Sooc

«ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΣΤΟΥΣ ΣΕΡΒΕΡ ΤΟΥ ΑΧΑΛΙΝΩΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ»

Για να αντισταθούν στον αλγόριθμο και για να νιώσουν ότι ένα άλμπουμ ή μια ταινία τους ανήκει, ολοένα και περισσότεροι επιστρέφουν ή στρέφονται για πρώτη φορά στην αγορά βινυλίων, CD και DVD. Πώς αποτυπώνεται αυτή η τάση στην Ελλάδα; Το NEWS 24/7 μίλησε με ανανήψαντες και πρωτόβγαλτους λάτρεις των φυσικών φορμά.

Σταμάτησαν να αγοράζουν βινύλια, CD και DVD και στράφηκαν στο streaming μουσικής και ταινιών μόνο λόγω του κόστους; Ή και η διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή πανσπερμία μουσικής και ταινιών υπήρξε ακαταμάχητη, δίνοντας στον κάθε χρήστη τη δυνατότητα να αποκτήσει πολύ περισσότερες οπτικοακουστικές παραστάσεις;

Τότε όμως γιατί επιστρέφουν στα φυσικά φορμά ολοένα και περισσότεροι των Γενιών Χ και Υ (ή αλλιώς Millenials); Και γιατί δείχνει να τα προτιμά πια και μια υπολογίσιμη μερίδα της Γενιάς Ζ που ανδρώθηκε στριμάροντας;

Είναι ζήτημα ηθικής τάξης και έμπρακτης αντίστασης τόσο στους εταιρικούς κολοσσούς που θησαυρίζουν ενώ οι καλλιτέχνες κατά συντριπτική πλειοψηφία πληρώνονται ψίχουλα από τις πλατφόρμες όσο και στον «αλγόριθμο-παντοκράτορα» που ξέρει τι θέλουμε να ακούσουμε και να δούμε πριν καν το σκεφτούμε; Μήπως αυτή ακριβώς η ακατάσχετη πανσπερμία μας μετατρέπει σε απαθείς δέκτες που δεν δίνουν πια την παραμικρή σημασία ούτε καν στην τέχνη που καταναλώνουν με αμετροέπεια;

Με την επιστροφή του βινυλίου να μοιάζει πια με χθεσινά νέα -και την αύξηση στις πωλήσεις και στις τιμές να συνεχίζεται ακάθεκτη- και την πρόσφατη του CD -στο οποίο για την ώρα καταφεύγει κυρίως η Gen Z που δεν έχει την όποια οικονομική ευχέρεια των μεγαλύτερων- να εκπλήσσει, το NEWS 24/7 μίλησε με κόσμο που «την είδε απόψε αναλογικά» και ζήτησε εξηγήσεις.

«Αποφάσισα να γίνω ξανά ενεργός ακροατής»

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ακουγόταν συνέχεια μουσική. Έτσι, άρχισα να αγοράζω τόσο CD όσο και βινύλια στα τέλη του δημοτικού, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Τα χρήματά μου για χρόνια καταναλώνονταν σε μεγάλο βαθμό σε μουσική, μετρώντας αρκετές εκατοντάδες δίσκους, μέχρι που το MP3 και κατόπιν το streaming μπήκαν στη ζωή μου. Αρχικά, η αίσθηση πως μπορούσα να έχω πρόσβαση στο σύνολο σχεδόν της μουσικής εκεί έξω, και μάλιστα σε ελκυστική τιμή, ήταν πολύ δελεαστική. Όμως, αυτό σταδιακά μετατράπηκε σε παγίδα. Συνειδητοποίησα πως συνέχιζα να ακούω το ίδιο υποσύνολο της μουσικής που πάντα με ενδιέφερε, ενώ παρέμενα κλειδωμένος σε μια πλατφόρμα που αποφάσιζε η ίδια τι μουσική θα μου σερβίρει. Η συλλογή δίσκων που είχα φτιάξει μέσα στα χρόνια με κοιτούσε με δυσπιστία από το ράφι, και η απόφαση να αρχίσω να την εμπλουτίζω ξανά ήταν πολύ απελευθερωτική. Οι λόγοι είναι διάφοροι. Είναι όντως θέμα ιδιοκτησίας απέναντι στην τέχνη, είναι το ηθικό κομμάτι του να πληρώνονται οι καλλιτέχνες δίκαια, είναι και η αίσθηση πως πιάνεις και διαβάζεις το εξώφυλλο και τις σημειώσεις στο χαρτί. Και φυσικά, αποφάσισα να γίνω ξανά ενεργός ακροατής και πως η μουσική δεν θα είναι πια ένα χαλί όσο κάνω άλλες δουλειές. Αστέρης Αποστολίδης, 41, Μηχανολόγος Μηχανικός

«Είναι σα να γυρνάς πίσω τότε που ήσουν παιδί»

Άρχισα το streaming πριν 12-13 χρόνια. Δεν είχα ιδέα ότι ο κόσμος το κάνει. Το έμαθα από φίλους μου και το άρχισα κυρίως επειδή ήταν δωρεάν και έπειτα λόγω αμεσότητας. Ήθελα κάτι, το έψαχνα και το έβρισκα αμέσως από το σπίτι μου. Είχαμε άπειρα CD και DVD στο σπίτι μέχρι να αρχίσει το streaming το οποίο σε βοηθάει να ανακαλύψεις από τη μια νέους κόσμους, μουσική, ταινίες, προτάσεις που ίσως δεν έβρισκες μπροστά σου σε μαγαζιά. Όσο περνάει ο καιρός όμως φαίνεται και είναι απολύτως δανεικό. Τίποτα δικό μας. Μετά ήρθαν οι πλατφόρμες οι οποίες πέραν από το ότι δανείζεσαι, χρυσοπληρώνεις κιόλας. Έχω πιάσει όντως τον εαυτό μου να ακούω κάτι και να μη το θυμάμαι επειδή απλά έπαιξε σε μια random playlist, έχει τύχει όμως και να το ψάχνω γιατί μου άρεσε πολύ. Τώρα σίγουρα καταναλώνω λιγότερο χειροπιαστό περιεχόμενο διότι κόστιζε, κοιτάω όμως πολλές φορές second hand επιλογές. Είναι σα να γυρνάς πίσω τότε που ήσουν παιδί η όλη εμπειρία συν ότι δεν δανείζεσαι απλά. Το έχεις. Έλλη Γεωργατζόγλου, 30, καλλιτέχνης που την έφαγε το corporate.

Eurokinisi

«Επέστρεψα διστακτικά όταν άρχισε να αγοράζει δίσκους ο γιος μου»

Δεν στράφηκα ποτέ στο streaming γιατί σαν παιδί των 80s μου ήταν όλο αυτό πολύ ξένο. Αγόραζα δίσκους τακτικά μέχρι και το 2000 οπότε και ανέβηκε δραστικά το κόστος. Ανακαλύπτω καινούρια μουσική μεσα από το KEXP ή από το Bandcamp και γενικά από το YouTube. Αυτό που με χάλασε (με το φυσικό προϊόν) πέρα από το αυξημένο κόστος των CD και των δίσκων ήταν ότι δεν υπήρχε κάτι που να με κάλυπτε μουσικά. Την ίδια στιγμή, αν και δεν στριμάρω, ο αλγόριθμος καθορίζει τι θα ακούσεις και λείπουν όλα τα άλλα (εξώφυλλα, στίχοι στο εσώφυλλο κλπ). Επέστρεψα λοιπόν διστακτικά όταν ο γιος μου μεγαλώνοντας -και άφού όλα αυτά τα χρόνια ακούγαμε και του μίλαγα για μουσική- αποφάσισε να αρχίσει να αγοράζει δίσκους, οπότε ακολούθησα. Η αίσθηση είναι η ίδια με παλιότερα. Είναι όμως δύσκολο να αγοράσει κανείς δίσκους λόγω της ακρίβειας. 6) Αν και ακούω πολύ μουσική δυσκολεύομαι να αγοράσω δίσκους. Εν τέλει δεν συμφωνώ ότι αν κάτι δεν μπορείς να το πιάσεις στα χέρια σου, δεν σου ανήκει. Δική σου είναι πάντα η μουσική που σε εκφράζει και σε γεμίζει συναισθήματα. Δημήτρης Δουλγέρογλου, 52, μηχανικός υπολογιστών.

«Το να ακούς την δικιά σου μουσική από φυσικό μέσο είναι άλλο πράγμα»

Επέλεξα το streaming λόγω της οικονομίας και της άμεσης πρόσβασης σε όλη τη δισκογραφία. Βολικό να έχεις όλη την μουσική άμεσα διαθέσιμη. Φυσικό επακόλουθο, επειδή το Spotify πληρώνει ψίχουλα τους καλλιτέχνες, ήταν να πέσει η ποιότητα της μουσικής – τώρα οι καλλιτέχνες βγάζουν δίσκους για να δικαιολογήσουν μία περιοδεία, ουσιαστικά από τις συναυλίες ζουν. Οπότε έχω επανέρθει στα παλιά μου CD και αγοράζω λόγω της ακρίβειας πολύ επιλεκτικά σε σχέση με παλιά. Εννοείται η τελετουργία να ακούς την δικιά σου μουσική από φυσικό μέσο είναι άλλο πράγμα. Φένια Σπυράτου, 48, έμπορος

«Μια συλλογή προϋποθέτει την έννοια της στήριξης προς δημιουργούς που αγαπάς»

Στην ευκολία του streaming επαναπαύτηκα εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Έως τότε ό,τι άκουγα είτε το αποκτούσα από διαδικτυακά και μη δισκοπωλεία είτε το αναζητούσα ψηφιακά. Βασικός λόγος για αυτό ήταν η επιθυμία μου να διατηρώ ακέραιη τη συλλογή των ακουσμάτων μου σε μια υβριδική βιβλιοθήκη. Δηλαδή, συνυπήρχαν το αναλογικό με το ψηφιακό, έχοντας μια δυσανεξία στην ιδέα πως για να ακούσω μουσική χρειάζομαι οπωσδήποτε σύνδεση στο ίντερνετ. Εκείνο που άλλαξε το 2020 ήταν ο συνδυασμός εργασιακής εξουθένωσης και η έλλειψη χρόνου. Με άλλα λόγια, προτίμησα το πρακτικό από το το ποιοτικό. Γιατί μέχρι σήμερα η ακρόαση μέσω Spotify, για παράδειγμα, μου δίνει μηδενική ευχαρίστηση και εάν μπορούσα θα το παρατούσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Με το Spotify, λοιπόν, η σχέση μου είναι καθαρά χρηστική. Φυσικά, ενίοτε έχω ανακαλύψει νέα μουσική μέσα από αυτό και πολύ καλή μάλιστα, ωστόσο, όταν ανοίγω το app το κάνω για να ακούσω κάτι συγκεκριμένο. Αντιθέτως, το Bandcamp το χρησιμοποιώ ακριβώς για να μάθω καινούριο υλικό, κυρίως punk προέλευσης και δη εγχώριας, αλλά και για να αποκτήσω κυκλοφορίες απευθείας από τους καλλιτέχνες. Τον τελευταίο χρόνο κάνω απόπειρες να επιστρέψω στην ισορροπία που ανέφερα στην εισαγωγή. Και γιατί απολαμβάνω την ιδέα του να έχω ένα πλήρες αρχείο, αλλά και γιατί μια συλλογή προϋποθέτει την έννοια της στήριξης προς δημιουργούς που αγαπάς. Ο χρόνος και τα χρήματα, βέβαια, ακόμη αγνοούνται. Γιάννης Καντέα Παπαδόπουλος, 32, κριτικός κινηματογράφου

Sooc

«Ποτέ δεν θα μπορούσα πω “έχω τον δίσκο” αν πραγματικά δεν έχω τον δίσκο»

Aπό το 1985 -στα 13 μου- και μέχρι πριν από δέκα χρόνια αγόραζα συστηματικά κασέτες, δίσκους, CD και ελάχιστα DVD, ώσπου στράφηκα στο streaming πριν από δέκα περίπου χρόνια. Ο ένας λόγος είναι ότι θέλω να ενημερώνομαι και χρειάζομαι υλικό για τις εκπομπές μου. Ο δεύτερος είναι ότι στο αυτοκίνητο (εταιρικό) δεν έχω πλέον ούτε USB οπότε αναγκαστικά ακούω μουσική μέσω ίντερνετ. Στο σπίτι όμως δεν έπαψα ποτέ να ακούω μουσική αποκλειστικά δίσκους και CD. Ποτέ δεν θεώρησα ότι το streaming υποκαθιστά την αγορά δίσκων. Και ναι, υπάρχει και η ηθική στην όλη εξίσωση. Δεν επέστρεψα όμως ποτέ στην αγορά δίσκων όπως παλιά. Δημιουργώντας οικογένεια το εισόδημα μου δεν μου επιτρέπει «να πηγαίνω για δίσκους». Αγοράζω αποκλειστικά από ελληνικά συγκροτήματα και κυρίως στις συναυλίες τους. Ποτέ δεν θα μπορούσα πω «έχω τον δίσκο» αν πραγματικά δεν έχω τον δίσκο στην κατοχή μου, όσους σκληρούς και αν έχω γεμίσει, όσα άλμπουμ και αν έχω ακούσει στο διαδίκτυο. Η δισκογραφία είναι το φυσικό φορμάτ. Θα εξαιρέσω το bandcamp ή ανάλογες πλατφόρμες όπου ένα συγκρότημα ίσως ανεβάσει μόνο εκεί τη δουλειά του για οικονομικούς λόγους αλλά και πάλι δεν είναι το ίδιο. Βαγγέλης Χαλικιάς, ετών 54, ιδιωτικός υπάλληλος/ραδιοφωνικός παραγωγός

«Είναι έγκλημα σε βάρος των μελλοντικών γενιών να εμπιστευόμαστε την τέχνη στους σέρβερς, του αχαλίνωτου ύστερου καπιταλισμού»

Στις αρχές τις δεκαετίας του 2010 αγόρασα το Kindle. Ο βασικός λόγος ήταν η γοητεία του καινούργιου, ένα χάι τεκ γκάτζετ που ταυτόχρονα μου έδινε την δυνατότητα να αγοράζω φθηνότερα βιβλία και να μπορώ να μεταφέρω εύκολα και να έχω άμεσα διαθέσιμους εκατοντάδες τίτλους. Μέχρι τότε διάβαζα πολύ -πολύ περισσότερο από τώρα δυστυχώς- και αγόραζα κατά μέσο όρο πέντε-έξι βιβλία τον μήνα, οπότε το να μπορώ να έχω περισσότερα βιβλία και φθηνότερα ήταν σημαντικό για μένα, αν λάβουμε υπόψη και την γενική οικονομική κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο. Τα πρώτα χρόνια του έδωσα και κατάλαβε, αγόραζα συνεχώς ebooks, και νέες κυκλοφορίες και παλιές. Σταδιακά όμως άρχισε να μου λείπει η αίσθηση του φυσικού βιβλίου. Ταυτόχρονα, άρχισα να μαθαίνω λεπτομέρειες σχετικά με τις ελεεινές πρακτικές της Amazon στα εργασιακά, καθώς και να αντιλαμβάνομαι λίγο καλύτερα το πώς το physical copy, εκτός από κάτι που δίνει «ψωμί» σε κάμποσους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας, είναι και κάτι το οποίο από την στιγμή που το αγόρασα μου ανήκει, για πάντα. Θα μπορώ να το δανείσω σε κάποιον, να το τραβάω από το ράφι όποτε θέλω και θα το έχει και ο γιος μου. Γενικά τα τελευταία χρόνια με απασχολεί αυτό το ζήτημα, θεωρώ πως είναι έγκλημα σε βάρος των μελλοντικών γενιών να εμπιστευόμαστε την τέχνη (βιβλία, μουσική, ταινίες) στα χέρια, ή μάλλον στους σέρβερς, του αχαλίνωτου ύστερου καπιταλισμού. Επίσης, κατάλαβα πως προτιμώ ο γιος μου να μας βλέπει να διαβάζουμε βιβλία, παρά να κοιτάμε άλλη μια οθόνη. Τώρα καταναλώνω κυρίως παιδικά βιβλία για τον μικρό, οι δικές μου αγορές έχουν περιοριστεί αρκετά δυστυχώς  και για οικονομικούς λόγους και γιατί δεν υπάρχει ο χρόνος, όμως στο σπίτι έχουμε βιβλιοθήκη και δισκοθήκη και η ανταπόκριση του σχεδόν 8 ετών γιου μου στο να πιάνει στα χέρια του και να περιεργάζεται βιβλία και δίσκους μας δείχνει πόσο σημαντικό είναι το physical copy. Γιώργος Καραΐσκος, 44, ελεύθερος επαγγελματίας/μπαρμαν.

«Η συλλογή δημιουργεί μια αίσθηση συμμετοχής στο έργο του καλλιτέχνη»

Ανήκω στη γενιά που έπεσε πάνω στην αλλαγή. Το ταξίδι μου ως ακροατής ξεκίνησε με CD, ραδιόφωνο και δειλά με YouTube. Εχω την ανάμνηση στο δημοτικό, φίλος μου να φερνει CD των Χατ Τρικ και Dead Kennedys και γω σε κασέτα live των Red Hot Chili Peppers. Στην πορεία το YouTube και ο αλγόριθμος με βοήθησαν πολύ να ψαχτώ και να αναπτύξω το προσωπικό μου γούστο. Κάτι που στη πορεία, ειδικά με το Spotify, γιγαντώθηκε και έφτασε σ’ ένα κορεσμό με το να ακούω 5-10 ώρες την ημέρα. Τότε δια μαγείας βρήκα ένα πικαπ στο σπίτι του παππού μου. Από τότε και στο εξής δημιουργήθηκε η ανάγκη της συλλογής όχι τόσο σαν κάτι καταναλωτικό αλλά σαν μια αίσθηση συμμετοχής στο έργο του καλλιτέχνη. Δεν είναι τόσο η διαφορά της ποιότητας του ήχου αλλά ο μόχθος της αναζήτησης όχι μόνο του δίσκου αλλά και του ελεύθερου χρόνου. Θεωρώ πρόβλημα της γενιάς μου και ειρωνικό, ότι σε μια εποχή που κυριαρχεί το γρήγορο και αναλώσιμο περιεχόμενο, να γίνεται τόσο δύσκολο να στηρίξεις κάποιον ανεξάρτητο καλλιτέχνη που προσπαθεί να δημιουργήσει μουσική. Τηλέμαχος, 25, λογιστής

Vinyl is Back at Hellenic Motor Museum, in Athens, on Mar. 18, 2018 / Vinyl is Back στο «Μουσείο Αυτοκινήτου», στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου, 2018 Sooc

«Στην εποχή του leasing, της συνδρομής και του cloud, το να αποκτάς κάτι χειροπιαστό έχει ιδιαίτερη σημασία»

Ξεκίνησα να αγοράζω μουσική σε φυσικά φορμάτ (βινύλιο και CD) περίπου στις αρχές των ’90s. Στα μέσα των ’00s μου έκαναν δώρο ένα MP3 player —κάτι που εγώ αρνιόμουν να αγοράσω— κι έτσι ξεκίνησε σιγά σιγά η μετάβαση. Λόγω της οικονομικής κρίσης σταμάτησα να αγοράζω μουσική σε όλα τα φορμάτ, στράφηκα στο downloading και αργότερα στο streaming. Σταδιακά, η όλη αίσθηση άλλαξε. Ο τρόπος ακρόασης έγινε πιο απλός, με άπειρη μουσική εύκολα διαθέσιμη και χωρίς κανένα artwork στα χέρια σου για να επεξεργαστείς. Συνήθως άκουγα τραγούδια αντί για άλμπουμ και πολλά από όσα άκουγα δεν μου έμεναν. Αυτή η αλλαγή άρχισε να μη με ικανοποιεί και ένιωθα πως κάπως αλλοιώνει και τη μουσική μου ταυτότητα. Το 2019 επέστρεψα σε φυσικά φορμάτ, κυρίως βινύλιο, διατηρώντας παράλληλα και τις πλατφόρμες. Μεγάλο ρόλο έπαιξε και το μέσο που θέλω να χρησιμοποιώ για να ακούω μουσική. Η παλιά αίσθηση επανήλθε. Στην εποχή του leasing, της συνδρομής και του cloud, το να αποκτάς κάτι χειροπιαστό που σε χαρακτηρίζει και σε διαμορφώνει έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Εξαιτίας του υψηλού κόστους των βινυλίων και του κόστους ζωής, υπάρχει συγκεκριμένο μηνιαίο budget, γεγονός που κάνει τη διαδικασία επιλογής ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Γιώργος Λουκάς, 49 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος

«Το streaming μάς έμαθε να καταναλώνουμε, αντί να ακούμε»

Ως πιτσιρικάς πήγαινα στα δισκάδικα με τον μεγαλύτερο αδερφό μου, τον Νίκο, για να αγοράσουμε CD. Ωστόσο, είχαμε ζήσει την «έτοιμη μουσική» πριν από το streaming: ο τραγουδιστής της μπάντας μας, ο Βαγγέλης, μας έγραφε κάθε μήνα κασέτες με τις καλύτερες επιλογές, σαν ανθρώπινος αλγόριθμος. Στα φοιτητικά χρόνια, το δωρεάν streaming, χωρίς διαφημίσεις και συνδρομές, έμοιαζε με ελευθερία. Αργότερα καταλάβαμε ότι αυτή η ευκολία έβλαψε τη μουσική βιομηχανία και τη μουσική γενικότερα. Κατανάλωνα αμέτρητη μουσική και ταινίες μέσω streaming. Στην εξεταστική, οι Radiohead και οι Sigur Rós ήταν μόνιμη παρέα, ενώ για χαλάρωση έβλεπα δύο-τρεις ταινίες την ημέρα. Το streaming δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά δεδομένο εργαλείο της καθημερινότητας. Το streaming όμως μάς έμαθε να καταναλώνουμε, αντί να ακούμε και να βιώνουμε, μουσική, ταινίες και σειρές. Η ευκολία έφερε αδιαφορία και έδωσε χώρο στη μετριότητα. Παράλληλα, οι ελάχιστες αμοιβές των δημιουργών αποτελούν σοβαρό ηθικό ζήτημα. Αυτός ο συνδυασμός είναι που με χάλασε. Στράφηκα για πρώτη φορά ως ενήλικας στα φυσικά φορμά μετά την πρώτη πανδημία. Παρήγγειλα πικάπ στον εγκλεισμό και, μόλις ξαναβγήκαμε, άρχισα να επισκέπτομαι δισκάδικα και να αγοράζω βινύλια. Είναι ακριβό χόμπι, αλλά προσπαθούμε οικογενειακώς να προσθέτουμε έναν νέο δίσκο τον μήνα στη συλλογή μας. Το να κρατάς έναν δίσκο και να τον ακούς όποτε θέλεις, χωρίς διαφημίσεις, είναι μοναδικό. Ωστόσο, ως μουσικός και δημιουργός, πιστεύω ότι η τέχνη δεν ανήκει απόλυτα σε εμάς, αλλά και στο κοινό που συνδέεται μαζί της. Το streaming παραμένει πολύτιμο, γιατί επιτρέπει στη μουσική να φτάνει παντού. Μιχαήλ-Άγγελος Νικολαΐδης, 40, σύμβουλος επιχειρήσεων πληροφορικής, μουσικός, σκηνοθέτης

«Η στροφή στα φυσικά μέσα είναι ενεργή απόφαση να φρενάρω και να ζήσω την εμπειρία»

Κάποτε γυρνούσαμε από τη Σαββατιάτικη βόλτα στα δισκάδικα με ένα-δύο CD/δίσκους. Η μετάβαση στο streaming, σαν νόμιμη λύση μετά το peer to peer και MP3 sharing, ήταν ευτυχία. Στο κόστος των δέκα CD, έχω άμεση πρόσβαση σε έναν άπειρο κατάλογο, ανα πάσα στιγμή, οπουδήποτε. Και ακούω ό,τι θέλω και ανακαλύπτω νέους καλλιτέχνες και είδη. Η μουσική όμως στο streaming είναι προϊόν. Οι μικρομεσαίοι καλλιτέχνες πληρώνονται στο ελάχιστο, ο αλγόριθμος φτιάχνει την playlist βάσει αδιαφανών κανόνων: το επόμενο τραγούδι παίζει γιατί θα μου αρέσει ή επειδή είναι φθηνότερο;  Τα τραγούδια μοιάζουν με ευτελές προϊόν, το streaming δεν τους δίνει τον χώρο και τον χρόνο να «παίξουν» όπως πρέπει, αντανακλώντας τη σύγχρονη λογική του «προχωράμε γρήγορα στο επόμενο». Η στροφή στα φυσικά μέσα τα τελευταία δύο χρόνια είναι ενεργή απόφαση να φρενάρω, να δώσω χώρο και χρόνο και να ζήσω την εμπειρία. Επιλέγω τους δίσκους προσεκτικά και τα φυσικά κουμπιά είναι ένα ακόμα πλεονέκτημα. Το streaming μας δίνει πολλά ή μάλλον μας νοικιάζει. Αν αύριο η μαμά εταιρεία αποφασίσει ότι δεν συμφέρει πια η μουσική και κλείσει, δεν μου μένει τίποτα από όσα πλήρωσα τόσα χρόνια. Τον δίσκο που κρατάω στα χέρια μου, δεν μπορεί κανείς να τον πάρει πίσω. Στάθης Γεωργακόπουλος, 37, marketing professional

«Η ποσότητα άρχισε να νικάει την ποιοτική σχέση σε βάθος που ήθελα και έψαχνα»

Ενώ ποτέ δεν σταμάτησα να αγοράζω βινύλια και ποτέ δεν πήγα 100% στο streaming για μουσική, για τα DVD ήταν διαφορετικά. Ουσιαστικά, από το 2014 δεν πήρα ποτέ ξανά φυσικό φορμά για ταινίες, ενώ για την μουσική αυτό που άλλαξε ήταν η συχνότητα. Μεταξύ του 2010-2020 αγόρασα λίγα βινύλια ενώ μετά επέστρεψα σε μια σταθερότητα. Σε αριθμούς θα έλεγα ότι πριν το 2010 αγόραζα 1-2 βινύλια/CD την εβδομάδα. Στριμάροντας άκουγα και ανακάλυπτα περισσότερη μουσική αλλά για λίγο χρονικό διάστημα. Μετά δεν ήταν τόσο η έλλειψη χειροπιαστού αντικειμένου αλλά η ποσοτητα που άρχίζε να νικάει την ποιοτική σχέση σε βάθος που ήθελα και έψαχνα. Aκόμα και να μην υπήρχαν ζητήματα ηθικής τάξης (ότι οι μουσικοί πληρώνονται ψίχουλα, ότι ένας αλγόριθμος ξέρει τα «πάντα»), το θέμα του να μην συνδέομαι με τους δίσκους και ολόκληρο το έργο με έκανε να μειώσω κατά πολύ το streaming. Στράφηκα στην παλιότερη αναλογία αγοράς βινυλίων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πέρασα ώρα με τη χειροπιαστή πλευρά της μουσικής και άρχιζα τις παραγγελίες από τα δισκαδικα και μετά πήγαινα ξανά από κοντά. Τώρα δυστυχώς μπορώ να πάρω περίπου δυο-τρία βινύλια/μήνα. Πλέον όμως αγοραζω και ψηφιακή μουσική αλλά όχι streaming. Θα αγοράσω ολόκληρο το άλμπουμ, κάτι που άρχισε να μου μπαίνει σαν ιδέα όταν σε κάποια στιγμή με τη αγορά του βινυλίου έβρισκες και ένα χαρτί μέσα που είχε οδηγίες για νόμιμο download – όπως κάνεις και με το bandcamp. Αυτής της μορφής download (δεν το θεωρώ streaming) το συνεχίζω και για λόγους ακρίβειας. Πράγματι αν κάτι δεν μπορείς να το πιάσεις στα χέρια σου, δεν σου ανήκει, πιστεύω όμως και ότι αν δεν το ψάξεις εσύ, αν δεν προσπαθήσεις να το βρεις και δεν δώσεις χρόνο να το ακούσεις, τότε επίσης δεν είναι δικό σου. Με το streaming δεν γίνεται αυτό. Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, 50,  Διευθυντής Ethnofest/Καθηγητής πανεπιστημίου

Sooc

«Με κούρασε το χάος της ψηφιακής συλλογής»

Άρχισα να στριμάρω κυρίως επειδή έκανα οικογένεια, αλλά και γιατί πολλές νέες κυκλοφορίες, ειδικά ηλεκτρονικής μουσικής, έπαψαν να βγαίνουν σε φυσική μορφή. Μέχρι τότε αγόραζα κυρίως CD, περίπου 40 τον χρόνο. Για μένα streaming δεν σημαίνει Spotify. Αποκτώ ψηφιακή μουσική, την αποθηκεύω σε NAS και την ακούω από το Bang & Olufsen Beosound 5 Encore. Επιλέγω ό,τι θέλω, χωρίς αλγοριθμικές προτάσεις. Νέα μουσική ανακαλύπτω από το ραδιόφωνο. Η αίσθηση δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Όμως με κούρασε το χάος της ψηφιακής συλλογής: ξεχνούσα τι είχα, τι άκουσα και γιατί το απέκτησα. Η μουσική χανόταν μέσα στον όγκο της. Επέστρεψα χάρη στην κόρη μου. Σχεδόν τεσσάρων πλέον, διαλέγει καθημερινά έναν δίσκο ή CD για να ακούσουμε μαζί και ήδη έχει άποψη. Έτσι ξαναβρήκα τη χαρά του «συλλέγω», αυτή τη φορά σαν κληρονομιά για εκείνη: να γνωρίσει μέσα από τη μουσική τον πατέρα της. Πες με ονειροπόλο. Σήμερα, λόγω κόστους και χώρου, αγοράζω λιγότερο από παλιά, περίπου 20–30 άλμπουμ τον χρόνο. Το φυσικό άλμπουμ το βλέπεις, το θυμάσαι, το ξανακούς. Είναι εκεί, δικό σου, και επιτρέπει και σε άλλους να σε γνωρίσουν μέσα από τη συλλογή σου. Σάκης Σαρρής, 40, IT Manager

«Η μη ύπαρξη χειροπιαστού αντικειμένου σου αφήνει μια αίσθηση ευτέλειας, ανυπαρξίας»

Έκανα μεν λογαριασμό στο Spotify όταν πρωτοάνοιξε και ήδη είχα προ πολλού λογαριασμό στο iTunes (και κατόπιν στο iMusic) από το 2009, αλλά πραγματικό streaming με την έννοια βάζω τα ακουστικά και ακούω από το τηλέφωνο όπου βρίσκομαι δεν έκανα ποτέ. Αντίθετα χρησιμοποιούσα πολύ τα MP3, κατεβάζοντας άλμπουμ και τραγούδια, δημιουργώντας μεγάλο αρχείο, το οποίο βοήθησε και όταν έπαιζα ως DJ σε webradio, ενώ τα λίγα χρόνια που έκανα ως DJ σε μπαρ έπαιζα από CD. Πρώτο βινύλιο αγόρασα πιτσιρικάς 10 ετών το σάουντρακ του Grease το χειμώνα ’78-’79 και πρώτο CD ήταν το 1989 (χωρίς να έχω ακόμη CD player!). Το κακό με τη διαθεσιμότητα της online μουσικής είναι ότι είναι τόσο πολλή που καταντάει κουραστική. Περισσότερο προτιμούσα και προτιμώ ακόμη να ανακαλύπτω νέα μουσική από φίλους, ραδιόφωνο και έντυπα. Η μη ύπαρξη χειροπιαστού αντικειμένου ήταν επίσης κακή – γιατί σου αφήνει μια αίσθηση ευτέλειας, ανυπαρξίας. Ο βιοπορισμός των μουσικών στην εποχή μας είναι ένα πρόβλημα, περισσότερο βέβαια για τα μικρά ονόματα – οι μεγάλοι και διάσημοι είναι εξασφαλισμένοι από πολλές πλευρές. Και ναι, παίζει μεγάλο ρόλο στο να μη θέλω να χρησιμοποιήσω καμία σχετική πλατφόρμα. Από την άλλη, ο βασικός παράγοντας είναι ότι αν κάποια μέρα κάποιος αποφασίσει ότι κλείνει την πρόσβαση στο streaming, με οποιοδήποτε τρόπο, μένεις ξεκρέμαστος. Νοικιάζεις το δικαίωμα χρήσης με το streaming και δεν αγοράζεις ουσιαστικά μουσική ή ταινία ή σειρά. Δεν σταμάτησα λοιπόν ποτέ να αγοράζω φυσικό φορμά, απλά το περιόρισα στους πολύ αγαπημένους καλλιτέχνες. Επίσης είχα αφήσει το πικάπ στο πατρικό και ήθελε επισκευή, κάτι που ανέβαλλα συνεχώς. Μέχρι που πριν λίγα χρόνια αποφάσισα να το φέρω σπίτι, να το συνδέσω στο home cinema και να το επισκευάσω. Έτσι άρχισα να αγοράζω περισσότερα βινύλια, μια που τώρα μπορούσα ξανά να τα ακούσω άνετα – συνήθως προτιμώ πλέον αυτά από CD. Αγοράζω 1-2 δίσκους το μήνα περίπου. Στράτος, 57, σχεδιαστής/project manager

Vinyl is Back at Hellenic Motor Museum, in Athens, on Mar. 18, 2018 / Vinyl is Back στο «Μουσείο Αυτοκινήτου», στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου, 2018

«Οι δίσκοι, και τα βιβλία μου αποτελούν τα κομμάτια του παζλ της προσωπικότητας μου»

Μεγάλωσα σε μια εποχή που οι δισκογραφικές στην Ελλάδα είχαν αποφασίσει πως η αξία ενός μουσικού έργου θα υποτιμούνταν σε αυτή ενός CD που ανήκει στα διάφορα ένθετα που μπαίνουν στο σπίτι με την κυριακάτικη εφημερίδα. Συνεπώς, για μια ολόκληρη γενιά, το concept του streaming δε μας φάνηκε και τόσο κακό deal. Το streaming καταφέρνει να κάνει τη μουσική ευρέως προσβάσιμη, με αποτέλεσμα όμως να παραβλέπεται συχνά η αξία του έργου. Η έκθεσή μου σε αυτό τον όγκο μουσικής πληροφορίας ήταν αυτό που τελικά καθόρισε την ταυτότητά μου, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε μια ανάγκη που δε μπορούσε να καλυφθεί ψηφιακά. Το να κρατάς ένα άλμπουμ στα χέρια σου του προσάπτει μια επιπλέον καλλιτεχνική διάσταση και αγοράζοντάς το μπορείς να το αποκαλείς αδιαμφισβήτητα δικό σου. Έτσι, κάπου στα 14, το χαρτζιλίκι μου άρχισε να μοιράζεται σε δισκάδικα. Σημειωτέον πως οτιδήποτε έμπαινε στη συλλογή μου, το είχα πρώτα «λιώσει» στο streaming. Οι αγορές μου ήταν μελετημένες και (σχεδόν πάντα) δεύτερο-χέρι – δε σηκώνει το πορτοφόλι απερίσκεπτες σπατάλες. Χρόνια τώρα, τα CDs, οι δίσκοι, και τα βιβλία μου αποτελούν τα κομμάτια του παζλ της προσωπικότητας μου. Διαθέτω το εξής προνόμιο: μια γρήγορη ματιά στη συλλογή μου εξηγεί ποια είμαι προτού προλάβω να ξεστομίσω λέξη! Κατερίνα Γιαννοπούλου, 25, ιστορικός τέχνης

«Το απτό αντικείμενο δεν κάνει τη μουσική πιο αληθινή, αλλά μαρτυρά την κληρονομιά μου»

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με CD player και έχει έντονη την ανάμνηση βόλτας στα Metropolis. Η όλη διαδικασία ήταν κάτι συλλογικό: ανταλλάσσαμε CD, μιλούσαμε γι’ αυτά, τα μοιραζόμασταν. Στράφηκα στο streaming για την ευκολία και την τεράστια πρόσβαση. Επί 8 χρόνια δεν είχα πληρώσει συνδρομή και φέτος το έκανα παρά τα ηθικά μου διλήμματα, επειδή δεν άντεχα τις διαφημίσεις. Δεν πιστεύω ότι η συνδρομή είναι το πρόβλημα, αλλά με ενοχλεί η νοηματοδότηση: ότι η μουσική δεν χρειάζεται ενεργή στήριξη και γίνεται υπηρεσία συνδρομής, απεριόριστη, άμεσα διαθέσιμη και αντικαταστάσιμη. Ο ακροατής δεν αγοράζει έργο, νοικιάζει πρόσβαση σε έναν κατάλογο. Η φθηνή πρόσβαση για τον ακροατή δεν σημαίνει δίκαιη αμοιβή για τον καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης δέχεται ψίχουλα ανά ακρόαση, ενώ η πλατφόρμα συγκεντρώνει τα δεδομένα και ένα σημαντικό μερίδιο από την αξία μιας παραγωγής που δεν της ανήκει. Οι λίστες σπάνια με εκπλήσσουν, γιατί ανακυκλώνουν ότι ήδη ακούω. Με ενοχλεί όμως και ο τρόπος που οι προτάσεις φαίνεται να μπερδεύουν την ταυτότητα με το είδος. Αν ακούσω μπάντα με frontwoman, μου προτείνουν «γυναίκες τραγουδίστριες», σαν η γυναίκα να είναι πρώτα γυναίκα και μετά καλλιτέχνης. Τα τελευταία 6 χρόνια επέστρεψα στα βινύλια και όσο μπορώ αγοράζω από Bandcamp. Το απτό αντικείμενο δεν κάνει τη μουσική πιο αληθινή, αλλά μαρτυρά την κληρονομιά μου. Επίσης το να μοιραστώ με κάποιον έναν δίσκο είτε βάζοντάς τον σπίτι μου να τον ακούσει είτε δανείζοντάς τον είναι πολύ πιο ισχυρό από ένα share· είναι φροντίδα! Μίλτος, 35, πολιτικός μηχανικός

Sooc

«Μου αρέσει η αίσθηση ότι πιάνοντας ένα βινύλιο ή CD έχω στα χέρια μου τη μουσική που ακούω»

Πάντα είχα μια πολύ μεγάλη αγάπη για την μουσική. Από την εφηβεία άρχισα να «κατεβάζω» συγκεκριμένα τραγούδια που μου άρεσαν και όχι πχ ολόκληρα άλμπουμ, καθώς υπήρχε η δυνατότητα άμεσης διάθεσης στο κομμάτι που μου άρεσε εκείνη τη στιγμή και ένας έλεγχος στο τι ακούω από μεριάς μου. Είχα μια τεράστια λίστα τραγουδιών στο κινητό μου, που είχα ανακαλύψει και επιλέξει σαν κτήματά μου, η οποία με συνόδευε όποτε και όπου ήθελα. Μεγαλώνοντας άρχισαν να εμφανίζονται οι ψηφιακές πλατφόρμες και παρόλο που για ένα διάστημα προσπάθησα να διατηρήσω το προσωπικό μου σύστημα (download των κομματιών) παράλληλα με την ακρόαση στο Spotify, εστίασα κυρίως στο δεύτερο. Πλέον, η ψηφιακή ακρόαση έχει γίνει αχανής, ακούω ένα τραγούδι σαν να μασουλάω μια καραμέλα, χωρίς την απαραίτητη προσοχή και μετά από λίγες μέρες μπορεί να ξεχάσω τον καλλιτέχνη και τον τίτλο. Παρόλο που δεν έχω εγκαταλείψει τελείως την ψηφιακή ακρόαση, έχω αρχίσει τα τελευταία 5-6 χρόνια να αγοράζω βινύλια και CD. Μου αρέσει η αίσθηση ότι πιάνοντας ένα βινύλιο ή CD έχω στα χέρια μου τη μουσική που ακούω. Δεν περιορίζεται στη μνήμη του κινητού ή του μυαλού μου και δε θα χαθούν κάπου. Ωστόσο, αποτελεί ένα πολύ ακριβό σπορ και αυτό με αποθαρρύνει, δεδομένου ότι ένας στάνταρ δίσκος μπορεί να αρχίζει από 25 ή 30 ευρώ δεν είναι εύκολο να ανακαλύψω μέσα σε ένα μήνα όση μουσική θα ήθελα ή όση ανακάλυπτα. Ανδριανή, 30, βιολόγος

«Όχι σ’ ένα cloud. Στη βιβλιοθήκη μου!»

Το streaming ηρθε στη ζωή μου το 2009 ούσα dj έπρεπε να εχω τα «πάντα» μαζί μου κι έτσι αντί για βινύλια/CD  κουβαλούσα laptop με το Traktor. Πανεύκολα χωρίς ξεμεσιάσματα. Αγόραζα απο Apple λογω iPod και επικουρικά έκανα την εξυπνάδα convert MP4 to MP3 σε όποιο τσαμπα site επιτρεπόταν. Δεν σταμάτησα να αγοράζω CD απλά περιορίστηκε η συλλογή στα απολύτως απαραίτητα (με έμφαση στους Depeche Mode). Ανακάλυψα καινούρια μουσική με το streaming. Ξόδεψα όμως αρκετά. Δεν φαινόταν στην αρχή (track by track) αλλά ψίχουλα στα ψίχουλα η κάρτα στεναξε. Το 2019 την ξόφλησα και έκτοτε δεν αγοράζω streamed music. Κάποτε με την ΑΕΠΙ ως στιχουργός κι εγώ έπαιρνα κάτι λίγα ετησίως (0€ με δύο δεκαδικά). Η ανάγκη για φυσικό φορματ δεν έφυγε ποτέ επειδή στο αυτοκίνητο παίζει μόνο CD. Οπότε άρχισα να «ψήνω» CD είτε με MP3 για το αμάξι αλλά και άπειρες συλλογές για να παίζω στα μαγαζιά και σε πάρτυ. Η ανάγκη μου ήταν να παραμεινω ενημερωμένη για να διασκεδάζει ο κόσμος και να μπορώ να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις. Η ανάγκη τωρα ειναι να συντηρήσω τη συλλογή μου εμπλουτιζοντας με CD και να μυρίζω το εξώφυλλο, να διαβάζω στίχους και να μη φοβάμαι τα corrupted files. Η μουσική μου, είναι η ζωή μου. Όχι σ’ ένα cloud. Στη βιβλιοθήκη μου! Φιλιώ Σάββα aka Hysterika Lady (The Hellenic Depeche Mode fan club), 58 Μηχανικός Ασφάλειας & Υγείας, DJ

Ακολουθήστε στην Google το NEWS 24/7 και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο

 

Παίξτε τα Games του NEWS 24/7: Σταυρόλεξο, Sudoku, WordroW & Word Search!

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα