Βασίλης Κατσικονούρης: “Κάπως έτσι οι ψυχές μας αποκτούν το βάθος τους”

Διαβάζεται σε 7'
Βασίλης Κατσικονούρης: “Κάπως έτσι οι ψυχές μας αποκτούν το βάθος τους”

Οι Απόντες του Βασίλη Κατσικονούρη επιστρέφουν για πέμπτη φορά στη σκηνή, για να συναντήσουν και πάλι το θεατρικό κοινό, αυτή τη φορά στο Θέατρο Αργώ. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης υπογράφει και την παράσταση «Λευκές νύχτες ενός κλόουν».

Συναντήσαμε τούτον τον τόσο ευαίσθητο καλλιτέχνη, τον Βασίλη Κατσικονούρη, και για τις δύο παραστάσεις. Για τον κλόουν, αγαπημένο βιβλίο του μέγα Φιοντόρ, μας τα έγραψε. Για τους… Aπόντες του, μία παράσταση τόσο διαφορετική μας απαντά γεμάτος συναίσθημα. Διότι αυτός είναι ο Βασίλης Κατσικονούρης.

Κάθε του παράσταση σε πλημμυρίζει χίλια δυο συναισθήματα, ακουμπά και ξεγυμνώνει την ψυχή πάντα δίνοντας ένα χάδι και μια ελπίδα. Και αυτή η ελπίδα που μας δίνει νιώθω πως είναι ακριβώς αυτό που έχουμε ανάγκη όσοι ανοίγουμε την καρδιά μας διάπλατα.

Μετά από τόσο καιρό, μπορείς να μας πεις αν καταλήγεις στο τι τελικά σημαίνει απώλεια ή απουσία για τους ανθρώπους; Πού τη συναντάμε ως επί το πλείστον;

Το κέρδος από τις απώλειες είναι ο κενός χώρος που αφήνουν πίσω τους. Σαν είχαμε τους αγαπημένους μας, τους θεωρούσαμε δεδομένους. Σαν φεύγουν, τότε συνειδητοποιούμε τον χώρο που είχαν ανοίξει στις ψυχές μας. Και κάπως έτσι αυτές, οι ψυχές μας, αποχτούν το βάθος τους. Είναι μία οδυνηρή μεταλλουργία-θαυματουργία.

Προφανώς ο άνθρωπος συμφιλιώνεται τελικά με την απώλεια και μαθαίνει να ζει μαζί της, αφού «ζει». Είναι ο χρόνος αυτός που τον συμφιλιώνει; Εξασθενεί η μνήμη μας Βασίλη;

Η μνήμη πάντα θέλει να ζει, αλλά οι φορείς της, εμείς δηλαδή, θέλουμε-πρέπει πρωτίστως να επιβιώνουμε. Είναι μία λεπτή σχοινοβασία: Δεν μπορείς να ζήσεις αν δεν επιβιώνεις, αλλά παλεύοντας για το μέσο, την επιβίωση, χάνεις τον σκοπό, τη ζωή. Οι πιο πολλοί πέφτουν από τη μια μεριά του σχοινιού και σβήνουν, και κάποιοι, λιγότεροι, από την άλλη και καίγονται. Θέλει την τέχνη του αυτό το πράγμα. Ή μήπως την Τέχνη;

Καθώς η Τέχνη προκύπτει από τη μνήμη, την επανασυστήνει με επεξεργασμένες τις αιχμηρές γωνίες της. Έτσι ώστε όλοι και όλες να μπορούν να τις προσεγγίζουν χωρίς να φοβούνται πως θα κοπούν, και να αγγίζουν ο καθένας τον δικό του «τύπο των ήλων». Πιστεύω ότι κάποια τέτοια λειτουργία επιτελεί μία παράσταση για την απουσία και την απώλεια, όπως Οι Απόντες.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες ως προς το είδος της απουσίας που αναφέρουν αλλά και ως προς τον τρόπο διαχείρισης;

Είναι από τις λίγες ρωγμές που αφήνει η πατριαρχία στις γυναίκες για να εκδηλωθούν συναισθηματικά, έως και με ακραίο τρόπο. Εξ ου και οι μοιρολογίστρες, δεν υπάρχουν άντρες μοιρολογητές. Οι άντρες πρέπει να κρατάνε την αντρική τους «αξιοπρέπεια». Γι` αυτό και σε κάποια σκυλάδικα τις πρωινές ώρες γίνεται χαμός. Είναι κάποιοι μοναχικοί, λυπημένοι άντρες, που ανεβαίνουν στην πίστα και ξεσπούν, χωρίς πια να τους νοιάζει ότι εκτίθενται. Κάποια τους απουσία θα προσπαθούν να διαχειρίζονται κι αυτοί…

Τι κερδίζουμε από την αυθόρμητη, μη σκηνοθετημένη, προφορική αφήγηση και τι χάνουμε ενδεχομένως;

Κερδίζουμε αντίστοιχα ό,τι και σε μία συναυλία, όταν η μπάντα απορρυθμίζεται και τα μέλη της ροκάρουν ξέφρενα γιατί γουστάρουν, ανάλογα το κέφι ή το ντέρτι του ο καθένας. Εντάξει, χάνουμε τότε λίγο σε «τεχνική αρτιότητα», αλλά ποιος νοιάζεται; Επειδή ακριβώς, κάποιες στιγμές, είναι  η  σ τ ι γ μ ή  που μετράει.

Μπορείς να μοιραστείς κάποια περιστατικά-έκπληξη ή ακραία που έχουν συμβεί σε αυτές τις αφηγήσεις χωρίς μαέστρο;

Αρκετές φορές, μετά την παράσταση, ξένοι άνθρωποι που τους βλέπουμε για πρώτη φορά, μας ζητάνε αγκαλιά. Πόση διαφορά από τις αγκαλιές και τα χαμόγελα για τα φλας… Δεν θα ήθελα να το αναφέρω αυτό ως κάτι το ακραίο, αλλά δυστυχώς η απλότητα, η εγγύτητα και η επικοινωνία έχουν πάει στην άκρη, άρα από αυτήν την άποψη, θεωρούνται μάλλον «ακραία» φαινόμενα.

Πόσο «αυθόρμητος» γίνεσαι ο ίδιος όταν εμφανίζεσαι εσύ τελευταίος μετά από τους ανθρώπους αυτούς; Μπορείς τελικά να απεκδυθείς τη γνώση και τον ρόλο σου;

Μα σαν συγγραφέας βγαίνω και μιλάω. Μην φαντασθείτε τίποτα βαθυστόχαστες αναλύσεις, απ` αυτές που όλοι περιμένουν από έναν συγγραφέα. Για τα ζόρια μου λέω και κάποιες δικές μου απουσίες. Την πρώτη φορά μόνο είχα τρακ, αλλά οι συναφηγητές μου είχαν ήδη, με τις δικές τους ιστορίες, δημιουργήσει ένα τέτοιο ζεστό, παρεΐστικο κλίμα, που «λύθηκα» τόσο, ώστε να… με τραβάνε στο τέλος να κατέβω από τη σκηνή. Μάλλον μου βγήκε κάποιο μεγάλο απωθημένο, μετά από τόσα χρόνια μοναχικής γραπτής εργασίας, να έχω παρέα και να τα λέω προφορικά. Γιατί ως γνωστόν τα γραπτά μένουν, αλλά τα προφορικά πάνε παντού…

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΝΟΣ ΚΛΟΟΥΝ»

Και ποιος δεν ένιωσε έναν λυγμό να ανεβαίνει από μέσα του, διαβάζοντας τις «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέφσκι; Στην τονικότητα αυτού του λυγμού κινήθηκα, εκτείνοντάς την μέχρι εκείνη ενός λεύτερου, άγριου γέλιου.

Όπως κινείται και η ανθρώπινη ύπαρξη: Από το τραγικό στο τσίρκο και αντίστροφα. Μία ελαφρά μετατόπιση, και η φορά της διαδρομής αλλάζει όλη την ώρα. Μία ελαφρά μετατόπιση και εκ μέρους μου, και ο νεαρός μοναχικός, ονειροπόλος ήρωας του Ντοστογιέφσκι έγινε ένας μεσήλικας κλόουν, ξεχασμένος από το τσίρκο του, που έφυγαν και τον άφησαν πίσω τους στην άδεια, καλοκαιρινή Πετρούπολη.

Η νεαρή κοπελίτσα της Νάστενκα έγινε μία μεγαλοκοπέλα, που φοβάται ότι «θα μείνει στο ράφι». Γιατί; Υποθέτω ότι σε αυτές τις ηλικίες, που η μοναξιά «ανεπαισθήτως» μας κυκλώνει, αναζητούμε όλοι μία στιγμή τρυφερότητας να κρατηθούμε.

Η στιγμή, και οι στιγμές, έρχεται, αλλά είμαστε εμείς που δεν μπορούμε, ίσως δεν ξέρουμε να την κρατήσουμε. Διατήρησα το βασικό story-line της νουβέλας και άφησα τους ήρωές της να μιλάνε και να πράττουν μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη. Γι` αυτό και δηλώνω ευθαρσώς ότι δεν πρόκειται για μία διασκευή ή μεταφορά, αλλά για ένα νέο θεατρικό έργο, βασισμένο στις «Λευκές νύχτες» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.

Αυτό που, πάντως, πάνω απ` όλα θέλησα να κρατήσω και να αποδώσω ήταν αυτό το πνεύμα της ψυχικής ευγένειας που μένει ανεπίδοτη, χαρακτηριστικό κάποιων ντοστογιεφσκικών ηρώων. Απευθύνθηκα στον Γιάννη Ζουγανέλη, έναν άνθρωπο του οποίου η έμφυτη ευγένεια, καλοσύνη και συμπόνια αντανακλώνται σε ό,τι κάνει. Το ίδιο θα γίνει και σε αυτό το έργο, το πιστεύω.

Info

Απόντες

Θέατρο Αργώ – Studio Ελευσινίων 13-15, Μεταξουργείο, 104 37, Αθήνα 210 520 1684

Ιδέα – Σκηνοθετική επιμέλεια: Βασίλης Κατσικονούρης

Αφηγητές: Βαγγέλης Αυγέρης, Κωνσταντίνος Ζώης, Ειρήνη -Διαλεχτή Κουρομιχελάκη, Νίκος Μάκκας, Παναγιώτης Σουβλέλης, Ρομίνα Σπυράκη, Ειρήνη Γκλιάτη και Βασίλης Κατσικονούρης. Ακούγεται η φωνή της Δήμητρας Καραγεωργοπούλου

  • Βοηθός: Ρομίνα Σπυράκη | Φωτισμοί: Γιώργος Αντωνόπουλος
  • Σχεδιασμός γραφιστικών – δημιουργία video: Θωμάς Παπάζογλου
  • Studio – ηχητική επεξεργασία: Βαγγέλης Αυγέρης
  • Bίντεο προώθησης: Τζαννέτος Κομηνέας

Λευκές νύχτες ενός κλόουν

Θέατρο Μαβίλη, Δορυλαίου 10-12, Αθήνα, τηλ. 210 645 1169

Συγγραφέας: Βασίλης Κατσικονούρης
Πρωταγωνιστές / Συντελεστές (video art & συμμετοχές): Μάνος Βακούσης, Μαρία Παπαλάμπρου, Γιάννης Μποσταντζόγλου, Μαρίνα Ταβουλάρη, Γιάννης Ζουγανέλης, Βασίλης Κατσικονούρης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα