε κανέναν, φυσικά και πιστεύει πως όλα θα του ανήκουν για πάντα: Στα χέρια του όταν ξυπνάει κάθε πρωί βρίσκεται μια Συμβολική Γάτα, 38(!) χρονών που αρνείται να της επιτρέψει να πεθάνει. («Μοιάζει με πτώμα και μυρίζει σαν πτώμα», λέει στον Ντίγκερ η αδερφή του, που παίζει με αποστασιοποιημένο θυμό η Σάντρα Χούλερ.)
Μπροστά στο φάσμα του ολέθρου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έρχεται εκείνος και το υπουργικό του συμβούλιο στην έπαυλη του Ντίγκερ για να δουν τι θα κάνουν (φυσικά και δεν πάει ο Ντίγκερ στον Πρόεδρο). Ο Τζον Γκούντμαν στον ρόλο παίζει την πιο καρτουνίστικη εκδοχή του διαβολικά ανίδεου, κι αυτό λέει πολλά για κάποιον που έχει παίξει τόσο πολύ αδελφούς Κοέν. Ο δε επιστημονικός σύμβουλος του Ριζ Άχμεντ προσπαθεί να εφαρμόσει μια λογική σκέψη στα όσα συμβαίνουν και τα όσα ακούει, αλλά τα πάντα τον κάνουν να αποτρελαίνεται και πιο πολύ.
Όλα αυτά παίζονται στο μάξιμουμ από τον Ινιάριτου και τους συνεργάτες του. Το χιούμορ είναι ευρύτατο, προφανές, άλλοτε επιθετικά κρύο κι άλλοτε απλά επιθετικό. (Υπάρχει ένα φτυάρι εκτός οθόνης που κουβαλά ένα αστείο για 3-4 σερί σκηνές.) (Συγγνώμη, αλλά γέλασα.) Η μουσική του Κόσμο Σέλντρεϊκ μοιάζει να βγήκε από υστερική όπερα. Ο θρυλικός διευθυντής φωτογραφίας Εμάνουελ Λουμπέσκι αποχρωματίζει το VistaVision κάδρο του, το οποίο είναι γεμάτο λεπτομέρειες αλλά όχι κίνηση – σα να βλέπουμε κάποιο σαρδόνια σαρκαστικό ταμπλό από ταινία του Ρόι Άντερσον.
Το δε σενάριο αντλεί σαφή έμπνευση από κάτι σαν το SOS Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα του Κιούμπρικ, μια σλάπστικ σάτιρα για την κατάρρευση της λογικής και την επικράτηση των εγώ μπροστά στην συλλογική αυτοκαταστροφή. (Εδώ δεν έχουμε χαρακτήρα να καβαλάει μια βόμβα, αλλά έχουμε πάντως βόμβα με μήνυμα γραμμένο πάνω της.) Είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Ινιάριτου μαζί με ένα μάτσο πολυβραβευμένους συνεργάτες: Οι Αλεξάντερ Ντινελάρις και Νικολά Τζιακομπόνε είχαν κερδίσει Όσκαρ για το σενάριο του Birdman, η Σαμπρίνα Μπέρμαν είναι πολυβραβευμένη θεατρική συγγραφέας στο Μεξικό, ενώ στην ιστορία έχει συνεισφέρει κι ο βραβευμένος με Τόνι, Τζεζ Μπάτεργουορθ.
Στο επίκεντρο όλων αυτών των τεχνικών ακροβασιών βρίσκεται ένας ξέφρενος Τομ Κρουζ, ελεύθερος επιτέλους μετά από καιρό να εξαπολύσει όλη την ομολογουμένως δαιμονική (και εμμονική) του ενέργεια σε ένα ρόλο που όχι απλά το αποδέχεται, αλλά το απαιτεί κιόλας. Κάτω από βαρύ μακιγιάζ, κομμώσεις, προσθετικά και μια ασυγκράτητα στερεοτυπική προφορά α λα Κέβιν Σπέισι στο House of Cards, ο Κρουζ παίζει τον Ντίγκερ σαν έναν αγνό αμερικάνικο δαίμονα που κάποιος άφησε καταλάθος να ξεφύγει από την αιώνια φυλακή του. (Είναι η κορυφαία ερμηνεία του Κρουζ εδώ και χρόνια… δεκαετίες ίσως.)
Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ ευρεία, πάρα πολύ φωναχτή, εντελώς προφανής, σάτιρα πάνω στην περιβαλλοντική κατάρρευση και το πώς πάει χέρι-χέρι με το τέλος της λογικής και το ξεπούλημα της πολιτικής. Είναι άλλοτε αστείο κι άλλοτε χλιαρό, άλλοτε αιχμηρό κι άλλοτε κοινότυπο, άλλοτε αναζωογονητικό κι άλλοτε πλατειάζει και πελαγοδρομεί.
Και… τα κάνει όλα αυτά απολύτως επίτηδες.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Χωρίς να επεκταθούμε ούτε ίντσα παραπάνω στην πλοκή και στο γενικότερο set-up του τι ακριβώς είναι και πώς εξελίσσεται η ταινία, θα πούμε απλά πως η στιλιστική άσκηση ισορροπίας που επιχειρεί ο Ινιάριτου είναι φοβερά τολμηρή, όσο και οριακά αυτοκαταστροφική.
Δημιουργεί ένα φιλμ του οποίου εν μέρει στόχος είναι να υποσκάψει τον εαυτό του, αλλά προσοχή: Όχι τελείως, όχι πάρα πολύ. Αυτό που παρακολουθούμε οφείλει να είναι ταυτόχρονα στιβαρό όσο και φαφλατάδικο. Η ίδια αυτή η σύγκρουση βρίσκεται στην καρδιά του φιλμ: Πώς προσεγγίζουμε κομμάτια του κόσμου γύρω μας τα οποία είναι σαν την ίδια στιγμή να οφείλουμε να τα πάρουμε απολύτως σοβαρά, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν γελοία, ακατανόητα, ανεξήγητα, τόσο πέραν της αναγνωρίσιμης λογικής που δεν ξέρεις πώς να τα κοιτάξεις παρά σαν σκοτεινά ανέκδοτα;
Παράλληλα, το Ντίγκερ κοιτάζει το πώς οι άνθρωποι πάντα μυθολογοποιούμε τα πάντα για να κατανοήσουμε – και ίσως για να μείνουμε και σε απόσταση από αυτά. Κατανοούμε τον κόσμο, ή ίσως τον εκλογικεύουμε, μέσα από σύμβολα, μέσα από διηγήσεις, μέσα από εικόνες, μέσα από δοξασίες, μέσα από (fake) news, αλλά μήπως αυτό μας αφήνει και μακριά από τη δράση, μακριά από την ανάγκη ρήξης;
Στην κατά Ινιάριτου Αποκάλυψη, η ευθύνη είναι συλλογική. Όχι με έναν απλοϊκό «μαζί τα φάγαμε» τρόπο που να εξιλεώνει τα προφανή τέρατα της ιστορίας. Αλλά με μια παθητική αποδοχή και με ένα σύνολο που θυμώνει, φωνάζει, ξεδίνει, αλλά δεν ανατρέπει. Γνώριμο δεν είναι;
Αυτό κάνει το Ντίγκερ όχι απλά μια αληθινά αλλόκοτη κατασκευή και ισορροπία μοτίβων και τάσεων, αλλά και ένα θλιβερό snapshot μιας θλιβερής κατάστασης που διαρκώς δοκιμάζει να στρέψει τον θεατή εναντίον του. Είναι κάπως μοναδικό, παρά την συνύπαρξη γνώριμων στοιχείων – ή μάλλον, ακριβώς λόγω του πώς αυτά συνυπάρχουν, και γιατί. Και διαθέτει μια τρομερή εστίαση, ακόμα κι όταν πλατειάζει, περιέργως.
Και, από τις φετινές ταινίες που αναλογίζονται τη θέση ενός ανθρώπου στον κόσμο που δημιούργησε (δηλαδή κατέστρεψε), μετά την Οδύσσεια, αλλά και το επερχόμενο Wild Horse Nine, το Ντίγκερ είναι εκείνο που κάνει την πιο τολμηρή εξερεύνηση – και προφανέστατα εκείνο που θα διχάσει απείρως περισσότερο από άλλα δύο, που παραμένουν πολύ πιο ξεκάθαρα μες στο κεφάλι των πρωταγωνιστών τους.
(Το ότι η κινηματογραφική χρονιά μας δίνει διαρκώς παραλλαγές αυτού του μοτίβου… νομίζω κατανοητό σε όλα μας, δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Βιώνουμε την τέχνη της Αποκάλυψης.)
SOS ΤΟΜ ΚΡΟΥΖ ΚΑΛΕΙ ΙΝΙΑΡΙΤΟΥ
«Βλέπω τις λεπτομέρειες αυτού του σκηνοθέτη, τι κατόρθωσε να κάνει από πολύ νωρίς, και αναρωτιέμαι: Πώς;», λέει ο Τομ Κρουζ για τον Ινιάριτου και για την πρώτη περίοδο έργων του με εκκίνηση φυσικά το Amores Perros.
«Το staging, αυτά που κάνει με την κάμερα, οι ερμηνείες, το ντιζάιν, το χρώμα της ταινίας. Κάθε πτυχή αυτού του φιλμ είχε από πίσω πολλή σκέψη, πολλή λεπτομέρεια, και μπορούσες να νιώσεις τη δυνατή φωνή κάποιου τρομερά ικανού σε αυτό που κάνει».
Ίσως δε θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση που ο Κρουζ πάντοτε θαύμαζε τον Ινιάριτου και το σινεμά του, αλλά και ούτε που ένιωσε να ελκύεται από αυτόν επαγγελματικά. Έχουν κι οι δύο μια μεγαλομανία που πολύ συχνά έχει σαν αποτέλεσμα ένα σινεμά μεγαλόπνοο και πλούσιο, ακόμα κι όταν – στην περίπτωση του Ινιάριτου – δεν ήταν ποτέ κοντά στο γούστο μου.
Μετά τον θρίαμβο του Top Gun: Maverick, ο Κρουζ εμφανέστατα θέλησε να αρπάξει την ευκαιρία της στιγμής για να δοκιμαστεί ξανά σε κάτι που έμοιαζε να έχει αφήσει οριστικά πίσω του: Ένα μεγάλου βεληνεκούς σινεμά Δημιουργού, όπως τότε παλιά που είχε τολμήσει να παίξει έναν Κιούμπρικ ή έναν Πολ Τόμας Άντερσον ή έναν Σπίλμπεργκ.
Ο Ινιάριτου, παρά την αποτυχία του (ειλικρινά απάλευτου) Bardo, παρέμενε στα μάτια της βιομηχανίας ένα τεράστιο auteur όνομα, έχοντας κάνει αυτό που μόνο άλλοι δύο σκηνοθέτες είχαν κάνει στην ιστορία του Χόλιγουντ: Να κερδίσει δύο διαδοχικά Όσκαρ σκηνοθεσίας. Ο Ινιάριτου το έκανε με Birdman και Revenant, ενώ πριν από αυτόν το είχαν πετύχει μόνο ο Τζόζεφ Μάνκιεβιτς κι ο Τζον Φορντ.
Η συνεργασία τους ήρθε σε μια κρίσιμη καμπή και για τους δύο, αλλά ίσως και για το μεγαλόπνοο στουντιακό σινεμά εν γένει: Το στούντιο της Warner που βγάζει την ταινία έχοντας ποντάρει ευρύτατα σε auteurs με μεγάλα μπάτζετ και δημιουργική ελευθερία (πρόσφατα Πολ Τόμας Άντερσον, Ράιαν Κούγκλερ, αλλά και Μάγκι Τζίλενχαλ) τώρα πρόκειται να γίνει απλώς τμήμα της μιντιακής αυτοκρατορίας των τραμπικών συμμάχων Έλισον. Είναι κι αυτό λίγο σα να βλέπουμε τους πάγους να λιώνουν.
Η ουσία είναι πως αυτό είναι ένα τόλμημα σπάνιο για τον Κρουζ, μια-φορά-τη-δεκαετία (και αν). Για τον Ινιάριτου, η συνεργασία με τον μεγαλύτερο των σταρ έρχεται με το πιο αλλόκοτο και φιλόδοξο από όλα του τα έργα. Ίσως γι’αυτό ο Κρουζ να βιάστηκε να ανακοινώσει ένα ακόμα legacy σίκουελ (Μέρες Κεραυνού) λίγο πριν την κυκλοφορία του Ντίγκερ – μια προφύλαξη του brand του, καθώς φαίνεται πως η ταινία του Ινιάριτου είναι κάτι που θα διχάσει και θα θυμώσει, ίσως περισσότερο από όσο ο Κρουζ θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του. (Το ότι οι δύο τελευταίες Επικίνδυνες Αποστολές δεν δούλεψαν καλά, σίγουρα κι αυτό δεν βοηθάει.)
Μπορεί παρόλαυτά ακόμα να βγει στην άλλη άκρη με οσκαρικές ελπίδες; Θα πω ναι: Η ταινία θα έχει σίγουρα παρουσία σε πολλές τεχνικές κατηγορίες, η Ακαδημία λατρεύει τον Ινιάριτου, κι ο ίδιος ο Κρουζ είναι φανταστικός. Όποια κι αν είναι τελικά η πορεία της, αυτή η ταινία είναι καταδικασμένη στο μέλλον να έχει τη φήμη ενός curiosity – ένα αλλόκοτο αντικείμενο που κάπως, περιέργως, υπήρξε.
Το Ντίγκερ κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου από την Tanweer.