Εθνικές “ήττες” και “νίκες”: Πόσες αντέχουμε να καταναλώσουμε;
Διαβάζεται σε 5'
Οι «εθνικές νίκες» και οι «εθνικές ήττες» στην πολιτική αντιπαράθεση και η διαχρονική σχέση της Ελλάδας με την Τουρκία.
- 26 Οκτωβρίου 2026 06:10
Είμαστε επιρρεπείς – και πολύ εύκολοι- στη χρήση «μεγάλων» λέξεων και «πιασάρικων» επιθέτων. Δεν το έχουμε σε τίποτα να καυχηθούμε με το παραμικρό ότι πετύχαμε μια «εθνική νίκη» ή να καταγγείλουμε ότι υπέστημεν μια «εθνική ήττα».
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για συνήθεις υπερβολές στην τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση. Τις οποίες χρησιμοποιούν κόμματα και πολιτικά πρόσωπα ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονται (κυβερνούν ή αντιπολιτεύονται).
Στην ουσία, πρέπει να πάμε έναν και πλέον αιώνα πίσω για να αναζητήσουμε τη μεγαλύτερη εθνική μας ήττα (χωρίς εισαγωγικά): στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Τότε η χώρα έχασε εθνικό έδαφος. Και αυτό έγινε εξαιτίας των επιλογών κάποιων υπερ-πατριωτών, που πήγαν να καταλάβουν την Τουρκία.
Τις τελευταίες δεκαετίες οι λέξεις «ήττα» (συχνά) και «νίκη» (σπανιότερα) κοντεύουν να γίνουν το καθημερινό μας ψωμοτύρι.
Το τελευταίο διάστημα έχουμε υποστεί τουλάχιστον τρεις «εθνικές» (ή «διπλωματικές») ήττες: το τουρκολιβυκό σύμφωνο, το (στάσιμο) καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης με Κύπρο και Ισραήλ και η (τελευταία) συμφωνία με την Αίγυπτο για τη Μονή Σινά. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δέχεται απανωτές κατηγορίες τόσο από τα δεξιά της (Σαμαράς, ακροδεξιά κομματίδια) όσο και από τ’ αριστερά (ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ).
Βεβαίως, πριν από αυτά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη μάς είχε φλομώσει στις «εθνικές επιτυχίες». Πρώτη ήταν η ομιλία του πρωθυπουργού στο αμερικανικό Κογκρέσο (επί Μπάιντεν), αλλά μετά ήρθε ο Τραμπ και τα σάρωσε όλα. Πρόσφατα οι Αμερικανοί μάς είπαν ότι, πριν ποντιστεί στο καλώδιο, πρέπει να τα βρούμε με την Τουρκία, αλλά γι’ αυτό μάλλον δεν φταίει ο Τραμπ. Αυτή είναι η πάγια θέση τους. Μετά ήρθε η αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία (έπεσε πολύ χρήμα σε φρεγάτες και αεροπλάνα) και θα δούμε τώρα αν ο Μακρόν θα στείλει τα πολεμικά του στο Αιγαίο σε περίπτωση που τουρκικά πολεμικά εμποδίσουν τη γαλλική εταιρεία να κάνει τη δουλειά. Εν τω μεταξύ έχουμε παραγγείλει και τα F-35(η Τουρκία ακόμη όχι) και αυτό είναι άλλη μια «εθνική νίκη».
Κι έτσι κάπου ανάμεσα σε «νίκες» και «ήττες» πορευόμαστε, προσπαθώντας να καταλάβουμε αν, πότε και πού «κερδάμε» (ή χάνουμε).
Το πιθανότερο είναι ότι ούτε το ένα συμβαίνει ούτε το άλλο. Συνεχίζεται μια πολιτική που έχει επιλέξει η χώρα μετά το 1974 και με όλες τις κυβερνήσεις: της υποχρεωτικής συμβίωσης με την Τουρκία. Αυτό σημαίνει ότι στο χώρο που μας χωρίζει (Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος) έχουμε εξάρσεις και υφέσεις. Υπάρχουν δικαιώματα και διαφορές. Εμείς αναγνωρίζουμε μόνο μία διαφορά (υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ). Η Τουρκία όχι. Εμείς λέμε «12 μίλια», η Τουρκία όχι. Και όχι μόνο η Τουρκία. Ούτε οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν αυτό το δικαίωμα, διαχρονικά όχι τώρα επί Τραμπ. Και είναι πολύ αμφίβολο αν θα το αναγνώριζε και η Ρωσία.
Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις τα γνωρίζουν αυτά και γι’ αυτό καμία και ποτέ δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια για τα 12 μίλια στο Αιγαίο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε το 2021 την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια (την ψήφισε και η αντιπολίτευση) αλλά στο… Ιόνιο (!), όπου δεν υπάρχει Τουρκία και δεν αντιδρά κανείς.
Πώς, λοιπόν, θα λυθούν οι διαφορές με την Τουρκία; Δυο τρόποι υπάρχουν.
Ο ένας είναι να συναποφασίσουμε να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο. Αλλά αυτό δεν θα γίνει. Διότι εμείς θέλουμε να πάμε για μια διαφορά και η Τουρκία για περισσότερες. Άρα…
Ο δεύτερος τρόπος είναι να μην πάμε πουθενά και να συνεχίσουμε αυτό που γίνεται τουλάχιστον μισό αιώνα τώρα. Χωρίς λύση. Και από καιρού εις καιρόν να έχουμε «νίκες» ή «ήττες» ανάλογα με το ποιος κυβερνά ή αντιπολιτεύεται.
Για παράδειγμα, ο Μητσοτάκης και η ΝΔ αντέδρασαν με σφοδρότητα στην καταφανώς εθνικά ωφέλιμη Συμφωνία των Πρεσπών, με την οποία η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έλυσε το 2018 το χρονίζον μακεδονικό πρόβλημα, κάτι που επιδίωκαν όλες οι κυβερνήσεις μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Τότε επιφανή στελέχη της αντιπολιτευόμενης ΝΔ μιλούσαν ακόμα και για… εθνική προδοσία και πρωτοστατούσαν στα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Ο Μητσοτάκης, πιο συγκρατημένος, κατέφευγε σε αστείες δηλώσεις του τύπου «εγώ δεν θα καλωσορίσω ποτέ Μακεδόνα πρωθυπουργό στη χώρα». Τον καλωσόρισε στο Μαξίμου λίγα χρόνια αργότερα!
Η αντιπολίτευση και πρωτίστως όσοι έχουν κυβερνήσει(Τσίπρας, ΠΑΣΟΚ) δεν είναι αναγκαίο σήμερα να πλειοδοτούν σε ανέξοδες υπερβολές στα λεγόμενα εθνικά θέματα, μιμούμενοι τον Αντώνη Σαμαρά, λες και αυτός, όταν κυβέρνησε, έκανε κάτι διαφορετικό με την Τουρκία.
Εν κατακλείδι, ούτε «κερδάμε» διαρκώς, όπως προπαγανδίζει εδώ και οκτώ χρόνια η σημερινή κυβέρνηση. Αλλά ούτε και έχουμε «εθνικές ήττες», όπως με το παραμικρό λένε οι αντίπαλοί της.
Τουλάχιστον σε αυτό το πεδίο ας είναι πιο συγκρατημένοι. Όλοι. Ας μετράνε περισσότερο τα λόγια τους…