Νέες ταινίες: Η ζωή, το σώμα και η Βιρζινί Εφιρά στο ποιητικό αριστούργημα “Έτσι Ξαφνικά”
Διαβάζεται σε 13'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 15 Οκτωβρίου 2026 06:05
Στην πρώτη θέση του box office άνοιξε η ταινία τρόμου “Άλλη Μαμά” με την Τζέσικα Τσαστέιν, που άνοιξε με 20.000 εισιτήρια ενώ στη δεύτερη θέση το “Ημερολόγιο της Βέριτι” συνεχίζει πολύ δυναμικά και πολύ σταθερά, έχοντας φτάσει τα 47.000 εισιτήρια σε 10 μέρες.
Στις 24.000 έχει φτάσει το “Ντίγκερ” που θα συνεχίσει αργά και σταθερά να το ανακαλύπτει ο κόσμος το επόμενο διάστημα, όσο η φήμη του ενισχύεται, αλλά η πιο εντυπωσιακή απόδοση όλων είναι αυτή του “ΝΑΖΑ”, που σε 10 μέρες έχει φτάσει τα 10.000 εισιτήρια. Φοβερή πορεία για μια από τις ταινίες της χρονιάς.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Έτσι Ξαφνικά
(“All of a Sudden / Soudain”, Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι, 3ω16λ)
★★★★½
Η Μαρί-Λου Φονταίν, διευθύντρια ενός οίκου φροντίδας στα προάστια του Παρισιού, υιοθετεί μια νέα ανθρωπιστική μέθοδο φροντίδας, παρά τις αντιδράσεις των συνεργατών αλλά και των αφεντικών της. Εκεί, γνωρίζει μια σκηνοθέτρια θεάτρου που πάσχει από καρκίνο σε τελικό στάδιο και η νέα τους φιλία θα αλλάξει τη ζωή τους.
Σε 25 λέξεις: Ο σκηνοθέτης του “Drive My Car” σκηνοθετεί μια ποιητική ελεγεία πάνω στη ζωή και τη φροντίδα του σώματος μέσα σε αντίξοες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες. Βιρζινί Εφιρά και Τάο Οκαμότο με βραβείο ερμηνείας στις Κάννες. Μια από τις ταινίες της χρονιάς.
Κριτική
Ο ιάπωνας Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι εκπροσωπεί έναν αρκετά θεατρικό, διαλογικό τύπο σινεμά που μέσα από την άψογη λειτουργικότητα και αποτύπωσή του, φέρνει τον θεατή απέναντι σε κάτι πιο στοχαστικό και υπαρξιακό από, απλώς, αυτό που βλέπει σε πρώτο επίπεδο.
Μετά το “Drive My Car”, τις “Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας” και το σπουδαίο “Ο Διάβολος Δεν Υπάρχει” (οι τρεις τελευταίες του ταινίες, που έκαναν πρεμιέρα και βραβεύτηκαν κι οι τρεις στα τρία μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, Κάννες, Βερολίνο και Βενετία αντίστοιχα), ο ιάπωνας επιστρέφει αλλά αυτή τη φορά με γαλλικό σκηνικό.
Η Βιρζινί Εφιρά (“Benedetta”), μια από τις πιο σταθερά εντυπωσιακές ερμηνευτικές παρουσίες του ευρωπαϊκού σινεμά τα τελευταία χρόνια, πρωταγωνιστεί ως Μαρί-Λου Φονταίν, διευθύντρια ενός οίκου φροντίδας στα προάστια του Παρισιού, η οποία σπάει το κατεστημένο υιοθετώντας μια νέα ‘ανθρωπιστική’ μέθοδο φροντίδας παρά τις αντιδράσεις των συνεργατών αλλά και των αφεντικών της.
Η Μαρί-Λου γνωρίζεται με την Μάρι Μορισάκι, μια ετοιμοθάνατη συγγραφέα από την Ιαπωνία (στο ρόλο η Τάο Οκαμότο, που δικαίως μοιράστηκε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας των Καννών με την Εφιρά, κι η γνωριμία τους την μεταμορφώνει. Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, που αλλάζει τον τρόπο που η Μαρί-Λου βλέπει τον κόσμο, είναι εμπνευσμένη από αληθινά γράμματα μεταξύ μιας ιατρικής ανθρωπολόγου και μιας καρκινοπαθούς ασθενούς. Και βάσει αυτής της ανταλλαγής ιδεών και οπτικών του κόσμου, ο Χαμαγκούτσι προσπαθεί για άλλη μια φορά να φτάσει στην ουσία του τι σημαίνει σήμερα η Ανθρώπινη Κατάσταση.
Σε μια εποχή εύκολης αποστασιοποίησης, ψηφιακής σύνδεσης, και παράδοσης των θεσμών, της ηθικής, της ίδιας μας της ύπαρξης ως ανθρώπινα όντα, στην ελεύθερη αγορά. Τι σημαίνει σε μια τέτοια εποχή το να αφοσιώνεσαι ψυχή και σώμα στην Φροντίδα;
Ο Χαμαγκούτσι πετυχαίνει ξανά αυτό τον μαγικό του τόνο, όπου τα πάντα φαίνονται να υπάρχουν σε μια λεπτή ισορροπία, σα να παρατηρείς τη ζωή απλώς να κυλά, κι όχι ταινία να εκτυλίσσεται. Είναι κάτι που το βλέπουμε παντού στο έργο του, από τα πρόσφατα αριστουργήματα σαν το “Drive My Car” μέχρι σε παλαιότερα φιλμ του, όπως το 5μιση ωρών μελόδραμα “Happy Hour”.
Στο “Έτσι Ξαφνικά” ο Χαμαγκούτσι παρακολουθεί με υπομονή τις διαδικασίες μέσα σε ένα τέτοιο οίκο περίθαλψης ηλικιωμένων, αφήνοντάς μας να αφουγκραστούμε τις λεπτομέρειες αυτού του κόσμου – κάτι που είχα θαυμάσει και στο πρόσφατό του “Ο Διάβολος Δεν Υπάρχει”, μια ταινία απρόσμενα συγγενική με ετούτη. Κι εδώ –όπως και στο βραβευμένο στη Βενετία φιλμ του– χτίζει πάνω στον ρυθμό και τις λεπτομέρειες μιας σπάνιας πλέον πραγματικότητας, επιτρέποντάς μας στην πορεία να την δούμε μέσα από μια αντι-καπιταλιστική ματιά.
Εκεί όπου ο άνθρωπος αναζητά ζωτικό χώρο να ανασάνει, να υπάρξει, σε προστασία από την πίεση και τις παράλογες απαιτήσεις μια σύγχρονης ύπαρξης εντός του νεοφιλελευθερισμού, όπου τα πάντα είναι εμπορεύσιμα προϊόντα: Εμείς, το σώμα μας, ο χρόνος μας. Σε μια ταινία που κι η ίδια – καθόλου τυχαία! – παίρνει το χρόνο της για να υπενθυμίσει πως αυτός έχει αξία.
Οι μονόλογοι είναι μεστοί, οι στιγμές που μοιράζονται οι δύο ηρωίδες – αλλά κι η Μαρί-Λου με ασθενείς – είναι γεμάτες ζωή και αλήθεια, και στις στιγμές που κάποια βλέμματα συναντώνται μεταξύ τους (ή συναντούν εμάς, το κοινό) μπορεί και να νιώσεις ότι κάτι μέσα σου έχει μετατοπιστεί. Η Εφιρά κι η Οκαμότο κουμπώνουν σε αυτό τον τόνο λεπτών ερμηνευτικών αποχρώσεων σα να ανήκαν εκεί από πάντα, δίνοντας δυο αληθινά πλούσιες, εντυπωσιακά ανθρώπινες ερμηνείες.
Θυμίζοντας πως το να καταφέρνουμε να υπάρξουμε, έχοντας συναίσθηση και έλεγχο του σώματος και του χρόνου μας, μπορεί να είναι από μόνη της μια πράξη ριζοσπαστική.
Θυσία
(“Sacrifice”, Ρομέν Γαβράς, 1ω43λ)
★★½
Στο λατομείο ενός ελληνικού νησιού, ζάπλουτες διασημότητες καταφθάνουν για ένα φιλανθρωπικό γκαλά το οποίο όμως διακόπτεται από μια ομάδα ένοπλων ακτιβιστών που απαιτούν τρεις θυσίες – μόνο έτσι, λένε, θα αποτραπεί μια τεράστια φυσική καταστροφή.
Σε 25 λέξεις: Το «φάτε τους πλούσιους» μικρο-είδος σατιρικού κινηματογράφου παίρνει μια από τις πιο ορμητικές εκδοχές του. Καλές ιδέες (οι ιστορίες δεν αρκούν για να αλλάξουν τον κόσμο!), αλλά μέτρια εκτέλεση ειδικά στο παραπαίον δεύτερο μέρος.
Κριτική
Μετά την ορμητική και εντυπωσιακή “Athena”, με το απίστευτο πρώτο 15λεπτο και το πολύ κακό φινάλε, ο Ρομέν Γαβράς επιστρέφει με το αγγλόφωνο ντεμπούτο του, ξανά ορμητικός, ξανά ενδιαφέρων, ξανά άνισος και σε κατά τόπους ασύντακτος. Η νέα ταινία του έχει σημείο έναρξης ένα γνώριμο σκηνικό της πρόσφατης κινηματογραφικής σάτιρας (αυτό το “Τρίγωνο της Θλίψης” γενικότερο είδος, με μια άρχουσα τάξη προνομιούχων που μπαίνει στο μικροσκόπιο μέσα από μια ανατρεπτική, αλληγορική κατάσταση) όμως η έγνοια του είναι στα αλήθεια κάτι το βαθύτερο.
Ξεκινά από ένα φιλανθρωπικό γκαλά γεμάτο πλούσιους υποκριτές ή/και ανθρώπους που πιστεύουν πως η παρουσία τους εκεί είναι «αρκετός ακτιβισμός» για σήμερα. Οι διαδικασίες διακόπτονται από μια ομάδα ενόπλων που θέλουν να επιλέξουν τρεις ανθρώπους – η θυσία των οποίων, πιστεύουν, πως είναι απαραίτητα για τη σωτηρία του πλανήτη.
Όπως και το πρόσφατο “Ντίγκερ”, έτσι και η “Θυσία” πλασάρεται επιφανειακά ως μια σάτιρα για την περιβαλλοντική καταστροφή όμως αυτό είναι μόνο η βιτρίνα – στην πραγματικότητα, κι οι δύο ταινίες είναι συντονισμένες με βαθύτερους προβληματισμούς σχετικά με το κατά πόσο οι «ιστορίες που λέμε» λειτουργούν σαν κάλυψη για μια επί της ουσίας απραξία. Το “Ντίγκερ” πλέκει πολύ πιο περίτεχνα τις παράλληλες αλυσίδες (φιξιόν και “πραγματικότητας”) του DNA του, ενώ εδώ ο Γαβράς παρά τις ενδιαφέρουσες και συχνά προβοκατόρικες ιδέες, καταλήγει με ένα σύνολο άναρχο και σε σημεία άρρυθμο.
Το πρώτο του μισό είναι αστείο, τα βέλη του βρίσκουν αρκετούς στόχους, και υπάρχει μια αίσθηση γενικότερης φόρας, όμως ειδικά από τη μέση και μετά η αφήγηση γίνεται πλαδαρή, επαναλαμβανόμενη και εσωτερική με έναν τρόπο εξαντλητικό. Όχι πως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον κι εκεί.
Εικαστικά το φιλμ έχει πάντα ιδέες που το κάνουν να φλερτάρει σχεδόν με κάποια εκδοχή επιστημονικής φαντασίας (από την διεύθυνση παραγωγής και το ελληνικό λατομείο μέχρι τα κουστούμια και την οπτική σαφήνεια των χαρακτήρων), ερμηνευτικά ο Κρις Έβανς μας θυμίζει γιατί κάποτε περιμέναμε εξαιρετικά πράγματα από αυτόν, και το φινάλε –στηριζόμενο και στην μουσική του Surkin– βρίσκει τον Γαβρά πάλι σε δυναμική διαχείριση ρυθμού, τόνου και εικόνας.
Δυστυχώς αυτή η δίχως στόχευση, ενδοσκοπική περιπλάνηση, αφαιρεί από την ταινία την αιχμή της και πληγώνει τις ιδέες της. Σαν πολλές ξεχωριστές ταινίες να στριμώχτηκαν άβολα μέσα σε ένα καλούπι, με μια ενίοτε άτσαλη κατασκευή, η “Θυσία” είναι τελικά μια χαμένη ευκαιρία.
Η Πτώση της Φάλαινας
(“Whalefall”, Μπράιαν Ντάφιλντ, 1ω46λ)
★★½
Ο Τζέι αποφασίζει να ανοιχτεί στον ωκεανό για να αναζητήσει τα λείψανα του πατέρα του με τον οποίον είχαν πάντα μια τεταμένη σχέση. Εκεί όμως θα τον καταπιεί αμάσητο μια φάλαινα . Μέσα της, ο Τζέι θα έχει λίγες ώρες για να καταφέρει να αποδράσει, με την βοήθεια όσων του είχε μάθει ο πατέρας του.
Σε 25 λέξεις: Αλληγορικό δράμα μοναχικής επιβίωσης. Οι δραματικές του στιγμές είναι μονοδιάστατες και επαναλαμβανόμενες, αλλά η αίσθηση αγωνίας και ασφυξίας μέσα στη φάλαινα αξίζουν τον κόπο.
Κριτική
Δεν ξέρω τι τους έχει κάνει ο Όστιν Έιμπραμς και τον βασανίζουν, πάντως μετά το ατελείωτο τρεχαλητό στο “Resident Evil”, εδώ παλεύει με νύχια και με δόντια, κι όταν λέω με νύχια και με δόντια εννοώ μάλλον της φάλαινας, που τον έχει καταπιεί. Αλήθεια!
Μια πάρα πολύ παράξενη ιδέα για ταινία, όπου η προσπάθεια ενός νεαρού άντρα να αποδράσει από το εσωτερικό μιας φάλαινας πλασάρεται ως μια αλληγορική ελεγεία πάνω στη σχέση του με τον αποξενωμένο (και νεκρό πια) πατέρα του κι όσα εκείνος του άφησε πίσω. Το αποτέλεσμα δεν λειτουργεί πάντα, καθώς οι δύο ταχύτητες της ταινίας δεν συναντιούνται ποτέ στην πραγματικότητα: Όποτε ο Τζέι σκέφτεται τον πατέρα του, τα πάντα φρενάρουν και μοιάζουν χιλιοειπωμένα, αλλά όταν επιστρέφουμε στην κοιλιά της φάλαινας και την ασφυκτική δράση, το ενδιαφέρον αυξάνεται και πάλι.
Ο Μπράιαν Ντάφιλντ σκηνοθετεί αποτελεσματικά τους μικρούς εσωτερικούς χώρους, αποδίδοντας καλά την αίσθηση κλειστοφοβίας και αγωνίας. Ο Τζέι θα μπορούσε να βρίσκεται εξίσου μέσα σε έναν μικρό χώρο όσο και αιωρούμενος στα άστρα, με τον ωκεανό να μοιάζει σε στιγμές σχεδόν σαν μακρινό διάστημα γεμάτο απειλές. (Η ταινία, περιέργως, που μου θύμισε περισσότερο η “Πτώση της Φάλαινας”, ήταν το “Spaceman” με τον Άνταμ Σάντλερ – εξίσου αλληγορικό, απομονωμένο, αλλά και μονότονο one-man show ήταν κι εκείνο.)
Πολύ κουβάλημα το κάνει κι ο ίδιος ο Όστιν Έιμπραμς ως Τζέι, καθώς είναι κάτι στην κορμοστασιά, το πρόσωπο, ακόμα και τη φωνή του, που τον κάνει προφανώς πολύ αρεστό στους σκηνοθέτες και πιστευτό ως απολύτως ανθρώπινο ήρωα απέναντι σε τεταμένες καταστάσεις. Είναι κι εδώ πολύ καλός, αλλά όποτε η ταινία ανοίγει το πλάνο της για να χωρέσει μέσα άλλους (και κυρίως τον πατέρα του, που παίζει ο Τζος Μπρολίν), αποτυγχάνει.
Δεν Κοστίζει Τίποτα
(Μαίρη Μπουλή, 1ω19λ)
★★★½
Η Δανάη είναι μια νέα κοπέλα που ζει στην Αθήνα. Δουλεύει σε μπαρ, αλλά ονειρεύεται να γίνει χορεύτρια μπαλέτου. Όπως όλοι οι νέοι άνθρωποι της ηλικίας της, για την ώρα προσπαθεί να ανταπεξέλθει οικονομικά στην απαιτητική καθημερινότητα. Έτσι, αποφασίζει να γίνει δότρια ωαρίων. Μοιάζει ότι δεν της κοστίζει τίποτα. Στην πορεία όμως, συνειδητοποιεί ότι η διαδικασία δεν είναι τόσο απλή.
Σε 25 λέξεις: Ευρηματικά γυρισμένο ντοκιμαντέρ που καταφέρνει πέρα από ενημερωτικό, να είναι και μια ολοκληρωμένη σκιαγράφηση χαρακτήρα. Εξαιρετικός ρυθμός, ψυχή, και πολύ δυνατό φινάλε.
Κριτική
Ένα ντοκιμαντέρ πραγματική έκπληξη, που κέρδισε τον Χρυσό Αλέξανδρο στο τμήμα Newcomers του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ακολουθώντας μια νεαρή ηρωίδα αντιμέτωπη με τα καθημερινά οικονομικά αδιέξοδα, που την ωθούν σε μια μεγάλη απόφαση: Να γίνει δότρια ωαρίων. Γιατί όχι; Φαίνεται πως έτσι θα μπορέσει τουλάχιστον να βάλει κάποια λεφτά στην άκρη.
Όμως μέσα από την καταγραφή ακριβείας της Μπουλή και την συναρπαστική εξιστόρηση από μια χαρισματική αφηγήτρια (η πρωταγωνίστρια Δανάη), η ταινία παρουσιάζει την πραγματικότητα μιας διαδικασίας που καταβάλει ψυχικά και σωματικά. Αποκαλύπτοντας μάλιστα στην πορεία πτυχές μιας κοινωνικής σκληρότητας – θεσμικά, πατριαρχικά, και φυσικά οικονομικά – μέσα από μια κινηματογραφική αφήγηση που παραμένει διαρκώς φρέσκια και ζωντανή, με ρυθμό, με σπιρτάδα, αλλά και με αίσθηση βαρύτητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια τέλεια συνθήκη για ένα τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ: Η σκιαγράφηση χαρακτήρα είναι τόσο μεστή που δεν αφήνει ποτέ την ταινία να γίνει, απλώς, “ένα θέμα” – την ίδια στιγμή που το “θέμα” αυτό το εξερευνά πολύπλευρα και οργανικά, εξετάζοντάς το μέσα από μια απόλυτα προσωπική ματιά σε συνάρτηση με τις κοινωνικές της επεκτάσεις. Και με κορύφωση ένα φανταστικό φινάλε, αναπολογητικά ειλικρινές και συναισθηματικό. Πραγματικά ένα θαυμάσιο ντοκιμαντέρ.
Η Βαλίτσα
(Δημήτρης Παπαθανάσης, 1ω38λ)
★½
Τρεις φίλες κι η γειτόνισσά τους ανακαλύπτουν βαλίτσα γεμάτη χρήματα δίπλα σε ένα πτώμα, στο παρασκήνιο ενός φιλανθρωπικού γκαλά. Αποφασίζουν να την κρατήσουν, κάτι που φυσικά στρέφει εναντίον τους όλους εκείνους που την ψάχνουν.
Σε 25 λέξεις: Κωμική περιπέτεια που έχει ζωηρούς χαρακτήρες και ένα βασικό καστ με χημεία, όμως είναι γυρισμένη με έναν πολύ flat, τηλεοπτικό τρόπο που δεν την απογειώνει ποτέ.
Κυκλοφορούν επίσης
Γεννημένος Δυο Φορές: Σε ηλικία 11 ετών, ο Σιμόν Γκρονοφσκί πήδηξε από την αγκαλιά της μητέρας του, μέσα από ένα τρένο με προορισμό το Άουσβιτς. Ογδόντα χρόνια μετά, παίζει τζαζ, μιλά σε σχολεία και γίνεται φίλος με τον γιο ενός ναζί. Μια ταινία για την επιβίωση, τη μνήμη και τη συγχώρεση, που λειτουργεί ως ιστορική προειδοποίηση αλλά και ως δώρο ζωής. Το νέο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογου.
Η Καλή Αδερφή: Γιατί γνωρίζουμε περισσότερα θύματα βιασμού, παρά θύτες; Μια ταινία που καθήλωσε τη Μπερλινάλε, εξερευνώντας ποια είναι τα γεγονότα που μπορούν να καταστρέψουν ακόμα και τους πιο στενούς οικογενειακούς δεσμούς.
Street Fighter: Το 1993, οι αποξενωμένοι Street Fighters Ryu (Andrew Koji) και Ken Masters (Noah Centineo) επιστρέφουν στη μάχη όταν η μυστηριώδης Chun-Li (Callina Liang) τούς προσλαμβάνει για το επόμενο Παγκόσμιο Τουρνουά Street Fight, μια βίαιη σύγκρουση πεπρωμένου και οργής. Αλλά πίσω από αυτή τη μάχη κρύβεται μια θανατηφόρα συνωμοσία που τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον και τους δαίμονες του παρελθόντος τους. Και αν δεν το κάνουν, το παιχνίδι τελειώνει!
Μπαλωματούλης: Σ’ έναν ψηλό, μυστηριώδη πύργο ζει ο Μπαλωματούλης, ένα μικρό πλάσμα φτιαγμένο από διάφορα κομμάτια, δημιούργημα ενός παράξενου επιστήμονα. Κρυφά από τον έξω κόσμο, φροντίζει τους τερατόμορφους φίλους του. Όταν όμως ένα τσίρκο φτάνει στην πόλη αναζητώντας νέες ατραξιόν, ο Μπαλωματούλης ξεκινά μια περιπέτεια που θα τον οδηγήσει να ανακαλύψει πού πραγματικά ανήκει. Μια νέα εκδοχή του Φρανκενστάιν σε εκδοχή οικογενειακού animation.
Ο Ασχημογλυκούλης: Ο Ασχημογλυκούλης, ο πιο άσχημος σκύλος στον κόσμο – και, κατά έναν περίεργο τρόπο, ο πιο χαριτωμένος – ονειρεύεται να πετύχει το ακατόρθωτο: να διαγωνιστεί στο περίφημο “Best in Dog Show”. Κόντρα σε κάθε εμπόδιο, θέλει να αποδείξει πως ακόμη και ο πιο απίθανος υποψήφιος αξίζει μια ευκαιρία, ελπίζοντας κρυφά πως θα βρει μια οικογένεια για πάντα.
Pope Joan vs Mephisto: Οι παλιοί θρύλοι δεν πέθαναν. Απλώς περιμένουν τη στιγμή για να επιστρέψουν, όταν η λογική και το άγνωστο συναντώνται σε ένα σκοτεινό ταξίδι στα όρια της ανθρώπινης συνείδησης. Ένα φιλοσοφικό θρίλερ, γυρισμένο εξ ολοκλήρου στην Ήπειρο, εμπνευσμένο από τους μεγάλους θρύλους που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν στο ιδεολογικό σύμπαν της προτεσταντικής Ευρώπης και της Μεταρρύθμισης. Μύθοι, φόβοι και αρχετυπικά ερωτήματα όπως επανανοηματοδοτούνται στην ταινία για τον σύγχρονο κόσμο.