Φάρμακα αδυνατίσματος GLP-1: Οι πρώτες οδηγίες για εγκύους και θηλάζουσες
Διαβάζεται σε 8'
Νέες οδηγίες για τα φάρμακα GLP-1 διαφοροποιούν τα δεδομένα για τη χρήση τους μετά την εγκυμοσύνη και κατά τον θηλασμό.
- 27 Οκτωβρίου 2026 06:13
Οι γυναίκες που λαμβάνουν φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 για την απώλεια βάρους θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία έναν έως δύο μήνες πριν από μια προγραμματισμένη εγκυμοσύνη, ενώ η χρήση τους δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση κατά τη διάρκειά της.
Πιο σύνθετο είναι, ωστόσο, το τοπίο όσον αφορά τον θηλασμό. Οι πρώτες κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικανικού Κολλεγίου Μαιευτήρων και Γυναικολόγων (ACOG) για τη χρήση των GLP-1 κατά την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία αφήνουν, για πρώτη φορά, ανοιχτό το ενδεχόμενο χορήγησής τους σε γυναίκες που θηλάζουν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Μέχρι σήμερα, η συνήθης ιατρική πρακτική ήταν να συνιστάται η αποφυγή των συγκεκριμένων φαρμάκων μέχρι την ολοκλήρωση του θηλασμού. Οι νέες οδηγίες υιοθετούν πιο επιφυλακτική αλλά λιγότερο απόλυτη προσέγγιση: καλούν τις γυναίκες να συζητούν με τον γιατρό τους τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους και συστήνουν να έχει συμπληρώσει το βρέφος τουλάχιστον έναν μήνα ζωής πριν εξεταστεί η πιθανότητα έναρξης ή επανέναρξης της θεραπείας.
Δεν πρόκειται για «πράσινο φως» στη χρήση κατά τον θηλασμό
Η δρ Ιβέτ ΛαΚουρσιέρ, μία από τις συντάκτριες των οδηγιών του ACOG, μαιευτήρας-γυναικολόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, διευκρινίζει ότι οι νέες συστάσεις δεν αποτελούν έγκριση της χρήσης των GLP-1 κατά τον θηλασμό.
Αντίθετα, στόχος είναι να δίνεται η δυνατότητα σε γιατρό και ασθενή να σταθμίζουν μαζί τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την υγεία της μητέρας όσο και εκείνη του παιδιού.
«Γνωρίζουμε ότι τα GLP-1 επηρεάζουν την πρόσληψη θερμίδων και θρεπτικών συστατικών. Πώς επηρεάζει αυτό το μητρικό γάλα; Δεν το γνωρίζουμε», αναφέρει η ΛαΚουρσιέρ. Όπως εξηγεί, οι νέες οδηγίες επιτρέπουν στους γιατρούς να αξιολογούν τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα καθώς αυτά δημοσιεύονται και, σε συνεννόηση με τις ασθενείς τους, να καταλήγουν στην κατάλληλη απόφαση για κάθε περίπτωση.
Τα πρώτα ερευνητικά στοιχεία είναι σε έναν βαθμό καθησυχαστικά, χωρίς όμως να θεωρούνται ακόμη επαρκή. Σε μικρή μελέτη, δεν ανιχνεύθηκε σεμαγλουτίδη σε δείγματα μητρικού γάλακτος που ελήφθησαν αμέσως, 12 και 24 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.
Η μελέτη αφορούσε γυναίκες που λάμβαναν GLP-1 σε ενέσιμη μορφή. Αντίθετα, το ACOG συστήνει να αποφεύγονται οι από του στόματος μορφές των συγκεκριμένων φαρμάκων όσο διαρκεί ο θηλασμός.
Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα φαίνεται να έχει ήδη ξεπεράσει ως έναν βαθμό τις επίσημες οδηγίες. Αρκετές γυναίκες μετά τον τοκετό έχουν επιλέξει να ξεκινήσουν ή να επανέλθουν σε θεραπεία με GLP-1 ενώ εξακολουθούν να θηλάζουν, αναζητώντας πληροφορίες και ανταλλάσσοντας εμπειρίες μέσα από ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ομάδα του Facebook «Breastfeeding & Pumping Moms on GLP-1», η οποία δημιουργήθηκε περίπου πριν από έναν χρόνο και αριθμεί περισσότερα από 10.000 μέλη. Σύμφωνα με τη Σάρα Μπλουίν, 37χρονη μητέρα από το Νιου Τζέρσεϊ και μία από τις διαχειρίστριες της ομάδας, περίπου οι μισές γυναίκες ξεκίνησαν θεραπεία χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τον γιατρό τους.
Η κόρη της Μπλουίν γεννήθηκε το 2022 και η ίδια είχε αρχικά αποφασίσει να περιμένει μέχρι την ολοκλήρωση του θηλασμού προτού δοκιμάσει για πρώτη φορά κάποιο GLP-1. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, εξακολουθούσε να θηλάζει, δεν είχε καταφέρει να χάσει βάρος και, καθώς αντιμετώπιζε παχυσαρκία και άλλα χρόνια προβλήματα υγείας, πληρούσε τα κριτήρια για τη συγκεκριμένη θεραπεία.
«Τότε ανακάλυψα ότι υπήρχαν και άλλες γυναίκες που είχαν ξεκινήσει θεραπεία παρότι συνέχιζαν να θηλάζουν. Διάβασα τις έρευνες και ουσιαστικά πήρα μόνη μου την απόφαση», αναφέρει.
Πριν από περίπου εννέα μήνες ξεκίνησε να λαμβάνει Mounjaro, όταν η κόρη της θήλαζε ακόμη δύο φορές την ημέρα. Σήμερα, το παιδί θηλάζει κυρίως το βράδυ, περισσότερο για παρηγοριά. Η ίδια αναφέρει ότι η παραγωγή γάλακτος έχει μειωθεί σημαντικά και θεωρεί πιθανό αυτό να σχετίζεται με τη θεραπεία.
«Είναι πολύ δύσκολο να παραμένεις επαρκώς ενυδατωμένη και να λαμβάνεις τις απαραίτητες θερμίδες όταν παίρνεις GLP-1. Είναι αναμενόμενο να μειωθεί η παραγωγή γάλακτος», σημειώνει.
Τι δεν γνωρίζουμε ακόμη για τις επιπτώσεις στον θηλασμό
Παρά τα πρώτα δεδομένα, το ACOG υπογραμμίζει ότι τα επιστημονικά κενά παραμένουν σημαντικά. Δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς μελέτες σε ανθρώπους που να εξετάζουν πώς τα GLP-1 επηρεάζουν την ποσότητα και τη σύσταση του μητρικού γάλακτος, την αύξηση του βάρους του βρέφους ή τη μετέπειτα ανάπτυξή του.
Για τον λόγο αυτό, εφόσον μια γυναίκα αποφασίσει, σε συνεννόηση με τον γιατρό της, να λάβει GLP-1 ενώ θηλάζει, οι ειδικοί συστήνουν στενή παρακολούθηση της αύξησης του βάρους του παιδιού. Παράλληλα, η χρήση των φαρμάκων δεν συνιστάται όταν το βρέφος έχει γεννηθεί πρόωρα.
Οι οδηγίες, πάντως, δεν δίνουν σαφή απάντηση σε ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα: εάν και πότε θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία μια γυναίκα μετά τον τοκετό, όταν πριν από την εγκυμοσύνη δεν πληρούσε τα κριτήρια για τη λήψη GLP-1.
Το ζήτημα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς η χρήση αυτών των φαρμάκων μετά τον τοκετό αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση στοιχείων από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, η οποία δημοσιεύθηκε ως ερευνητική επιστολή στο JAMA, οι γυναίκες που ξεκίνησαν GLP-1 μέσα στους πρώτους έξι μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού τους αυξήθηκαν κατά 24 φορές μεταξύ 2018 και 2025.
Το ποσοστό των σχετικών συνταγογραφήσεων αυξήθηκε από 0,08% το 2018 σε 1,9% το 2025, γεγονός που αποτυπώνει τη ραγδαία διείσδυση των συγκεκριμένων θεραπειών και σε γυναίκες που έχουν μόλις αποκτήσει παιδί.
Οι γιατροί διαπιστώνουν πλέον ότι όλο και περισσότερες γυναίκες ζητούν πληροφορίες για τα GLP-1 μετά τον τοκετό, είτε επειδή λάμβαναν τα φάρμακα πριν από την εγκυμοσύνη είτε επειδή εξετάζουν για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να ξεκινήσουν θεραπεία.
Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή μετά τον τοκετό
Η δρ Καρολάιν Απόβιαν, διευθύντρια του Integrated Weight Center του Mass General Brigham στη Βοστόνη, επισημαίνει ότι το βάρος που παραμένει μετά από μια εγκυμοσύνη μπορεί να συσσωρευτεί έπειτα από διαδοχικούς τοκετούς.
«Αν δεν χάσεις το βάρος, μπορεί να το μεταφέρεις στη δεύτερη ή στην τρίτη εγκυμοσύνη και, όταν φτάσεις στην εμμηνόπαυση, να έχεις καταλήξει περίπου 27 κιλά πάνω από το επιθυμητό βάρος», αναφέρει.
Σύμφωνα με την ίδια, εφόσον μια γυναίκα έχει ολοκληρώσει τον θηλασμό και πληροί πλέον τα ιατρικά κριτήρια, θα μπορούσε να εξεταστεί η έναρξη θεραπείας με GLP-1 ακόμη και αν πριν από την εγκυμοσύνη δεν υπήρχε αντίστοιχη ένδειξη.
Από την πλευρά της, η δρ Ρόμπιν Λιου, οικογενειακή γιατρός στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, τονίζει ότι η απόφαση δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στο βάρος. Κατά την αξιολόγηση μιας γυναίκας μετά τον τοκετό εξετάζει συνολικά την κατάσταση της υγείας της, αλλά και το ιστορικό της εγκυμοσύνης, όπως το εάν εμφάνισε διαβήτη κύησης ή υπέρταση.
«Υπάρχουν άλλα προβλήματα υγείας που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από αυτή τη θεραπεία; Τι άλλες παρεμβάσεις έχουν ήδη δοκιμαστεί;», είναι, όπως εξηγεί, μερικά από τα ερωτήματα που πρέπει να προηγούνται μιας τέτοιας απόφασης.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν, παράλληλα, ότι η απώλεια των κιλών της εγκυμοσύνης χρειάζεται χρόνο και ότι οι πρώτοι μήνες μετά τον τοκετό δεν αποτελούν απαραίτητα την κατάλληλη στιγμή για την έναρξη μιας μακροχρόνιας φαρμακευτικής αγωγής.
Η δρ Αμάντα Βελάσκεζ, διευθύντρια του τμήματος Ιατρικής της Παχυσαρκίας στο Cedars-Sinai Center for Weight Management and Metabolic Health στο Λος Άντζελες, εξηγεί ότι πολλές γυναίκες απογοητεύονται όταν τρεις μήνες μετά τον τοκετό δεν έχουν χάσει το μεγαλύτερο μέρος των κιλών που πήραν κατά την εγκυμοσύνη.
«Μπορεί να χρειαστούν ένα έως δύο χρόνια για να επιστρέψει το σώμα στην προηγούμενη κατάστασή του. Κάθε ασθενής είναι διαφορετική. Τρεις μήνες μετά τον τοκετό μπορεί να είναι πολύ νωρίς για να ξεκινήσει κανείς μια μακροχρόνια θεραπεία», σημειώνει.
Όπως προσθέτει, αρκετές γυναίκες που λάμβαναν GLP-1 πριν από την εγκυμοσύνη επιθυμούν να επιστρέψουν γρήγορα στη θεραπεία, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την απόφασή τους για τη διάρκεια του θηλασμού.
Οι γιατροί υπενθυμίζουν, ωστόσο, ότι ο ίδιος ο θηλασμός μπορεί να συμβάλει στην απώλεια μέρους του βάρους που αποκτήθηκε κατά την εγκυμοσύνη και ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά, χωρίς βιαστικές αποφάσεις.
«Γνωρίζουν ότι το σώμα τους έχει την τάση να επιστρέφει στο υψηλότερο βάρος που είχε στο παρελθόν. Είναι, επομένως, θέμα χρόνου», καταλήγει η Βελάσκεζ.