ΤΟ ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕ ΣΤΟ ΓΕΡΑΝΙ
Θα χρειαστείτε οδηγίες για να βρεθείτε στο νέο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Το Ροδακιό, αλλά αυτό που θα αντικρίσετε σπανίζει πια στην πόλη – όπως και κάποια από τα βιβλία του.
Με το γεράνι έβγαζαν κάποτε νερό από τη γη. Ήταν ένα κοντάρι σε σχήμα κρεμάλας, ένα σχοινί, και ένας κουβάς που ριχνόταν στο πηγάδι. Αυτός ο απλός και πολύ παλιός μηχανισμός που ήταν εγκατεστημένος και ανέβαζε νερό στην πλατεία απέναντι από εκεί όπου στέκει σήμερα η κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, στην Αγίου Κωνσταντίνου, χάρισε και το όνομα σε μια συνοικία των Αθηνών κοντά στην Ομόνοια, ανάμεσα στον Κεραμεικό και την Αθηνάς. Και όχι, δεν βαφτίστηκε έτσι από το τυπικά μεσογειακό καλλωπιστικό φυτό που έχει πλούσια ανθοφορία καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Το Γεράνι είναι ένα από εκείνα τα ξεχασμένα τοπωνύμια της πόλης που λίγοι κάτοικοι θυμούνται ή ψάχνουν πια. Υπάρχει, βέβαια, και μια βεριτάμπλ Αθηναία που το έχει τιμήσει από το δικό της μετερίζι. Όταν, έπειτα από την επισήμανση του ζωγράφου Πέρη Ιερεμιάδη ότι κατοικούσαν στη συνοικία της Πλάκας που κάποτε ονομαζόταν «Το Ροδακιό», η Τζούλια Τσιακίρη μαζί με τον Βασίλη Διοσκουρίδη βάφτισαν έτσι τις εκδόσεις τους το 1992, άλλοι τις έλεγαν «ροδάκινο», άλλοι «ρόδακα» και άλλοι «ρόδα».
«Το θεωρήσαμε πολύ όμορφο, κι ας ήταν εντελώς άγνωστη λέξη και ας έπρεπε συνέχεια να το εξηγούμε», όπως μου είχε πει πριν από μερικά χρόνια.
Πια, στον τίτλο του καινούργιου της μαγαζιού «Το Ροδακιό στο Γεράνι», συναντιούνται δύο γειτονιές από τον καιρό της Τουρκοκρατίας.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός απ’ όταν μετακόμισε εξακόσιες κούτες σε ένα μέρος που, χτισμένο το 1957, φτιάχτηκε με σκοπό να στεγάσει κυρίως τυπογραφεία, έχοντας μεγάλα ανοίγματα προς την οδό Γερανίου, τα οποία εξυπηρετούσαν τους γερανούς που σήκωναν τα βαριά πιεστήρια.
«Γύρω στα επτά-οκτώ μου χρόνια είχα επισκεφθεί για πρώτη φορά το κτίριο με τον μπαμπά μου, που ήταν τυπογράφος, λογοτέχνης, εκδότης και τα ρέστα, για να κάνει τις εκτυπώσεις του. Και να που βρέθηκα μετά από σχεδόν χίλια χρόνια εγκατεστημένη σε αυτό», θα πει και θα γελάσει.
Το μόνο που έχει μείνει να θυμίζει πια κάτι από τα πρότερα χρόνια της Γερανίου 7 είναι ένα τυπογραφείο που παραμένει ενεργό στον δεύτερο όροφο. Τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, αφού η άφιξη σε αυτό μιας γυναίκας αφοσιωμένης τα τελευταία εξήντα χρόνια, με τον πιο λεπτολόγο τρόπο, στο βιβλίο είναι ένα κλείσιμο ματιού στο παρελθόν του.
Στη στοά του «chic industriel», όπως θα το χαρακτηρίσει, κτιρίου απλώνονται πια αθλητικά είδη και αλλόκοτα για εμάς λαχανικά, υπερμεγέθη αχλαδόσχημα κολοκύθια και αγκαθωτά αγγούρια, ενώ στον δρόμο στήνεται μια αυτοσχέδια κουζίνα που βασίζεται στα όσπρια και σε βότανα που σερβίρονται μέσα σε ένα φύλλο, σαν από νούφαρο. Στο τετράγωνο όπου σουλατσάρουν φροντισμένες γάτες σερβίρεται πολύ τσάι, προσφέρονται βεγγάλικα γλυκά και σιτεύονται κρέατα. Οι Μπαγκλαντεσιανοί μετανάστες της πόλης έχουν στήσει στο σημείο τη δική τους κεντρική αγορά, που γειτνιάζει με το «στομάχι της Αθήνας», τη Βαρβάκειο, αν προτιμάτε.
«Όλα αυτά τα βρίσκεις σε αυτό το τετράγωνο. Στο επόμενο, που πάει από την Αναξαγόρα προς Πειραιώς, τίποτα, μόνο ψυχραιμία και πεντάστερα ξενοδοχεία».
Μετακομίζοντας από το αβίωτο πια για τους ντόπιους κέντρο σε ένα άλλο σημείο του, που ζει τα τελευταία χρόνια υπό τις συνεχείς εξαγγελίες του λίφτινγκ και της ανάπλασης, η Τζούλια Τσιακίρη κάνει μια νέα αρχή που όμως τη γυρίζει πίσω, στο πώς ξεκίνησαν όλα.
Θεωρεί πως τα δεκατρία χρόνια που συμπλήρωσε στην οδό Κολοκοτρώνη, στο βάθος της Στοάς Κουρτάκη, ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα διάλειμμα για το Ροδακιό, αφού υπήρξε συρρίκνωσή του όσον αφορά την επιφάνεια, και μόνο. Τα προηγούμενα τριάντα χρόνια, στην οδό Απόλλωνος, ο εκδοτικός ήταν ανεπτυγμένος σε τρία παραπλήσια διαμερίσματα ενός ορόφου, όπου βρίσκονταν η κατοικία της οικογένειάς της, το γραφείο και η βιβλιοθήκη. Όταν πια μεταφέρθηκε στο ισόγειο μαγαζί του ιστορικού τριγώνου, αναγκαστικά είχε εκεί μόνο τα βιβλία των εκδόσεων, ενώ αναπτύχθηκε και μια μικρή αίθουσα τέχνης, ο Φωταγωγός, ο οποίος αντίστοιχα «έγραψε μια μικρή ιστορία».
Στη Γερανίου 7, στον πέμπτο όροφο, ενώνονται ξανά τα στοιχεία του πρώτου Ροδακιού της οδού Απόλλωνος, δηλαδή μια βιβλιοθήκη, δημιούργημα μισού αιώνα, ο εκδοτικός που φτιάχτηκε και αγαπήθηκε από την αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, το γραφείο που παίζει Τρίτο και η κατοικία της εκδότριας.
Πια μπορούσε να ανοίξει και το ντεπό του Ροδακιού, προκειμένου να βγουν από εκεί έργα διαφόρων καλλιτεχνών, κάποια από τα οποία έχουν αποτελέσει και εξώφυλλα των βιβλίων του. Έτσι, στον νέο του χώρο εκτίθενται ένας Αλέκος Κτενάς, ένα δωδεκάπτυχο της Ευφροσύνης Δοξιάδη, μια ακουαρέλα της Κατερίνας Ατταλίδου, ένα artist-book του Αντώνη Βάθη, μια φωτογραφία του Αλέξανδρου Χριστοδούλου, μια Πιερρέττα Λορεντζάτου, ένας Ιωσήφ Χαλβατζόγλου, ένα σχέδιο του Νίκου Στεφάνου, «από αυτά με τα οποία είχε γεμίσει το δωμάτιό του ο Τσαρούχης, μια και πίστευε πολύ στο ταλέντο του μαθητή του».
Τα παραπάνω είναι ένα μόνο μέρος από τα διακόσια περίπου κάδρα που κάποια στιγμή θα εκτεθούν σε ένα μεγάλο μπαζάρ, για το οποίο δεν θα μάθετε από κάποια αφίσα κολλημένη σε τζαμαρία ή από κάποιο reel. Σε αντίθεση με κάποιους από τους συγγραφείς που εκδίδει και οι οποίοι δεν έχουν ούτε Facebook ούτε mail ούτε έξυπνο κινητό, η Τζούλια Τσιακίρη χειρίζεται επιδέξια τα social media και από εκεί θα ενημερωθούμε για ό,τι ετοιμάζει, για τις εκδηλώσεις, «το μαγγανοπήγαδο των κινήσεων και των εκπλήξεων», τη «φασαρία» που σκοπεύει να κάνει για να αρχίσει ο κόσμος να ανεβαίνει για να τη βρει.
–Θα βάλω και μια ταμπέλα κάτω στη στοά, φυσικά».
–Πώς τα έχετε καταφέρει και είστε πάντα κρυμμένη; Μήπως τελικά δεν θέλετε να σας βρίσκει ο κόσμος;»
–Ψυχαναλυτικό αυτό που λες και το ανακαλύπτω για πρώτη φορά. Πάντως, τα παιδιά που δουλεύουν στα μανάβικα και στα μαγαζιά κάτω, όταν βλέπουν κάποιον που δεν είναι μεταξύ των συνηθισμένων πελατών τους, του λένε «Τζούλια πάνω». Και κοίταξε, όλοι θέλουν κάτι καινούργιο να τους συμβεί. Νομίζω ότι αυτό τους το προσφέρουμε κατά κάποιο τρόπο.
Τι διάβασε ο κόσμος του Ροδακιού το καλοκαίρι που πέρασε; Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο και το εμβληματικό ποιητικό έργο του Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια· το βραβευμένο Βουνί της Λουίζας Παπαλοΐζου· το Άθος, ο δασονόμος της Μαρίας Στεφανοπούλου· το διαχρονικά ευπώλητο Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δημήτρη Χατζή· το Έλα να παίξουμε του Δημήτρη Χριστόπουλου· το Επιστροφή στον Σκορπιό του Γιώργου Μπονάνου και Μπα[ο]μπά[μπ] της Χρύσας Κοντογεωργοπούλου, από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες, ενώ εξαντλήθηκε η έκδοση με τα δύο ποιητικά δράματα του Μπέκετ, το Σκιρτήματα / Πώς να πω, σε μετάφραση Δημήτρη Κρανιώτη και Κυβέλης Μαλαμάτη-Βερνιέ.
Δίπλα από ένα τραπεζάκι του Θεοφυλακτόπουλου γεμάτο με μπογιές βρίσκεται η μοναδική βιβλιοθήκη με τα βιβλία που η Τζούλια Τσιακίρη έχει επιλέξει να κρατήσει και στα οποία μπορεί να ανατρέξει κάποια στιγμή. Όλες οι υπόλοιπες που συναντάμε στο τωρινό Ροδακιό στο Γεράνι κουβαλάνε το αρχείο δύο γενιών, οκτώ χιλιάδες τόμους που βρίσκονται εκεί για να γίνουν οι θησαυροί άλλων, νέων κατόχων.
«Σε όλη του τη ζωή, ο Βασίλης Διοσκουρίδης συνέλεγε βιβλία, παρακολουθώντας τη διεθνή βιβλιογραφία χωρίς να είναι στο ίντερνετ και χωρίς να έχει σχέση με τους υπολογιστές, παρά μόνο μέσα από τις σημειώσεις και τις βιβλιογραφίες των βιβλίων που παρήγγελνε. Δηλαδή, πες ότι είχε παραγγείλει τα άπαντα του Αριστοτέλη.
»Στις σημειώσεις και στη βιβλιογραφία θα υπήρχαν εκατόν πενήντα, διακόσιες, τριακόσιες σχετικές μελέτες. Απ’ αυτές, λοιπόν, διάλεγε εκείνες που του γυάλιζαν, έγραφε σε μικρά μικρά χαρτάκια τους τίτλους και τα έδινε στον Μάριο, που ήταν συνεργάτης μας, για να τα βρει στον Παντελίδη, στη Φωλιά του Βιβλίου και στον Κάουφμαν (σ.σ. θρυλικά βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας, που δεν υπάρχουν πια) ή να ζητήσει να του τα φέρουν από το εξωτερικό. Ήταν κάτι που έκανε καθημερινά, σε όλη του τη ζωή».
Σε αυτή την τεράστια συλλογή, που όρεξη και χρόνο να έχει κανείς για να τη σκαλίσει, υπάρχουν εκδόσεις σπάνιες, βιβλία λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, ιστορίας, άλλα που πραγματεύονται τη γλωσσολογία και άλλα την αισθητική, λεξικά όλων των γλωσσών αλλά και το Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας του Λακαριέρ, γλωσσάρια ντοπιολαλιών και κείμενα αφιερωμένα στους πρωτοπόρους του ελληνικού δημοτικισμού, εσώφυλλα με τις χειρόγραφες υπογραφές ηχηρών ονομάτων, όπως του Γιώργου Ιωάννου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Ζήσιμου Λορεντζάτου και του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
«Αυτή την τεράστια συλλογή αποφασίσαμε να τη διαθέσουμε στους ανθρώπους που ενδιαφέρονται, που αγαπούν το βιβλίο και που θέλουν να το αποκτήσουν. Πολλά από αυτά τα βιβλία, όσα είναι Ελλήνων συγγραφέων, πιθανότατα κρύβουν εγκάρδιες, μελιστάλακτες αφιερώσεις. Δεν πειράζει· ας συνεχίσουν να υπάρχουν στα ράφια εκείνου που τα θέλει και που τα αγαπά».
Αν το βιβλίο είναι κάτι που σας συγκινεί, το γιατί πρέπει να γνωρίζετε την Τζούλια Τσιακίρη νομίζω πως το ξέρετε. Κι αν όχι, πρέπει να τη μάθετε. Και μόνο το να σας περιγράψει το πώς ένα βιβλίο μπορεί να σας παρασύρει στην ατμόσφαιρά του και στο νόημά του είναι μια εμπειρία που χάνεται μέσα στα μεγάλα και με διαρκή ροή βιβλιοπωλεία.
Για να το πω κι αλλιώς, και να συνεννοηθούμε οι απανταχού ντιλεντάτηδες: μέσα σε όλη αυτή την αναζήτηση του αυθεντικού και του niche που νοηματοδοτεί πια την καθημερινότητα πολλών Αθηναίων, οι οποίοι θέλουν να αποτελούν μέρος πραγμάτων και κοινοτήτων με ταυτότητα, το να περιηγηθείτε σε έναν χώρο σαν αυτόν όπου βρίσκονται σήμερα οι εκδόσεις Το Ροδακιό σας ανάγει σε σπεσιαλίστες του χιπστερισμού, του φασεϊσμού ή όπως θέλετε πείτε το.
Γνωρίζοντας πως η Τζούλια Τσιακίρη δίνει σταθερά ραντεβού με τη Ζυράννα Ζατέλη στις πρώτες προβολές της Πέμπτης, τη μέρα δηλαδή που λανσάρονται οι νέες ταινίες στους κινηματογράφους, λίγο πριν φύγουμε από τη νέα της έδρα, τη ρωτάμε με τον Ανδρέα μήπως είδε το πολυσυζητημένο Φιόρδ του Κρίστιαν Μουντζίου, τον φετινό δηλαδή Χρυσό Φοίνικα των Καννών.
«Αυτή την περίοδο έχω μείνει λίγο πίσω. Η Γερανίου με έχει ρουφήξει και επειδή νιώθω ότι τα έχω όλα εδώ. Όλη μου τη ζωή, όλο μου το μέλλον, όλο μου το παρελθόν, όλο μου το παρόν. Δυσκολεύομαι να βγω τα βράδια. Θέλω να μείνω εδώ, να τα απολαύσω».
Βιβλιοπωλείο Το Ροδακιό στο Γεράνι, Γερανίου 7 (5ος όροφος), Ομόνοια,καθημερινά 11.00 – 17.00, 210 3839355