Γιατί ο Καναδάς προετοιμάζεται για το (αδιανόητο) σενάριο μιας αμερικανικής εισβολής
Διαβάζεται σε 8'
Ο Καναδάς εξετάζει πλέον ακόμη και το ακραίο σενάριο μιας αμερικανικής εισβολής, καθώς οι σχέσεις με τις ΗΠΑ επαναπροσδιορίζονται υπό τις απειλές Τραμπ να τον καταστήσει την “51η πολιτεία”
- 04 Οκτωβρίου 2026 22:09
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ παραδέχθηκε την περασμένη εβδομάδα ότι έχει προετοιμαστεί για ένα σενάριο που μέχρι πρότινος θα θεωρούνταν αδιανόητο: μια εισβολή των ΗΠΑ.
Σημειώνοντας ότι ο κίνδυνος είναι μικρός και το ενδεχόμενο εξαιρετικά απίθανο, δήλωσε στους New York Times ότι έχει την ευθύνη να εξετάζει όλα τα πιθανά σενάρια, καθώς οι σχέσεις ΗΠΑ–Καναδά επαναπροσδιορίζονται υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.
«Αυτό είναι απλώς διαχείριση κινδύνου», είπε ο Κάρνεϊ.
Όπως σημειώνει το BBC, οι παγκόσμιοι δασμοί του Τραμπ και η επανειλημμένα διατυπωμένη επιθυμία του να καταστήσει τον Καναδά 51η πολιτεία των ΗΠΑ έχουν οδηγήσει τον Καναδά να προχωρήσει σε στρατιωτικές ασκήσεις επί χάρτου για το ενδεχόμενο αμερικανικής επίθεσης.
Το 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι είναι «εξαιρετικά απίθανο» οι ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν ποτέ βία κατά του Καναδά. Αντίθετα, είχε πει ότι θα συνεχίσει να ασκεί οικονομικές πιέσεις για την επίτευξη πολιτικών στόχων.
«Ο πρόεδρος Τραμπ έχει κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο για να προστατεύσει τον σπουδαίο λαό του Καναδά», ανέφερε ο Λευκός Οίκος σε δήλωσή του στο BBC αυτή την εβδομάδα.
Στρατιωτικοί αναλυτές που μίλησαν στο BBC θεωρούν επίσης εξαιρετικά απίθανη μια εισβολή, επισημαίνοντας τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι δύο χώρες συνεργάζονται στον τομέα της άμυνας.
Το ζήτημα, ωστόσο, φαίνεται ξεκάθαρα να απασχολεί έντονα τους Καναδούς.
Τον Ιανουάριο, μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από τη Βενεζουέλα και τη σύλληψή του στις ΗΠΑ, δημοσκόπηση της Leger έδειξε ότι πάνω από το 30% των Καναδών θεωρούσε πιθανή μια αμερικανική εισβολή.
Γιατί είναι απίθανο να συμβεί μια εισβολή των ΗΠΑ στον Καναδά
Ένας πόλεμος ανάμεσα στον Καναδά και τις ΗΠΑ θα ήταν περίπλοκος και σχεδόν αδιανόητος, δήλωσε ο αντιστράτηγος Κρίστοφερ Κόουτς, πρώην αξιωματικός με 34 χρόνια υπηρεσίας στη Βασιλική Καναδική Αεροπορία, ο οποίος κατείχε διάφορες ανώτερες θέσεις.
«Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας μου συμμετείχα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και ποτέ δεν εξετάσαμε το ενδεχόμενο να υπάρξει στρατιωτική επίθεση προερχόμενη από αμερικανικό έδαφος», δήλωσε στο BBC.
Ο Κόουτς, ο οποίος είχε υπηρετήσει σε αποστολές του ΝΑΤΟ, σημείωσε ότι ο Καναδάς και οι ΗΠΑ συνεργάζονται σε πολλούς τομείς της στρατιωτικής άμυνας.
Και οι δύο χώρες είναι μέλη της βορειοατλαντικής συμμαχίας, η οποία προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να υπερασπιστούν ένα άλλο μέλος σε περίπτωση επίθεσης.
Οι δύο χώρες πραγματοποιούν επίσης κοινές αποστολές άμυνας στην Αρκτική στο πλαίσιο της Διοίκησης Αεροδιαστημικής Άμυνας Βόρειας Αμερικής (NORAD) και ανταλλάσσουν συχνά πληροφορίες.
Για τον λόγο αυτό, ο Κόουτς δήλωσε ότι θεωρεί πως μια επίθεση των ΗΠΑ κατά του Καναδά δεν θα ξεκινούσε με ένοπλη εισβολή, αλλά με πιο διακριτικά μέσα, όπως ο κυβερνοπόλεμος.
ΗΠΑ και Καναδάς δεν ήταν πάντα οι καλύτεροι φίλοι
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ εξελίχθηκαν σε φυσικούς συμμάχους κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και έκτοτε έχουν αποκτήσει στενή οικονομική, στρατιωτική και πολιτισμική διασύνδεση.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Στην πραγματικότητα, βασικό στοιχείο της καναδικής ταυτότητας αποτελεί η αντίσταση στον αμερικανικό επεκτατισμό κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, δήλωσε ο Τιμ Φόραν, ερευνητής στο Canadian War Museum.
«Ο φόβος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται στα θεμέλια του πολιτικού εγχειρήματος που είναι ο Καναδάς», είπε.
Ο Καναδάς συγκροτήθηκε από μια σειρά βρετανικών αποικιών στη Βόρεια Αμερική, οι οποίες παρέμειναν πιστές στο βρετανικό Στέμμα όταν οι αποικίες στη σημερινή επικράτεια των ΗΠΑ εξεγέρθηκαν.
Πριν από τη δημιουργία του Καναδά, οι ΗΠΑ είχαν επιχειρήσει να εισβάλουν στις βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής, καταλαμβάνοντας το Μόντρεαλ το 1775 και φτάνοντας πολύ κοντά στην κατάκτηση της πόλης του Κεμπέκ.
Στον Πόλεμο του 1812, οι Αμερικανοί εισέβαλαν επανειλημμένα στις περιοχές που τότε ήταν γνωστές ως Άνω Καναδάς, Κάτω Καναδάς και ναυτικές αποικίες, χωρίς καμία πλευρά να επικρατήσει. Κατά τη διάρκεια εκείνου του πολέμου, βρετανικά στρατεύματα έκαψαν, ως αντίποινα, τον Λευκό Οίκο.
Ο Φόραν ανέφερε ότι εκείνη την εποχή οι αποικίες που αργότερα αποτέλεσαν τον Καναδά βασίζονταν στη Μεγάλη Βρετανία και στο Βασιλικό Ναυτικό για την άμυνά τους, καθώς και στους αυτόχθονες πληθυσμούς, ορισμένοι από τους οποίους υπηρέτησαν ως στρατηγοί σε σημαντικές μάχες.
Ο Καναδάς εξέτασε ξανά το ενδεχόμενο πολέμου με τις ΗΠΑ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως απάντηση στην αυξανόμενη ισχύ και επιρροή τους.
Κατάρτισε μάλιστα σχέδιο που βασίστηκε σε μυστικές αποστολές Καναδών στρατηγών σε πόλεις κοντά στα σύνορα. Οι στρατηγοί προσποιούνταν τους τουρίστες και φωτογράφιζαν γέφυρες και αυτοκινητοδρόμους για λόγους συλλογής πληροφοριών.
Συνομιλούσαν επίσης με κατοίκους των περιοχών, προκειμένου να κατανοήσουν καλύτερα τον πιθανό αντίπαλό τους.
Ένας πόλεμος ήταν και τότε ένα απίθανο σενάριο, δήλωσε ο Άντριου Μπερτς, ερευνητής στο Canadian War Museum με ειδίκευση στον Καναδά του 20ού αιώνα, όμως οι Καναδοί ήθελαν παρ’ όλα αυτά να είναι προετοιμασμένοι.
«Αυτό είναι μέρος όσων κάνουν οι στρατοί», είπε. «Εξετάζουν κάθε είδους διαφορετικά σενάρια».
Πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια αμερικανική εισβολή
Ακόμη κι αν μια εισβολή των ΗΠΑ θεωρείται εξαιρετικά απίθανη, ο Μάθιου Σμιτ, αναπληρωτής καθηγητής εθνικής ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χέιβεν στο Κονέκτικατ, δήλωσε ότι και μόνο το γεγονός πως οι Καναδοί προετοιμάζονται αποτελεί ένδειξη του πόσο δραστικά έχει αλλάξει η παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Πρόσθεσε ότι οι Καναδοί ηγέτες καλούνται να απαντήσουν σε δύσκολα ερωτήματα σχετικά με το πόσο στενά θέλουν να συνεχίσουν να συνεργάζονται με τον αμερικανικό στρατό — μια συνεργασία που παρέχει στις ΗΠΑ πολύτιμες πληροφορίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν εάν ήθελαν να βλάψουν τον Καναδά με οποιονδήποτε τρόπο.
«Αυτό πράγματι βλάπτει τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και υπάρχει ένας βαθμός δικαιολογημένου φόβου», είπε.
Οι Αμερικανοί μπορεί να μην παίρνουν στα σοβαρά τα σχόλια του Τραμπ περί μετατροπής του Καναδά σε 51η πολιτεία, πρόσθεσε, όμως οι Καναδοί προφανώς τα αντιμετωπίζουν σοβαρά — και είναι έτοιμοι να αμυνθούν, εφόσον χρειαστεί.
Πώς θα έμοιαζε, λοιπόν, ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Η πρώτη φάση ενός πολέμου θα μπορούσε να είναι αρκετά σύντομη.
Σύμφωνα με το μοντέλο που χρησιμοποιεί ο καναδικός στρατός, όπως είχε αποκαλύψει νωρίτερα φέτος η εφημερίδα Globe and Mail, μια αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληψη των στρατηγικών θέσεων του Καναδά μέσα σε μία εβδομάδα.
Οι καναδικές ένοπλες δυνάμεις θα βρίσκονταν γρήγορα σε αριθμητική μειονεκτική θέση, αναγκάζοντας τις καναδικές δυνάμεις να καταφύγουν σε τακτικές ανταρτοπολέμου, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τον αντίπαλο.
Συμμαχικές χώρες, όπως η Γαλλία και η Βρετανία, θα καλούνταν να παράσχουν υποστήριξη και αμυντική συνδρομή στον Καναδά, ανέφερε η εφημερίδα τον Ιανουάριο, επικαλούμενη ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Εκτιμάται ότι αυτό το θεωρητικό μοντέλο αποτελεί την πρώτη φορά εδώ και έναν αιώνα που ο Καναδάς καταρτίζει σχέδιο για ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση.
Ο Κόουτς ανέφερε ότι πρόκειται για μια σχετικά περιορισμένη μορφή στρατιωτικού σχεδιασμού.
Όπως είπε, ο Καναδάς, σε αντίθεση με τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ, υστερούσε ως προς την ύπαρξη σχεδίου αντίδρασης σε περίπτωση χερσαίας εισβολής και τώρα επιχειρεί να καλύψει το χαμένο έδαφος σε μια εποχή απρόβλεπτων γεωπολιτικών εξελίξεων.
Μέρος αυτής της προσπάθειας, πρόσθεσε, αποτυπώνεται και στην πρόσφατη έκκληση του αρχηγού των καναδικών ενόπλων δυνάμεων για δραστική αύξηση του μεγέθους του στρατού, μεταξύ άλλων με την προσθήκη έως και 300.000 πολιτών-οπλιτών με βασική στρατιωτική εκπαίδευση.
Μια εισβολή στον Καναδά, πάντως, δεν θα ήταν απαραίτητα απλή υπόθεση ούτε από την πλευρά των ΗΠΑ.
Παρά τη σαφώς μεγαλύτερη στρατιωτική τους ισχύ, οι ΗΠΑ θα δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν τη συναίνεση για έναν πόλεμο με τον Καναδά, δήλωσε ο Σμιτ.
«Νομίζω ότι ένας μεγάλος αριθμός Αμερικανών αξιωματικών θα παραιτούνταν αν τους δινόταν εντολή να εισβάλουν στον Καναδά», είπε.
«Θα τη θεωρούσαν παράνομη και ανήθικη εντολή».
Ο Σμιτ ανέφερε ότι Καναδοί και Αμερικανοί στρατιώτες εκπαιδεύονται τακτικά μαζί και τρέφουν αμοιβαίο σεβασμό.
Ωστόσο, στο απίθανο σενάριο κατά το οποίο οι σχέσεις θα επιδεινώνονταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να οδηγηθούν σε ένοπλη σύγκρουση, ο Σμιτ εκτίμησε ότι οι ΗΠΑ πιθανότατα θα επικεντρώνονταν στην απόκτηση πολύτιμων καναδικών πόρων, όπως το πετρέλαιο και τα ορυκτά, καθώς και στην εξουδετέρωση της πολιτικής ηγεσίας.
«Θα βλέπαμε ίσως μια επιχείρηση που θα θύμιζε εκείνη που είδαμε στη Βενεζουέλα», είπε, αναφερόμενος στην αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση νωρίτερα φέτος για τη σύλληψη του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο.
Παρότι αναγνώρισε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες, είπε ότι, «αναλογικά», οι Καναδοί στρατιώτες θα μπορούσαν να προβάλουν ισχυρή αντίσταση.