LUKASZ TWARKOWSKI: Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΠΙΟ ΑΠΛΗΣΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Ο Lukasz Twarkowski επιστρέφει με το ORACLE και μιλά για τον Τούρινγκ, την τεχνητή νοημοσύνη και την εξουσία και έναν κόσμο όπου η τεχνολογία απειλεί να ξεπεράσει τη δημοκρατία.
Ο αγαπημένος του ελληνικού κοινού Łukasz Twarkowski επιστρέφει στην Αθήνα και στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αυτή τη φορά με το ORACLE, ένα έργο που ξεκινά από τον Άλαν Τούρινγκ και φτάνει μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, αναζητώντας εκείνο το αβέβαιο σημείο όπου η επιστήμη συναντά τη συνείδηση, η τεχνολογία την εξουσία και η ανθρώπινη ανάγκη για υπέρβαση τη μηχανή.
Μετά το ROHTKO και το εξάωρο Respublika, ο Πολωνός δημιουργός επιστρέφει από τις 15 έως τις 18 Οκτωβρίου στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, με μία ακόμη πολυμεσική παράσταση στην οποία – και πάλι- το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική και οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν λειτουργούν ως εντυπωσιακό περιτύλιγμα, αλλά ως οργανικά μέρη της ίδιας της δραματουργίας.
Στο ORACLE συναντώνται τέσσερα πρόσωπα που, στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσαν ποτέ να βρεθούν μαζί: ο Άλαν Τούρινγκ, η ηθοποιός και εφευρέτρια Χέντι Λαμάρ, η Σκοτσέζα μέντιουμ Χέλεν Ντάνκαν και ο πρώην μηχανικός της Google Μπλέικ Λεμόιν, ο οποίος υποστήριξε ότι το γλωσσικό μοντέλο LaMDA είχε αποκτήσει συνείδηση.
Ο Τβαρκόφσκι τα τοποθετεί όλα στην ίδια σκηνική «χρονομηχανή», επιχειρώντας να κοιτάξει την Ιστορία όχι μέσα από τα πρόσωπα που εκείνη επέλεξε να δοξάσει, αλλά και μέσα από εκείνα που χρησιμοποίησε, παραμέρισε ή ξέχασε.
Λίγες ημέρες πριν από την επιστροφή του στην Αθήνα, ο Łukasz Twarkowski μίλησε σ΄ένα διαδικτυακό στρογγυλό δημοσιογραφικό τραπέζι για τον Τούρινγκ, τη Χέντι Λαμάρ, τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης, το ενδεχόμενο μιας «συνειδητής» τεχνητής νοημοσύνης και την ιδιαίτερη σχέση που έχει πλέον αναπτύξει με την Αθήνα και το ελληνικό κοινό.
«Ο Τούρινγκ και η Λαμάρ ξεχάστηκαν για δεκαετίες»
Στο ORACLE φέρνετε μαζί τέσσερις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους: τον Alan Turing, τη Hedy Lamarr, τη Helen Duncan και τον Blake Lemoine. Τι σας έκανε να φέρετε αυτές τις τέσσερις ιστορίες μαζί στην ίδια παράσταση; Και τι μας λέει αυτή η συνάντηση για τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία επιλέγει ποιους θυμάται και ποιους ξεχνά;
“Οι χαρακτήρες εμφανίστηκαν σταδιακά. Δεν υπήρχαν όλοι εξαρχής. Το ORACLE είναι το δεύτερο μέρος της επιστημονικής τριλογίας που ξεκινήσαμε πριν από μερικά χρόνια. Από την αρχή ήξερα ότι ήθελα να κοιτάξω μέσα από το πρίσμα επιστημονικών ανακαλύψεων που άλλαξαν για πάντα τη ζωή μας, παρότι συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε ότι οι ρίζες τους βρίσκονται πολλές δεκαετίες πίσω.
Ο Άλαν Τούρινγκ ήταν εξαρχής στο κέντρο του δεύτερου μέρους. Εκείνο που με ενδιέφερε περισσότερο δεν ήταν μόνο η εικόνα του ιδιοφυούς μαθηματικού και ανθρώπου της λογικής, αλλά και η σχεδόν πνευματική πλευρά της έρευνάς του.
Συνήθως ξεχνάμε ότι οι ρίζες αυτού που σήμερα αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη βρίσκονται ήδη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην προσπάθεια να δημιουργηθεί μια μηχανή ικανή να νικήσει μια άλλη μηχανή, τη ναζιστική μηχανή.
Στη συνέχεια αναζητήσαμε ένα αντίβαρο από το σήμερα. Έτσι εμφανίστηκε ο Μπλέικ Λεμόιν, ένας πολύ παράξενος και αμφιλεγόμενος χαρακτήρας, ο οποίος υποστήριξε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να έχει αποκτήσει συνείδηση. Δεν ξέρουμε αν ήταν επιστήμονας, προβοκάτορας ή κάτι ενδιάμεσο. Αλλά μας επέτρεψε να θέσουμε ξανά το ερώτημα: τι σημαίνει νοημοσύνη, τι σημαίνει συνείδηση, πότε κάτι αποκτά αυτοσυνείδηση;
Η Χέντι Λαμάρ ήρθε στη διαδικασία μέσα από την έρευνα της ομάδας μας. Δεν γνώριζα πριν καλά την ιστορία της και, όταν άρχισα να τη μελετώ, δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο τέλεια ταίριαζε.
Ήταν μια γυναίκα εφευρέτρια της οποίας η φωνή δεν ακούστηκε, επειδή είχε τοποθετηθεί στην κατηγορία της «όμορφης γυναίκας». Κι όμως, τεχνολογίες πάνω στις οποίες βασίζονται σήμερα οι ασύρματες επικοινωνίες έχουν τις ρίζες τους στις δικές της εφευρέσεις.
Και, κατά έναν τρόπο, η ιστορία της μοιάζει πολύ με εκείνη του Τούρινγκ. Και οι δύο ξεχάστηκαν για δεκαετίες. Ο Τούρινγκ άρχισε ουσιαστικά να επανέρχεται στη δημόσια συνείδηση πολύ αργότερα, μεταξύ άλλων χάρη στην queer κουλτούρα. Και η Λαμάρ απέκτησε την αναγνώριση που της άξιζε μόλις προς το τέλος της ζωής της.
«Η έρευνα του Τούρινγκ ξεκίνησε από μια υπαρξιακή άρνηση απέναντι στον θάνατο»
Στο έργο σας η επιστήμη συναντά διαρκώς κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Γιατί ήταν τόσο σημαντική για εσάς αυτή η διάσταση στην ιστορία του Τούρινγκ;
“Από την αρχή με ενδιέφερε να αναζητήσω τα όρια της κατανόησής μας. Στην περίπτωση του Τούρινγκ, για μένα είχε τεράστια σημασία αυτή η πνευματική διάσταση.
Η έρευνά του συνδέεται και με την απώλεια του αγαπημένου του φίλου, του Christopher Morcom. Ήταν μια στιγμή κατά την οποία άρχισε να φαντάζεται ότι ίσως υπάρχει κάτι που μπορεί να διαχωριστεί από το φυσικό σώμα.
Με έναν τρόπο, όλη αυτή η έρευνα γεννήθηκε από μια αντίσταση απέναντι στην ανθρώπινη κατάσταση, από την άρνηση να δεχτεί ότι είμαστε περιορισμένοι μέσα σε ένα τόσο εύθραυστο σώμα.
Άρχισε να αναρωτιέται εάν υπάρχει κάποια δύναμη –δεν την ονόμαζε ακόμη συνείδηση– που μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από το βιολογικό σώμα.
Γι’ αυτό, για μένα, υπάρχει κάτι βαθιά υπαρξιακό στις απαρχές της τεχνητής νοημοσύνης. Πίσω από τα νευρωνικά δίκτυα και τις μηχανές βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, ένα ανθρώπινο πρόβλημα: η δυσκολία μας να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο”.
Και η Helen Duncan πώς μπήκε σε αυτό το σύμπαν;
“Η Χέλεν Ντάνκαν εμφανίστηκε επίσης μέσα από την έρευνα και μέσα από τη δουλειά της ηθοποιού μας, της Nelly Savchenko.
Ξέραμε ότι στο Bletchley Park υπήρχε πράγματι μια πνευματίστρια που εργαζόταν εκεί. Και αναρωτηθήκαμε: γιατί; Μήπως, μέσα στην απελπισμένη προσπάθειά τους να σπάσουν τον Enigma, δοκίμαζαν πραγματικά κάθε πιθανό δρόμο;
Έτσι συνδυάσαμε διαφορετικές πραγματικές ιστορίες. Η ίδια η Helen Duncan δεν εργάστηκε στο Bletchley Park, όμως η ιστορία της –μια γυναίκα που φυλακίστηκε επειδή αποκάλυψε απόρρητες πληροφορίες και καταδικάστηκε με βάση έναν νόμο περί μαγείας– είχε για εμάς μια πολύ ενδιαφέρουσα συγγένεια με τα υπόλοιπα πρόσωπα”.
«Δεν ξέρουμε πραγματικά τι είναι η συνείδηση»
Η συνείδηση βρίσκεται σχεδόν εμμονικά στο κέντρο του ORACLE. Τι σας γοητεύει τόσο σε αυτό το ερώτημα;
Είναι ένα από τα βαθύτερα ερωτήματα με τα οποία ασχολούμαι εδώ και χρόνια.
Το παράξενο είναι ότι όλοι όσοι καθόμαστε εδώ έχουμε συνείδηση, αλλά κανείς μας δεν μπορεί πραγματικά να ορίσει τι είναι.
Είναι αυτό που ο David Chalmers ονομάζει «το δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης». Πώς μπορείς να αποδείξεις ότι κάποιος σε αγαπά; Πώς μπορείς να αποδείξεις ότι κάποιος πραγματικά πονά;
Δεν μπορείς. Μπορείς μόνο να τον πιστέψεις.
Ακόμα κι αν εξετάσεις όλη τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, δεν μπορείς ποτέ να γνωρίζεις απόλυτα την υποκειμενική εμπειρία του άλλου.
Αυτά τα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι πολύ σημαντικά στη δουλειά μου και πιστεύω ότι το θέατρο είναι ίσως το ιδανικότερο πεδίο για να τα ερευνήσεις. Γιατί πρόκειται για μια συλλογική εμπειρία, αλλά ταυτόχρονα κάτι εντελώς προσωπικό συμβαίνει μέσα στο κεφάλι κάθε θεατή.
«Αν η AI αποκτήσει συνείδηση, θα έχουμε ευθύνη απέναντί της»
Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει όλο και περισσότερο στη ζωή μας, τι είναι αυτό που σας ανησυχεί περισσότερο στη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας;
“Υπάρχουν δύο βασικές πλευρές. Η πρώτη είναι φιλοσοφική. Τι θα συμβεί εάν δημιουργήσουμε ένα σύστημα που αποκτήσει πραγματικά αυτοσυνείδηση;
Αν συμβεί αυτό, τότε θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για αυτή την οντότητα. Ως κοινωνία θα είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, οι γονείς της.
Θα είναι σαν να έχουμε όλοι μαζί ένα ανεπιθύμητο παιδί. Και ίσως να είναι ένα πολύ άτακτο παιδί. Αλλά, εάν έχει συνείδηση, δεν μπορείς απλώς να το «σκοτώσεις».
Η δεύτερη πλευρά όμως είναι εκείνη που με φοβίζει περισσότερο: αυτή η ασύλληπτη υπολογιστική δύναμη βρίσκεται στα χέρια εξαιρετικά άπληστων ανθρώπων.
Είναι ένα εργαλείο που δεν θα έπρεπε ποτέ να αποκτήσουν. Αλλά, δυστυχώς, είναι οι πλουσιότεροι και επομένως έχουν και τη δυνατότητα να το αναπτύξουν”.
«Η τεχνολογία στη σκηνή δεν με ενδιαφέρει από μόνη της»
Η τεχνολογία έχει τεράστια παρουσία στις παραστάσεις σας. Υπάρχει ποτέ ο κίνδυνος να γίνει σημαντικότερη από τους ίδιους τους ηθοποιούς;
“Όχι. Οι ηθοποιοί παραμένουν στο κέντρο.
Δεν με ενδιαφέρει η τεχνολογία ως τεχνολογία. Το θέμα μου είναι ο άνθρωπος μέσα σε έναν ψηφιοποιημένο κόσμο.
Γι’ αυτό και για μένα ισχύει πάντα η φράση του McLuhan ότι «το μέσο είναι το μήνυμα». Πριν χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε τεχνολογικό μέσο, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε γιατί το χρησιμοποιούμε και γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό το πράγμα χωρίς αυτό.
Αν μπορούσαμε να το κάνουμε χωρίς τεχνολογία, θα το κάναμε.
Στο ORACLE, για παράδειγμα, δουλεύουμε πολύ με υπέρυθρες κάμερες. Οι ίδιες συσκευές υπάρχουν ήδη στα κινητά και στους υπολογιστές μας και χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, στην αναγνώριση προσώπου.
Θέλαμε να δούμε τον κόσμο μέσα από ένα βλέμμα που μοιάζει περισσότερο με το «βλέμμα» της μηχανής.
Χρησιμοποιούμε επίσης θερμικές κάμερες. Και αυτό έχει άμεση σχέση με τον πόλεμο: οι ίδιες τεχνολογίες υπάρχουν σήμερα στα drones που χρησιμοποιούνται στην Ουκρανία.
Επομένως, κάθε τεχνολογία που υπάρχει στη σκηνή κουβαλά ήδη ένα νόημα”.
«Θέλω το κοινό να αμφιβάλλει»
Οι παραστάσεις σας συχνά μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για το τι είναι πραγματικό και τι κατασκευασμένο. Τι θέλετε να αμφισβητήσει ο θεατής στο ORACLE;
“Θέλω το κοινό να αμφιβάλλει όσο αμφιβάλλω κι εγώ.
Με ενδιαφέρει να υπονομεύω ορισμένες κατασκευές που θεωρούμε δεδομένες στην καθημερινή μας ζωή.
Η κοινωνική ζωή, η συνείδηση, ακόμη και η αντίληψή μας για την πραγματικότητα βασίζονται σε ένα σύνολο συμφωνιών και κατασκευών.
Στο ORACLE, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί και ως ένας καθρέφτης απέναντί μας. Πάντα αναζητούσαμε πολιτισμικά έναν καθρέφτη για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε.
Κάποτε, με τον Φρόιντ, φανταζόμασταν τον εαυτό μας σαν ατμομηχανή, γεμάτη πιέσεις έτοιμες να εκραγούν.
Μετά αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι ο εγκέφαλός μας λειτουργεί σαν υπολογιστής.
Ύστερα καταλάβαμε ότι ίσως δεν είμαστε δυαδικά όντα. Ίσως μοιάζουμε περισσότερο με κβαντικούς υπολογιστές: βρισκόμαστε διαρκώς κάπου ενδιάμεσα.
Προσωπικά, πάντως, δεν πιστεύω ότι η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί τόσο εύκολα να αναπαραχθεί από μια υπολογιστική μηχανή.
Υπάρχει κάτι πολύ πιο μυστηριώδες σε αυτό που ονομάζουμε συνείδηση.
Γι’ αυτό και στο κέντρο του ORACLE δεν βρίσκεται τελικά ο υπολογιστής. Βρίσκεται αυτή η πνευματική ανάγκη που, νομίζω, δεν θα πάψουμε ποτέ να έχουμε”.
«Η αλήθεια εξαρτάται από το σύστημα μέσα στο οποίο τη βλέπουμε»
Στο ORACLE υπάρχει έντονα και το ζήτημα της αλήθειας. Γιατί αναζητούμε συνεχώς μια απόλυτη αλήθεια και, όταν εμφανίζεται μπροστά μας, συχνά την αγνοούμε;
“Δεν είμαι βέβαιος ότι πραγματικά αναζητούμε την αλήθεια. Η ίδια η έννοια της αλήθειας είναι ήδη πολύ περίπλοκη.
Πρέπει πάντα να αναρωτιόμαστε μέσα σε ποιο σύστημα αναφοράς κάτι θεωρείται αληθινό.
Υπάρχουν έννοιες που για εμάς στη Δύση μοιάζουν αυτονόητες –όπως το αυθεντικό και το πλαστό– ενώ σε άλλους πολιτισμούς λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.
Και όμως είμαστε έτοιμοι ακόμη και να σκοτώσουμε γι’ αυτές τις «αλήθειες».
Τρεις από τις ισχυρότερες κατασκευές του κόσμου –το χρήμα, η θρησκεία και η τέχνη ή η παράδοση– βασίζονται σε πράγματα που υπάρχουν επειδή έχουμε συμφωνήσει συλλογικά ότι υπάρχουν.
Γι’ αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο να δείξω ότι αυτό που ονομάζουμε αλήθεια εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς μας.
Και την ίδια στιγμή τα σημερινά πολιτικά συστήματα μοιάζουν ολοένα και λιγότερο να ενδιαφέρονται ακόμη και για την προσπάθεια αναζήτησης μιας αλήθειας”.
«Μπορούμε ακόμη να ονομάζουμε αυτό το σύστημα δημοκρατία;»
Σήμερα, σε μια εποχή αυταρχικών κυβερνήσεων, πολέμων και τεχνολογικού ελέγχου, πόσο πολιτικό γίνεται το ORACLE;
Φοβάμαι ότι δεν είναι μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα. Ακόμη και κυβερνήσεις που δεν είναι ολοκληρωτικές κινούνται προς ολοένα πιο αυταρχικές μορφές εξουσίας, και η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Η τεχνητή νοημοσύνη θα της δώσει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη.
Δεν έχω λύσεις. Έχω μόνο ανησυχία και ένα τεράστιο άγχος για το κατά πόσο αυτό που ζούμε στην εποχή των Big Tech μπορεί ακόμη να ονομάζεται δημοκρατία.
Ο τρόπος με τον οποίο πλέον διανέμεται η πληροφορία, εξατομικευμένα στον καθένα μας, δημιουργεί τεράστιες «φούσκες» πληροφόρησης και καθιστά σχεδόν αδύνατη την επίτευξη οποιασδήποτε κοινής συναίνεσης.
Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι τα ισχυρότερα εργαλεία επικοινωνίας που δημιουργήσαμε δόθηκαν στα χέρια ανθρώπων που κινούνται πρωτίστως από την απληστία. Ίσως αυτό να μην είναι πλέον δημοκρατία.
«Η Respublika στην Ελλάδα ήταν ένα μικρό θαύμα»
Έχετε έρθει πλέον αρκετές φορές στην Αθήνα. Τι έχει αλλάξει στη σχέση σας με το ελληνικό κοινό;
Νομίζω ότι θα είμαι για πάντα συνδεδεμένος με την Ελλάδα. Βεβαίως, λόγω της φιλίας με τη Στέγη και με τους ανθρώπους της, αλλά κυρίως επειδή εδώ πραγματοποιήσαμε ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά μας: τη Respublika σε εξωτερικό χώρο.
Ήταν ένα όνειρο που κάποια στιγμή είχαμε εγκαταλείψει. Θεωρούσαμε ότι, με τόσο τεχνικό εξοπλισμό, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει έξω.
Και μετά ήρθε η Ελλάδα. Αυτό που ζήσαμε στη Μαλακάσα, ύστερα από δύο εβδομάδες προετοιμασίας και τρεις νύχτες κατά τις οποίες χορεύαμε μαζί μέχρι το πρωί, ήταν κάτι που δεν μας άφησε να προσγειωθούμε για έναν μήνα.
Έχουμε παρουσιάσει τη Respublika σε πολλές χώρες, στην Ευρώπη και στην Ασία. Αλλά εκείνο το κοινό ήταν το ομορφότερο που είχαμε ποτέ.
Το γεγονός ότι άνθρωποι αποφάσισαν να ταξιδέψουν 40 χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα και να μείνουν εκεί μέχρι τις εννέα το πρωί ήταν ένα μικρό θαύμα.
Και τα μηνύματα που συνεχίσαμε να παίρνουμε μετά τις παραστάσεις ήταν πάρα πολλά.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που επιστρέφουμε στην Αθήνα, αισθανόμαστε σαν να επιστρέφουμε σε ένα από τα πιο κοντινά μας μέρη στον κόσμο.