ΝΤΑΒΙΝΤ ΟΥΚΛΕΣ: Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟ NEWS 24/7
Ξεκίνησε να ερευνά την ιστορία της οικογένειάς του κι έγραψε το απόλυτο μυθιστόρημα για τον ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ένα βιβλίο που προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση, μεταφέρεται με λαμπερό τρόπο στην τηλεόραση, παραμένει best seller και μεταφράζεται σε όλο και περισσότερες γλώσσες, θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα για τη μνήμη, την ταυτότητα και την πολιτική.
Ο Νταβίντ Ουκλές φτάνει λίγο καθυστερημένος στο ραντεβού μας στα Εξάρχεια. Θα μπορούσε να είναι, και είναι δηλαδή σε έναν βαθμό, ένας ακόμα ιδρωμένος τουρίστας, παραδομένος στο χάος του αθηναϊκού καλοκαιριού. Όμως, ο μπερές -η περίφημη boina με καταγωγή από τη Χώρα των Βάσκων- τον διαφοροποιεί. Ή τον προδίδει, αν θέλετε.
Δεν είναι εδώ (μόνο) για τουρισμό. Είναι καλεσμένος του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις) ως ο συγγραφέας-εκδοτικό φαινόμενο των ισπανικών γραμμάτων για τη δεκαετία που διανύουμε. Στα 36 του, έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα. Είναι το τρίτο όμως, Η Χερσόνησος με τα Άδεια Σπίτια, που έκανε πάταγο. Ως η πιο εξαντλητική λογοτεχνική αφήγηση του ισπανικού Εμφυλίου που έχει επιχειρηθεί ποτέ. Μέσα μάλιστα από το πρίσμα του μαγικού ρεαλισμού, αφού ο Ουκλές επινόησε ένα ιβηρικό Μακόντο (η μυθική πόλη του Μαρκές) και προσπαθώντας πρώτα να μάθει, και ύστερα να διηγηθεί, την ιστορία της οικογένειάς του, κατέληξε να μιλήσει για το τραύμα ενός ολόκληρου λαού που κορυφώθηκε με την σχεδόν 40ετή δικτατορία του στρατηγού Φράνκο.
Το μυθιστόρημα, που βασίστηκε σε δεκαπέντε χρόνια έρευνας, σάρωσε στην Ισπανία. Πήρε κάθε διαθέσιμο βραβείο, ήδη μεταφέρεται με high profile τρόπο στην τηλεόραση, έχει πουλήσει κοντά μισό εκατομμύριο αντίτυπα κι έχει μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες: στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου) κι έχει ήδη εξελιχθεί σε best seller του φετινού καλοκαιριού.
Στην Ισπανία, επίσης, σήκωσε κι έντονη πολιτική συζήτηση: ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ το αγκάλιασε και μάλιστα -σε μια κίνηση ισχυρού συμβολισμού για τις μεσογειακές δημοκρατίες – το δώρισε στον πορτογάλο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ενώ κάποιες συντηρητικές εφημερίδες έβαλαν τον Ουκλές στο στόχαστρο θεωρώντας το έργο του προϊόν αλλά και πρώτη ύλη ιδεολογικής πόλωσης που τελικά εξυπηρετούν τον Σάντσεθ. Πιθανώς χωρίς καν να έχουν μπει στον κόπο να διαβάσουν τις, όχι λίγες είναι η αλήθεια, 900 σελίδες του βιβλίου. Έτσι όμως λειτουργούν οι πολιτισμικοί πόλεμοι στις μέρες μας, βλέπουμε το φαινόμενο στην απόλυτη υπερβολή του αυτές τις μέρες και με την Οδύσσεια.
Ο ίδιος ο Ουκλές, όπως θα διαβάσετε παρακάτω, έχει μια τελείως διαφορετική προσέγγιση. Διένυσε 25.000 χιλιόμετρα εντός της Ισπανίας, ξεκινώντας από την Χαέν της Ανδαλουσίας απ’ όπου κατάγεται και φτάνοντας ως τη Γαλικία, μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά σε ένα πρότζεκτ που αποκτούσε όσο περνούσαν τα χρόνια χαρακτήρα «όλα ή τίποτα». Για να το υποστηρίξει δούλεψε από μεταφραστής και διερμηνέας ως πλανόδιος μουσικός, χωρίς να το βάζει κάτω από τις αλλεπάλληλες αρνητικές απαντήσεις που λάμβανε από τον εκδοτικό οίκο.
Σήμερα, γυρίζει όλον τον κόσμο δικαιωμένος κι επιτυχημένος, βάζοντας – έστω ρητορικά – τον εαυτό του στην ίδια πρόταση με τον Μαρκές και τον Πικάσο….
Υποθέτω ότι η πρώτη ερώτηση δεν μπορεί παρά να είναι πώς είχες μια τόσο φιλόδοξη ιδέα για το πρώτο σου μυθιστόρημα;
Στην αρχή, δεν ήταν μια τόσο φιλόδοξη ιδέα. Ήθελα απλώς να αφηγηθώ τις ιστορίες της οικογένειάς μου, κάτι παρόμοιο -ας πούμε- με το Εκατό χρόνια μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Στη συνέχεια, κάπου στα μέσα αυτής της δεκαπενταετούς περιόδου που έγραφα, άρχισα να ενδιαφέρομαι πολύ για το πλαίσιο των χρόνων που οδήγησαν στον ισπανικό Εμφύλιο. Πήγα λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο και ρώτησα: «Θα μπορούσατε να μου δώσετε ένα μυθιστόρημα που να μου εξηγεί ολόκληρο τον Εμφύλιο Πόλεμο;». Και μου είπαν…
«Πρέπει να το γράψεις εσύ»…
Ναι. Περίπου (γέλια). Η απάντηση του βιβλιοπώλη ήταν «έχουμε δοκίμια, πάρα πολλά δοκίμια, αλλά όχι ένα μυθιστόρημα». Εκείνη την στιγμή, λοιπόν, αποφάσισα ότι μπορούσα να το κάνω. Ήταν σαν μια επιφοίτηση — μια τρελή ιδέα.
Μια στιγμή «εύρηκα»…
Ναι, σκέφτηκα: «Έχω 80 χαρακτήρες. Μπορώ να τους σκοτώσω όλους σε ολόκληρη τη χερσόνησο, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου». Είχα ήδη εκδώσει δύο βιβλία κι αποφάσισα: «Εντάξει, αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής μου. Οπότε χρειάζομαι περισσότερο χρόνο».
Ξεκίνησες να γράφεις από την αρχή; Ή πέρασαν πολλά χρόνια με έρευνα και σχεδιαγράμματα; Άρχισα να ερευνώ τον Εμφύλιο επτά ή οκτώ χρόνια αφότου άρχισα να γράφω. Στην αρχή ήταν απλώς το χωριό μου. Μαγεία, έθιμα, παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και το ίδιο το χωριό. Ο πόλεμος βρισκόταν στο παρασκήνιο. Κάθε φορά που δημοσίευα κάτι, ο εκδοτικός μου οίκος έλεγε όχι. Σταματούσα να γράφω για έξι μήνες και μετά άρχιζα ξανά. Αλλά κάθε φορά χρειαζόμουν νέο κίνητρο για να ξαναγράψω 1.000 σελίδες. Ξεκίνησα όταν ήμουν 19. Στα 27, ήταν η στιγμή που πήγα στο βιβλιοπωλείο, όπως σου είπα πριν.
Γιατί σου έλεγαν όχι οι εκδότες;
Τρία προβλήματα παρουσιάζονταν συνεχώς μπροστά μου αυτά τα δεκεπέντε χρόνια. Μου έλεγαν: «Είσαι πολύ νέος. Ο μαγικός ρεαλισμός δεν πουλάει. Κι, επίσης, όλοι έχουν μιλήσει για τον Εμφύλιο Πόλεμο – δεν θέλουμε άλλο ένα βιβλίο για τον Εμφύλιο Πόλεμο».
Εγώ ήξερα ότι ο μαγικός ρεαλισμός μπορεί να ήταν τελικά το κρυφό μου όπλο κι ότι, το επαναλαμβάνω, ήθελα να γράψω το πρώτο μυθιστόρημα που αφορούσε ολόκληρο τον Εμφύλιο Πόλεμο — με όλες τις μάχες, όλα τα πολιτικά κινήματα, τα πάντα.Το βιβλίο μου δεν το είχε διαβάσει κανείς, ούτε οι φίλοι μου ούτε η οικογένειά μου. Προχωρούσα μόνος μου μέσα σε αυτή τη δημιουργική διαδικασία και ήμουν σίγουρος ότι ήταν διαφορετικό. Δεν είχε σημασία, ούτε μπορούσα να ξέρω αν ήταν καλύτερο ή όχι, ήταν όμως διαφορετικό.
Τι έλειπε από τις προηγούμενες προσεγγίσεις στην αφήγηση της εμφύλιας σύγκρουσης;
Οι περισσότερες ταινίες και τα μυθιστορήματα των τελευταίων 50 χρόνων μιλούν για το δράμα των Ρεπουμπλικάνων, αλλά δεν εξηγούν το συνολικό δράμα που περιλαμβάνει και τους ανθρώπους χωρίς ιδεολογία ή εκείνους στην εθνικιστική πλευρά πέρα από το στρατόπεδο των εξεγερμένων. Μου έλειπαν καλλιτεχνικά έργα που να μου δείχνουν τα πάντα, όχι μόνο μια πλευρά του δράματος. Ήθελα να κάνω μια πανοραμική σύνοψη, όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική.
Υφίσταται η έννοια της αντικειμενικότητας όταν προσπαθείς να αφηγηθείς μια τέτοια ιστορία;
Ναι, γιατί είναι μια ιστορία που συνέβη πριν από 90 χρόνια. Κι έτσι μπορούσα να κάνω αυτή την άσκηση. Όντως, δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός με πράγματα που συμβαίνουν σήμερα, αλλά εδώ ήμουν εντελώς ελεύθερος.
Δεν επηρεάστηκες από τις πολιτικές σου απόψεις ή από την οικογενειακή σου ιστορία;
Όχι, γιατί η οικογενειακή μου ιστορία δεν ήταν πολιτική. Δεν ήταν άνθρωποι με ιδιαίτερη ανάμειξη στην πολιτική. Κι εγώ ο ίδιος, δεν είμαι τόσο πολιτικός ή φιλοσοφικός. Είμαι περισσότερο καλλιτεχνική φύση, της λογοτεχνίας. Είμαι άνθρωπος της Αριστεράς, αλλά σήμερα δεν ξέρω τι θα έκανα αν είχα ζήσει τον Εμφύλιο. Ας πούμε λοιπόν ότι είχα 90 χρόνια στη διάθεσή μου για να το σκεφτώ….
Άρα, έχεις φανταστεί τον εαυτό σου να ζει εκείνα τα χρόνια και να πρέπει να διαλέξει πλευρά…
Ναι, κι εξαρτάται. Για παράδειγμα, αν ήμουν ένας ομοφυλόφιλος ποιητής, θα ήμουν με τους Ρεπουμπλικάνους. Αλλά αν ήμουν ο γιος ενός πατέρα που είχε γη, φερόταν καλά στους εργάτες του και στη συνέχεια κάποιοι αναρχικοί τον σκότωναν εξαιτίας της γης του, θα ήμουν εθνικιστής.
Δηλαδή, κατά τη γνώμη σου, το σημαντικότερο κριτήριο είναι το προσωπικό διακύβευμα;
Ναι. Γιατί τώρα είναι πολύ εύκολο να πεις: «Αυτοί είναι οι καλοί. Αυτοί είναι οι κακοί». Αλλά πρέπει να δεις τον εαυτό σου εκείνη τη στιγμή, σε εκείνη την κατάσταση.
Λένε ότι κάθε μυθιστόρημα, όσο μεγάλο κι αν είναι, στον πυρήνα του προσπαθεί να απαντήσει ένα μεγάλο ερώτημα. Ποιο ήταν το δικό σου;
Είχα δύο μεγάλα κίνητρα. Το πρώτο ήταν ότι δεν ήθελα να εξαφανιστεί η μνήμη της οικογένειάς μου. Και το δεύτερο ήταν να φέρω αυτήν την ιστορία τρόμου στο προσκήνιο για όλους. Γιατί στην Ισπανία δεν γνωρίζουμε τον Εμφύλιο.
Δεν γνωρίζετε; Τι εννοείς;
Όχι. Οι οικογένειές μας δεν μιλούν γι’ αυτό. Κάποιος παππούς αποφάσισε να μη μιλήσει, οπότε ο πατέρας δεν έχει την πληροφορία κι άρα τα εγγόνια δεν γνωρίζουν. Δεν έχουμε τις ερωτήσεις και δεν έχουμε τις απαντήσεις. Και στο σχολείο το περνάνε πολύ γρήγορα π.χ. το διδάσκουν τον τελευταίο μήνα του σχολικού έτους, επειδή η ύλη είναι χρονολογική. Οπότε το βλέπεις σε δύο ή τρεις ημέρες.
Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, με τον εμφύλιο της δεκαετίας του ‘40 ή με άλλα σημαντικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας…
Ανακαλύπτοντας λοιπόν τι είχε συμβεί, είχα το συναίσθημα: «Θεέ μου, θέλω ο λαός μου να το γνωρίζει αυτό». Θυμάμαι να λέω στους φίλους μου: «Θα φρικάρετε. Θα δείτε τι συνέβη σε αυτή τη χώρα. Είναι τρελό».
Αισθάνεσαι λοιπόν ότι η ιστορία του Εμφυλίου είναι μια ιστορία που η Ισπανία αποφεύγει;
Δεν έχουν τα εργαλεία για να τη διαχειριστούν. Φυσικά, υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να μιλήσουν επειδή είναι πολύ συντηρητικοί και προέρχονται από την πλευρά των Φρανκιστών. Αλλά και οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν. Είχαμε δικτατορία για 40 χρόνια και, κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, οι πολιτικοί αποφάσισαν: «Εντάξει, και οι δύο πλευρές έκαναν κακά πράγματα, οπότε ας το ξεχάσουμε». Και πέρασαν 50 χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, ουσιαστικά χωρίς να μιλάμε για τον Εμφύλιο.
Κάποιος παίζοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, συνυπολογίζοντας και το αίμα που χύθηκε ακόμα και μετά τον Εμφύλιο, θα έλεγε: «Πρέπει να αφήσουμε το παρελθόν πίσω μας και να επικεντρωθούμε στο μέλλον»…
Αυτό είναι το λάθος. Και είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρον. Το αποκαλώ επιβολή της σιωπής: «Εντάξει, ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό. Ας σιωπήσουμε. Ας θάψουμε την πληγή».
Μπορείς να θάψεις την πληγή και αυτό όντως να λειτουργήσει. Σε μένα λειτούργησε. Δεν είχα ακούσει ποτέ για τον Φράνκο. Δεν γνώριζα για τον Εμφύλιο. Νόμιζα ότι η χώρα μου ήταν ευτυχισμένη. Τι συμβαίνει όμως όταν ένα πολιτικό κόμμα σηκώσει το χώμα και ξεθάψει την πληγή; Κανείς δεν είναι προετοιμασμένος, οπότε έχεις ξανά το πρόβλημα μπροστά σου. Αυτό συμβαίνει τώρα στην Ισπανία.
Δηλαδή;
Το Vox μιλάει για τον Φράνκο. Άρα δε θεραπεύσαμε την πληγή, είναι ακόμα εδώ, την έφεραν ξανά στην επιφάνεια. Είναι ρίσκο να προσπαθείς να σιωπήσεις το παρελθόν, γιατί μπορεί πάντα να υπάρξει κάποιος που θα το ξυπνήσει. Κι όταν αυτό συμβεί πρέπει να δώσεις μια απάντηση.
Είναι ο Εμφύλιος ακόμα παρών στην Ισπανία σήμερα; Αισθάνεσαι ότι υπάρχουν συγκεκριμένα τραύματα ή διαχωριστικές γραμμές που εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον πολιτικό χάρτη και τις πολιτικές αποφάσεις;
Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Για παράδειγμα, έχουμε πολλές συζητήσεις για τα μνημεία του Φράνκο και τον τάφο του Φράνκο. Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Μερικές φορές σκέφτομαι ναι. Μερικές φορές θέλω να σκέφτομαι όχι.
Στην Ελλάδα, πολιτικοί και από τις δύο πλευρές – κυρίως από τη Δεξιά, αλλά και από την Αριστερά συνήθως ως απάντηση – αντλούν επιχειρήματα από εκείνη την περίοδο και τα φέρνουν στον σημερινό πολιτικό τους λόγο…
Το ίδιο συμβαίνει και στην Ισπανία. Αλλά εμείς έχουμε ένα ακόμη πρόβλημα. Τα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα επαναφέρουν ομιλίες και ιδέες του Φράνκο και λένε ότι ο Φράνκο ήταν καλός πολιτικός.
Μιλούν δηλαδή για το δήθεν «οικονομικό θαύμα» και τα κατασκευαστικά έργα, αλλά δεν μιλούν για την καταστολή της ελευθερίας.
Ακριβώς. Οπότε αυτό μοιραία επαναφέρει τον Εμφύλιο, επειδή η απέναντι πολιτική πλευρά αντιδρά.
Αφηγήθηκες την ιστορία χρησιμοποιώντας έναν πολύ τοπικό φακό. Ήταν διαφορετική η εμπειρία του Εμφυλίου και της δικτατορίας σε διαφορετικά μέρη της χώρας;
Ναι. Μπορείς να χωρίσεις την Ισπανία σε μεγάλες πόλεις όπως η Μαδρίτη, η Βαρκελώνη και η Σεβίλλη, αλλά και σε μέρη όπου υπήρχαν εργάτες, όπως οι μεταλλευτικές περιοχές με πολύ ισχυρή πολιτική ταυτότητα. Όμως, η υπόλοιπη Ισπανία ήταν αγροτική. Οι άνθρωποι ήταν αφιερωμένοι στην ύπαιθρο και στη γη, οπότε οι πολιτικές ιδέες τους ήταν πιο αδύναμες, μερικές φορές δεν υπήρχαν καν. Στην περιοχή μου, για παράδειγμα, οι άνθρωποι δούλευαν στους ελαιώνες και αυτό ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή τους. Η πολιτική μπορεί να ήταν ήταν σημαντική, αλλά όχι τόσο σημαντική όσο η γη και η επιβίωση.
Όσο αντιλαμβανόσουν ότι μεγάλωνε η συνολική ιστορία που θα κατέληγες να πεις, αισθάνθηκες μεγαλύτερη ευθύνη;
Ένιωθα ευθύνη απέναντι στο κείμενο. Δεν ήθελα να το δημοσιεύσω μέχρι να γίνει συγκεκριμένο και λεπτομερές. Κι αυτό σήμαινε π.χ. ότι έπρεπε να επισκεφτώ τα μέρη για τα οποία γράφω. Έτσι πήρα μια υποτροφία — την πιο σημαντική στην Ανδαλουσία- και πήγα σε όλη την Ισπανία. Σχεδίασα έναν χάρτη και πήγα σε κάθε μέρος όπου βρίσκονταν οι χαρακτήρες μου. Ερεύνησα κάθε μάχη, τα πάντα.
Αλλά δεν αισθανόμουν ευθύνη απέναντι στη χώρα, επειδή δεν είχα αναγνώστες. Δεν είχα κανέναν που να είχε διαβάσει το βιβλίο, οπότε αισθανόμουν πολύ ελεύθερος. Είχα λοιπόν ευθύνη απέναντι στο βιβλίο κι απέναντι στους προγόνους μου, και φυσικά απέναντι στους ανθρώπους που πέθαναν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Ήθελα να τους τιμήσω. Συνεπώς, η ευθύνη μου ήταν να μην πω ψέματα και να μην τροποποιήσω τα πράγματα.
Ακόμα, λοιπόν, κι αν είμαι αριστερός, δεν μπορούσα να μην συμπεριλαβω την φρίκη που διαπράχθηκε κι από τα αριστερά. Είμαι χαρούμενος που μπόρεσα να το κάνω, που υπήρξα μετριοπαθής. Ίσως γιατί δεν είχα το θεμέλιο που θα με έκανε φανατικό και μεροληπτικό.
Δύο από τα βασικά θέματα του βιβλίου, ίσως τα σημαντικότερα, είναι η μνήμη και η ταυτότητα. Πώς πιστεύεις ότι αλλάζει η λογοτεχνία όταν εμπλέκεται με τη συλλογική μνήμη;
Η τέχνη είναι το καλύτερο εργαλείο για να διατηρήσεις τη μνήμη. Τη βάζεις στο χαρτί, σε έναν πίνακα ή σε εικόνες. Κι έτσι έρχεται στο παρόν και γίνεται συμπαγής. Αυτό προσπάθησα να κάνω κι εγώ: μια ακτινογραφία της ιστορικής στιγμής.
Ήταν μια συνειδητή δική σου απόφαση να χρησιμοποιήσεις τον μαγικό ρεαλισμό από την αρχή ή ήταν κάτι που βρήκες στην πορεία;
Είναι το ύφος με το οποίο αισθάνομαι άνετα. Οπότε υπήρχε από την αρχή. Γράφω έτσι. Μερικές φορές θα γράψω για ένα πολύ σημαντικό θέμα και μερικές φορές για ένα λιγότερο ευαίσθητο θέμα, αλλά θα το κάνω πάντα με μαγεία. Δε θα μπορούσα να το κάνω με άλλον τρόπο. Είναι σαν τον Πικάσο. Ο Πικάσο είχε το ύφος του, δεν μπορούσε να το αλλάξει.
Μερικές φορές σπας τον τέταρτο τοίχο, όπως λένε στο σινεμά, και μιλάς στον αναγνώστη απευθείας…
Ναι, αυτή η απόφαση έχει εξήγηση. Όταν αποφάσισα να γράψω για ολόκληρο τον ισπανικό Εμφύλιο, ήθελα να το κάνω χρονολογικά, γιατί μόνο έτσι θα το έκανα στα σοβαρά. Αλλά συνειδητοποίησα ότι, αν το έκανα χρονολογικά, έπρεπε να μιλάω στον αναγνώστη. Έπρεπε να πω: «Συγγνώμη, αυτή η μάχη διήρκεσε έξι μήνες. Θα σου την εξηγήσω σε μία ημέρα, αλλά δεν μπορώ…»
Κάτι σαν «μείνε μαζί μου»…
Βέβαια, στο τέλος μου άρεσε, οπότε πήγα να μιλήσω και στον Φράνκο.
Τι συζητήσεις ήλπιζες να ξεκινήσουν ή να συνεχίσουν οι αναγνώστες σου αφού ολοκληρώσουν το βιβλίο;
Μιλούν πολύ για τον Εμφύλιο και για την έλλειψη μνήμης στη χώρα μου. Οι διεθνείς αναγνώστες χαίρονται που ταξίδεψαν σε όλη την Ισπανία, επειδή το βιβλίο σε πηγαίνει σε ολόκληρη τη χώρα. Για μένα, είναι σαν ένα έπος, σαν μια ελληνική τραγωδία σε όλη την Ισπανία. Αλλά κυρίως οι Ισπανοί συγκινούνται επειδή συνδέονται με τα χωριά τους και τα παιδικά τους χρόνια. Κι αυτό με εξέπληξε. Άνθρωποι από τον βορρά, την ανατολή, τα νησιά να λένε: «Θεέ μου, μπορούσα να συνδεθώ με τον παππού μου, με το χωριό όπου ήμουν νέος», ακόμα κι αν διάβαζαν για την Ανδαλουσία.
Πιστεύεις ότι οι αναγνώστες αναζητούν διαφορετικά πράγματα στη μυθοπλασία σήμερα σε σχέση με την εποχή που ξεκίνησες πριν από 15 χρόνια; Ας πούμε, κολλημένοι στα κινητά μας πόσο μπορούμε να συγκεντρωθούμε σε ένα βιβλίο 900 σελίδων; Επηρέασε αυτή η συνθήκη τη συγγραφική σου στρατηγική;
Όχι. Βέβαια, το βιβλίο έχει πολύ μικρά κεφάλαια, κάτι που σε βοηθά να «τρέξεις». Δεν είναι όμως ότι σκέφτηκα την προσοχή του κοινού. Απλώς χρειαζόταν να μιλήσω για πολλά πράγματα και υπέθεσα ότι αυτή η δομή θα βοηθούσε.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν κουραστεί από το να είναι όλα άμεσα. Οπότε, όταν έχουν κάτι που τους αναγκάζει να παραμείνουν περισσότερο, το εκτιμούν. Τους αρέσει η ιδέα ενός μεγάλου βιβλίου, εφόσον συνδεθούν μαζί του.
Επιμένω, είναι η απόλυτη πρόκληση να κρατήσεις τους ανθρώπους μακριά από τα κινητά τους;
Ίσως. Για παράδειγμα, εγώ πηγαίνω στον κινηματογράφο γι’ αυτόν τον λόγο. Αν δω μια ταινία στο σπίτι, κοιτάζω το τηλέφωνό μου. Αλλά αυτό που μου αρέσει στον κινηματογράφο είναι ότι με αναγκάζει να προσέχω για τρεις ώρες. Και όταν φεύγω από το σινεμά, το εκτιμώ.
Θα υπάρξει κινηματογραφική μεταφορά ή τηλεοπτική σειρά του μυθιστορήματος;
Τηλεοπτική σειρά. Θα είναι η πιο ακριβή τηλεοπτική σειρά που έχει γυριστεί ποτέ στην Ισπανία. Είναι τεράστιο πρότζεκτ. Θα είναι έτοιμο περίπου έναν χρόνο, πάνω-κάτω. Θα είναι με το Netflix ή το HBO. Έχουν καλούς σκηνοθέτες, καλούς ηθοποιούς — τους καλύτερους ηθοποιούς και τους καλύτερους σκηνοθέτες, για την ακρίβεια. Αλλά δεν μπορώ να πω ονόματα μέχρι να γίνουν οι ανακοινώσεις. Μπορώ να σου πω ότι θα γίνει από τρεις ή τέσσερις σκηνοθέτες και έχουν προταθεί για το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας, ενώ ο πρωταγωνιστής, νομίζω, κερδίσει τέσσερα Goya για τον Α’ Ανδρικό Ρόλο. Θα είναι οι καλύτεροι.
Συμμετέχεις;
Όχι.
Τελευταία ερώτηση. Κρίνοντας από το πόσο φιλόδοξο και χρονοβόρο ήταν αυτό το εγχείρημα, θα έλεγες ότι ήσουν διαφορετικός άνθρωπος όταν ολοκληρώθηκε;
Ένιωσα ανακούφιση. Μπορεί να ακούγεται πολύ συναισθηματικό, ίσως και κιτς, αλλά θα σου πω και κάτι άλλο: Έχω αρρυθμία. Έκανα εγχείρηση πριν από περίπου οκτώ μήνες και πρέπει να την επαναλαβω. Όταν λοιπόν δημοσίευσα το βιβλίο, αυτό που πραγματικά σκέφτηκα ήταν: «Εντάξει, τώρα μπορείς να πεθάνεις. Δεν θέλεις να πεθάνεις, αλλά αν πεθάνεις, δεν πειράζει». Κι εξακολουθώ να έχω αυτό το συναίσθημα τρία χρόνια αργότερα.