Τραμπ – Νετανιάχου: Δημόσια στήριξη με… παρασκηνιακές αμφιβολίες στον Λευκό Οίκο
Διαβάζεται σε 8'
Ο Αμερικανός πρόεδρος τάσσεται υπέρ του Νετανιάχου πριν από τις ισραηλινές εκλογές, όμως στενοί συνεργάτες του εκτιμούν ότι μια κυβέρνηση χωρίς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό θα μπορούσε να διευκολύνει την ατζέντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
- 24 Οκτωβρίου 2026 22:55
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Μπενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των ισραηλινών εκλογών της Τρίτης.
Ωστόσο, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν στο Axios, αρκετοί από τους στενούς συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου θεωρούν ότι μια κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εξυπηρετήσει καλύτερα την ατζέντα του Λευκού Οίκου στη Μέση Ανατολή.
Ο Τραμπ δεν έχει συνεργαστεί ποτέ με άλλον πρωθυπουργό του Ισραήλ πέραν του Νετανιάχου και δεν γνωρίζει προσωπικά κανέναν από τους βασικούς αντιπάλους του. Οι δύο άνδρες έχουν οικοδομήσει όλα αυτά τα χρόνια μια στενή αλλά συχνά ταραχώδη σχέση.
«Είναι ο διάβολος που γνωρίζει», ανέφερε χαρακτηριστικά σύμβουλος του Τραμπ, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος βλέπει τον Νετανιάχου.
Η στήριξη Τραμπ και ο υπολογισμός της επόμενης ημέρας
Μετά από εβδομάδες δισταγμών, ο Τραμπ ανακοίνωσε την Κυριακή τη στήριξή του στον Νετανιάχου, αφήνοντας μάλιστα να εννοηθεί ότι μια ήττα του θα μπορούσε να έχει συνέπειες για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ.
Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε την απόφαση αυτή «win-win» για τον Τραμπ, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος.
Αν ο Νετανιάχου κερδίσει ή παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ο Τραμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι συνέβαλε στην πολιτική του διάσωση και να αξιοποιήσει αυτή την επιρροή για να αποσπάσει παραχωρήσεις.
Αν, αντίθετα, ο Νετανιάχου ηττηθεί και σχηματιστεί κυβέρνηση από τους αντιπάλους του, η νέα ισραηλινή ηγεσία θα έχει και πάλι ισχυρό κίνητρο να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο. Σε αυτή την περίπτωση, η προεκλογική στήριξή του στον αντίπαλό τους αναμένεται σύντομα να περάσει σε δεύτερη μοίρα.
Επιφυλάξεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, αρκετοί από τους στενότερους συμβούλους του Τραμπ διαφωνούσαν με την απόφαση να παρέμβει ανοιχτά στις ισραηλινές εκλογές.
Χαρακτηριστική ήταν η στάση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος απέφυγε να ακολουθήσει τη γραμμή Τραμπ όταν ρωτήθηκε για τις εκλογές, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνεται η δυσφορία απέναντι στον Νετανιάχου σε τμήματα του κινήματος MAGA.
«Δεν επιτίθεμαι στον Μπίμπι Νετανιάχου. Δεν τον στηρίζω. Νομίζω ότι αυτό που τελικά έχει σημασία είναι η στήριξη του προέδρου», δήλωσε ο Βανς.
Ο ίδιος, ο οποίος είχε στηρίξει τον πρώην πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν λίγο πριν από την εκλογική ήττα του τον Απρίλιο, έχει έκτοτε δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να εμπλέκεται ξανά σε εκλογικές αναμετρήσεις άλλων χωρών.
Η δυσπιστία μετά τον πόλεμο με το Ιράν
Ο Βανς συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, μεταξύ των κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησης Τραμπ που απογοητεύτηκαν από τον Νετανιάχου κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Ο ίδιος και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι εκτιμήσεις που μετέφερε ο Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο πριν από τον πόλεμο αποδείχθηκαν λανθασμένες, ενισχύοντας τις αμφιβολίες για το κατά πόσο παραμένει ο καταλληλότερος εταίρος για την υλοποίηση των περιφερειακών σχεδίων του Τραμπ.
Το Ιράν στο επίκεντρο της επόμενης ημέρας
Μετά τις ισραηλινές εκλογές και τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ο Τραμπ θα βρεθεί μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή για τη στρατηγική του στη Μέση Ανατολή: αν θα συνταχθεί με τον Νετανιάχου σε μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.
Ο Νετανιάχου φέρεται να επιθυμεί την επανέναρξη μιας τέτοιας επιχείρησης. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να επηρεάσει την απόφαση του Τραμπ ή τουλάχιστον το χρονοδιάγραμμα μιας ενδεχόμενης νέας σύγκρουσης.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να αφήσει πίσω του τον πόλεμο με το Ιράν και να προωθήσει μια ευρύτερη διπλωματική ατζέντα: την εφαρμογή του σχεδίου του για τη Γάζα, συμφωνίες μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, αλλά και Ισραήλ και Συρίας, καθώς και -σε βάθος χρόνου- μια ιστορική συμφωνία εξομάλυνσης των σχέσεων Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.
Το κατά πόσο θα μπορέσει να σημειώσει πρόοδο σε αυτούς τους στόχους θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ποιος θα κυβερνά το Ισραήλ και από τη σύνθεση του επόμενου κυβερνητικού συνασπισμού.
Γάζα, Συρία, Λίβανος και Δυτική Όχθη
Τους τελευταίους έξι μήνες, αρκετοί από τους βασικούς συμβούλους του Τραμπ έχουν εκφράσει παρασκηνιακά δυσαρέσκεια για τη στάση του Νετανιάχου σε σειρά περιφερειακών ζητημάτων.
Στη Γάζα, οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, έχουν εκφράσει απογοήτευση για την απροθυμία του Νετανιάχου να προωθήσει την εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου του Αμερικανού προέδρου.
Στη Συρία, ο απεσταλμένος Τομ Μπάρακ έχει αντίστοιχες επιφυλάξεις για την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης απέναντι στη Δαμασκό και για τη συνέχιση των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο συριακό έδαφος.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και η ομάδα του διατηρούν καλύτερες σχέσεις με τον Νετανιάχου, ωστόσο εκτιμούν ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για την ενίσχυση της κυβέρνησης του Λιβάνου. Παράλληλα, εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από το γεγονός ότι ο Νετανιάχου δεν έχει λάβει αυστηρότερα μέτρα για τον περιορισμό της βίας εποίκων εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.
Θα ήταν ευκολότερη μια κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου;
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση χωρίς τους ακροδεξιούς κυβερνητικούς εταίρους του Νετανιάχου θα μπορούσε να αποδειχθεί ευκολότερος συνομιλητής για την Ουάσινγκτον.
Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, απέφυγε να σχολιάσει τις πληροφορίες και παρέπεμψε στη δημόσια στήριξη του Τραμπ προς τον Νετανιάχου μέσω Truth Social.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αδιέξοδο
Οι τρεις μεγαλύτεροι ισραηλινοί τηλεοπτικοί σταθμοί δημοσίευσαν την Παρασκευή τις τελευταίες προεκλογικές δημοσκοπήσεις τους, οι οποίες δείχνουν τον συνασπισμό του Νετανιάχου να απέχει σημαντικά από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Και οι τρεις μετρήσεις δίνουν μόλις 50 έδρες στο μπλοκ του Νετανιάχου στην 120μελή Κνεσέτ, δηλαδή 17 λιγότερες από όσες διαθέτει σήμερα η κυβερνητική του συμμαχία. Το Λικούντ, που σήμερα κατέχει 32 έδρες, εμφανίζεται να υποχωρεί στις 20.
Το αντιπολιτευόμενο μπλοκ του πρώην αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ καταγράφεται μεταξύ 52 και 56 εδρών, ενώ ακόμη 14 έως 16 έδρες αναμένεται να καταλήξουν σε δύο αραβοϊσραηλινά κόμματα. Το Channel 11 εκτιμά επίσης ότι τέσσερις έδρες μπορεί να κερδίσει ένα κόμμα εφέδρων που δεν συνδέεται με κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα.
Εξαίρεση αποτελεί το φιλονετανιαχικό Channel 14, το οποίο σε δημοσκόπηση νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα έδωσε 60 έδρες στο μπλοκ του Νετανιάχου και 30 στο Λικούντ.
Ο κίνδυνος νέας πολιτικής παράλυσης
Οι δημοσκοπήσεις παραπέμπουν σε ενδεχόμενο πολιτικό αδιέξοδο, καθώς ούτε ο Νετανιάχου ούτε ο Άιζενκοτ φαίνεται να διαθέτουν ξεκάθαρη διαδρομή προς τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Άιζενκοτ θα έπρεπε είτε να συμπεριλάβει αραβοϊσραηλινά κόμματα στον κυβερνητικό συνασπισμό του -κάτι που έχει ήδη αποκλείσει- είτε να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας με την εξωτερική στήριξή τους, λύση στην οποία αντιδρούν ορισμένοι από τους πιθανούς εταίρους του.
Η προοπτική κυβέρνησης εθνικής ενότητας ανάμεσα στον Νετανιάχου και τους αντιπάλους του θεωρείται επίσης εξαιρετικά απίθανη.
Εάν κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν κατορθώσει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, το Ισραήλ θα μπορούσε να οδηγηθεί εκ νέου στις κάλπες, με τον Νετανιάχου να παραμένει στο μεταξύ υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
Ένας αποδυναμωμένος Νετανιάχου μπορεί να είναι το τελικό αποτέλεσμα
Οι εκλογές της Τρίτης, επομένως, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση περισσότερο πρόθυμη να κινηθεί στον ρυθμό της αμερικανικής ατζέντας.
Αντίθετα, ο Τραμπ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν πολιτικά αποδυναμωμένο Νετανιάχου και με ένα ισραηλινό πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο σε μια ακόμη παρατεταμένη περίοδο αστάθειας.