ΣΑΓΚΑΗ: ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΟΠΟΥ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΗΡΘΕ ΝΩΡΙΤΕΡΑ – KΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ
Σαγκάη: Μια πόλη που σε μεθά με τα φώτα της, σε ταΐζει σαν βασιλιά και σε μεταφέρει στο αύριο. Πίσω όμως από τους ουρανοξύστες, τους δράκους και την απόλυτη τεχνολογική ευκολία, υπάρχει μια άλλη ιστορία: εκείνη της διαρκούς επιτήρησης και της ελευθερίας που δεν είναι ποτέ αυτονόητη.
Η Σαγκάη είναι μια πόλη που σε εντυπωσιάζει με την πρώτη ματιά. Σε ρουφάει μέσα στον ξέφρενο ρυθμό της, σε θαμπώνει με τα φώτα της, σε παρασύρει με τις μυρωδιές και τις γεύσεις της και σε κάνει να αισθάνεσαι πως το μέλλον, για το οποίο στην Ευρώπη ακόμη συζητάμε, εδώ έχει ήδη φτάσει. Και έχει προλάβει να γίνει καθημερινότητα.
Η Σαγκάη δεν είναι μόνο μια φουτουριστική μεγαλούπολη με εντυπωσιακούς ουρανοξύστες. Είναι μια πόλη γεμάτη αντιφάσεις. Ένας κόσμος όπου η παράδοση συνυπάρχει με την τεχνητή νοημοσύνη, οι αιώνες με τα δευτερόλεπτα, η ακραία κατανάλωση με τα στενά της καθημερινότητας, η ανθρώπινη ζεστασιά με μια ασύλληπτη αυτοματοποίηση.
Είναι μια πόλη που σου προσφέρει σχεδόν τα πάντα. Αρκεί, μόνο, να μη ζητήσεις εκείνο που δεν προβλέπει το σύστημά της. Όπως μια απλή διαίρεση με το μυαλό ή κάτι απολύτως αναλογικό.
Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω την τετραήμερη διαμονή μου εκεί, θα ξεχώριζα τα εξής:
The Bund: Εκεί όπου το μέλλον ανάβει τα φώτα του
Όσοι φίλοι είχαν επισκεφθεί τη Σαγκάη μού είχαν δώσει μία και μοναδική συμβουλή: «Στο Bund να πας βράδυ». Τους άκουσα. Και ευτυχώς, γιατί είχαν απόλυτο δίκιο.
Το The Bund, η ιστορική προκυμαία της Σαγκάης, ήταν το σημείο όπου οι αντιφάσεις της πόλης ξεδιπλώνονταν μπροστά μου με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Από τη μία, τα μεγαλοπρεπή κτίρια της αποικιακής της ιστορίας, με τις επιβλητικές ευρωπαϊκές προσόψεις τους. Από την άλλη, πέρα από τον ποταμό Χουανγκπού, οι φωτισμένοι ουρανοξύστες μιας Κίνας που έμοιαζε να έχει ήδη κατακτήσει το μέλλον.
Η νυχτερινή θέα ήταν σχεδόν εξωπραγματική. Ο Oriental Pearl Tower, με τις χαρακτηριστικές φωτεινές σφαίρες του, αναβόσβηνε σαν ένα υπερπολυτελές χριστουγεννιάτικο στολίδι. Δίπλα του, οι γιγάντιοι γυάλινοι πύργοι σχημάτιζαν έναν ορίζοντα που θύμιζε περισσότερο κινηματογραφικό σκηνικό επιστημονικής φαντασίας παρά πραγματική πόλη. Τα φώτα καθρεφτίζονταν στα νερά του ποταμού και για λίγες στιγμές έμεινα απλώς να κοιτάζω, προσπαθώντας να χορτάσω μια εικόνα που καμία φωτογραφία δεν μπορούσε να αποδώσει.
Γύρω μου, βέβαια, επικρατούσε το αδιαχώρητο. Οικογένειες, παρέες, ζευγάρια, τουρίστες, άνθρωποι που φωτογράφιζαν ασταμάτητα, γελούσαν, μιλούσαν, τραγουδούσαν. Ένα ατελείωτο ανθρώπινο ποτάμι δίπλα στο πραγματικό ποτάμι της πόλης.
Το βλέμμα μου περιπλανιόταν από την ιστορική, ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής όχθη στους φουτουριστικούς πύργους απέναντι. Ήταν σαν να στεκόμουν πάνω σε μια αόρατη γραμμή που χώριζε δύο αιώνες. Μόνο που στη Σαγκάη το παρελθόν και το μέλλον δεν βρίσκονταν σε διαφορετικές εποχές. Στέκονταν αντικριστά, στις δύο όχθες του ίδιου ποταμού.
Nanjing Road: Δράκοι που βγάζουν καπνούς και γυναίκες που χορεύουν στον ήλιο
Αν το Bund ήταν η εντυπωσιακή πρόσοψη της Σαγκάης, η Nanjing Road ήταν ο ξέφρενος παλμός της.
Φανταστείτε την Times Square της Νέας Υόρκης. Πολλαπλασιάστε την επί τρία. Προσθέστε μουσική από κάθε πιθανή κατεύθυνση, αρώματα τηγανητού φαγητού, γλυκά, φωτεινές επιγραφές, αμέτρητα καταστήματα και ένα ανθρώπινο ποτάμι που έμοιαζε να μη σταματά ποτέ.
Κάπως έτσι έζησα τη Nanjing Road, εκεί όπου ο καταναλωτισμός είχε μετατραπεί σε υπερθέαμα.
Οι βιτρίνες δεν αρκούνταν στο να εκθέτουν τα προϊόντα τους. Ήθελαν να σε καθηλώσουν. Στα καταστήματα με ασημικά, τεράστιοι δράκοι ανοιγόκλειναν τα στόματά τους και έβγαζαν καπνούς, λες και είχαν ξεπηδήσει από κάποιο φαντασμαγορικό παραμύθι. Οι οθόνες άλλαζαν εικόνες με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οι μουσικές μπλέκονταν μεταξύ τους και κάθε κατάστημα προσπαθούσε να ξεπεράσει το διπλανό του σε φως, θόρυβο και εντυπωσιασμό.
Οι ουρές ήταν κι αυτές μέρος του θεάματος. Άνθρωποι περίμεναν υπομονετικά για ένα παραδοσιακό κινέζικο γλυκό με κόκκινο φασόλι, λίγο παρακάτω για παγωτά, παραδίπλα για κάποιο σνακ που δεν ήξερες τι ακριβώς περιείχε, αλλά ήθελες οπωσδήποτε να δοκιμάσεις.
Δεν χρειαζόταν να καταλάβω τις κινέζικες επιγραφές και τα άγνωστά μου ιδεογράμματα. Αρκούσε να ακολουθήσω τις μυρωδιές.
Η Nanjing Road ήταν θορυβώδης, υπερβολική, σχεδόν εξαντλητική. Κι όμως, είχε μια ενέργεια που με έκανε να θέλω να συνεχίσω να περπατώ. Ήταν το σημείο όπου η Σαγκάη έμοιαζε αποφασισμένη να αποδείξει πως τίποτα δεν ήταν υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά φωτεινό ή υπερβολικά φανταχτερό.
Μόνο που η ίδια λεωφόρος, το επόμενο πρωί θα μου αποκάλυπτε ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο.
Περνώντας από εκεί νωρίς το πρωί, τα πλήθη είχαν εξαφανιστεί, οι ουρές δεν είχαν ακόμη σχηματιστεί και ο δρόμος, που το προηγούμενο βράδυ έμοιαζε να ασφυκτιά από ζωή, ήταν σχεδόν άδειος.
Τη θέση των καταναλωτών είχαν πάρει ομάδες μεσήλικων γυναικών που χόρευαν μπροστά στις γυάλινες βιτρίνες των καταστημάτων. Με συγχρονισμένες κινήσεις, ακολουθώντας τη μουσική, άπλωναν τα χέρια τους προς τον ουρανό, στρέφονταν προς το πρωινό φως, σαν να έκαναν μια ιδιότυπη επίκληση στον ήλιο.
Ήταν ίσως μία από τις πιο ανθρώπινες εικόνες που κράτησα από τη Σαγκάη. Σε μια πόλη όπου σχεδόν τα πάντα είχαν αυτοματοποιηθεί, κάποιες γυναίκες επέμεναν σε κάτι απολύτως αναλογικό: να συναντιούνται, να κινούνται μαζί, να υποδέχονται τη μέρα με το σώμα τους.
Πίσω από τη λάμψη, η άλλη Σαγκάη
Αρκούσε να στρίψω σε ένα στενό και να κάνω λίγα μόλις βήματα πίσω από τη φαντασμαγορία της Nanjing Road και η εικόνα άλλαζε απότομα. Οι τεράστιες οθόνες εξαφανίζονταν. Οι εντυπωσιακές προσόψεις έδιναν τη θέση τους σε ταπεινότερα κτίρια. Και πάνω από το κεφάλι μου απλώνονταν αμέτρητα ηλεκτρικά καλώδια, μπλεγμένα μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα πυκνό δίχτυ που έμοιαζε να κλείνει τον ορίζοντα.
Ήταν σαν να περνούσα ξαφνικά από το αύριο στο χθες.
Εδώ η Σαγκάη έχανε το λαμπερό της φίλτρο. Δεν προσπαθούσε να με εντυπωσιάσει. Ήταν σαν να είχα περάσει, με έναν αλλόκοτο τρόπο, στα παρασκήνια μιας γιγαντιαίας θεατρικής παραγωγής.
Η πόλη που πριν από λίγο με είχε πείσει ότι όλα λειτουργούσαν με τεχνολογική τελειότητα μου αποκάλυπτε ξαφνικά ένα πιο ακατάστατο, λιγότερο επιμελημένο πρόσωπο.
Και αυτό το πρόσωπο δεν ήταν καθόλου λιγότερο γοητευτικό. Ίσως, μάλιστα, να ήταν πιο ενδιαφέρον, γιατί δεν είχε σχεδιαστεί για να εντυπωσιάσει.
Yu Garden: Ένα ταξίδι στην Κίνα των αιώνων
Ο Yu Garden ήταν ένας μικρός, σχεδόν παραμυθένιος κόσμος φτιαγμένος από πέτρα, νερό, ξύλο και πράσινο. Παραδοσιακές στέγες με ανασηκωμένες άκρες, ξύλινες στοές, λιμνούλες, μικρές γέφυρες και παράθυρα που καδράριζαν το τοπίο σαν πίνακες κινέζικης ζωγραφικής. Κάθε γωνιά έκρυβε μια διαφορετική εικόνα, κάθε στροφή και μια καινούρια λεπτομέρεια.
Ήταν από τα ελάχιστα μέρη της Σαγκάης όπου ένιωσα ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Το φως έπεφτε πάνω στις παλιές πέτρες, ένα δέντρο έγερνε προς το νερό, ψάρια κολυμπούσαν σε αυτά. Για λίγο, η φρενήρης μητρόπολη έμοιαζε να βρίσκεται πολύ μακριά.
Μόνο που αυτή η ηρεμία τελείωσε απότομα μόλις βγήκαμε από τον κήπο. Εκεί μας περίμενε ένα πολύχρωμο, θορυβώδες πανηγύρι.
Η Παλιά Πόλη έμοιαζε τόσο περιποιημένη, τόσο θεατρική, που κάποιες στιγμές αναρωτιόμουν αν βρισκόμουν πράγματι σε μια ιστορική γειτονιά ή σε μια κινεζική Disneyland, κατασκευασμένη για να προσφέρει στους επισκέπτες μια φαντασμαγορική εκδοχή του παρελθόντος.
Στο Yuyuan Bazaar επικρατούσε πραγματικός χαμός. Ένας ατελείωτος λαβύρινθος από καταστήματα, κόκκινα φαναράκια, χειροτεχνήματα, μεταξωτά, τσάγια, μπαχαρικά και πάγκους με κάθε λογής φαγητό. Μουσικές ακούγονταν από παντού, πωλητές παρουσίαζαν τα προϊόντα τους, οικογένειες προσπαθούσαν να κινηθούν ανάμεσα στο πλήθος, παρέες σταματούσαν κάθε λίγα μέτρα για φωτογραφίες. Άνθρωποι πήγαιναν κι έρχονταν, σχημάτιζαν ουρές, δοκίμαζαν λιχουδιές, γελούσαν, έβγαζαν selfies, χάνονταν μέσα στα μαγαζιά και ξαναξεπρόβαλλαν κρατώντας σακούλες και μικρά χάρτινα κουτιά γεμάτα φαγητό.
Η πολυκοσμία ήταν ασύλληπτη. Κι όμως, αντί να μας κουράζει, αυτός ο χαμός είχε κάτι απίστευτα γοητευτικό. Υπήρχε μια χαρούμενη αναστάτωση, μια αίσθηση διαρκούς γιορτής, σαν να είχε συγκεντρωθεί ολόκληρη η πόλη εκεί για να φάει, να ψωνίσει και να διασκεδάσει.
Δεν δίστασα να δοκιμάσω και εγώ διάφορα από τους πλανόδιους πωλητές. Άλλωστε, πώς να αντισταθείς όταν σε κάθε γωνία κάτι ψήνεται, τηγανίζεται, αχνίζει ή μοσχοβολά; Γλυκά ψωμάκια, αχνιστά dumplings, τηγανητές λιχουδιές, παράξενα για τα δικά μας γευστικά δεδομένα γλυκίσματα, τσάγια και χυμοί.
Το γοητευτικό και συνάμα σουρεαλιστικό ήταν πως πίσω από τις καμπυλωτές παραδοσιακές στέγες ξεπρόβαλλαν οι σύγχρονοι ουρανοξύστες της Σαγκάης.
Το παρελθόν δεν είχε εξαφανιστεί κάτω από το βάρος του μέλλοντος. Είχε μετατραπεί σε κομμάτι του, σε αξιοθέατο, σε εμπορικό θέαμα, σε μια πολύχρωμη και καλοστημένη εμπειρία.
Η πρώην Γαλλική Συνοικία: Μια πόλη που ξέρει και να ψιθυρίζει
Αν υπάρχει ένα μέρος στη Σαγκάη όπου πρέπει κάποιος να χαθεί, αυτό είναι η πρώην Γαλλική Συνοικία.
Εδώ η μεγαλούπολη χαμήλωνε ξαφνικά τη φωνή της. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι μεγάλα δέντρα, παλιές βίλες, art deco προσόψεις, μικρά καφέ και βιβλιοπωλεία. Η Wukang Road και η Anfu Road σε προσκαλούσαν να περπατήσεις χωρίς να κοιτάζεις διαρκώς τον χάρτη. Στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και γύρω από το Xintiandi, η πόλη αποκτούσε μια διαφορετική, σχεδόν ευρωπαϊκή κομψότητα.
Μικρά καταστήματα με ιδιαίτερα ρούχα ξεπρόβαλλαν από το πουθενά. Μπουτίκ με καλλυντικά, παλαιοπωλεία, αντικερί, μικρά εστιατόρια και όμορφες βιτρίνες σε έκαναν να σταματάς κάθε λίγα μέτρα.
Και το βράδυ γινόταν ακόμη πιο γοητευτική. Οι δρόμοι ήταν διακριτικά φωτισμένοι, σχεδόν υποφωτισμένοι. Τα φώτα από τα καφέ και τα εστιατόρια έπεφταν πάνω στα πεζοδρόμια, τα δέντρα σχημάτιζαν σκιές και η ατμόσφαιρα αποκτούσε έναν απροσδόκητο ρομαντισμό.
Το εντυπωσιακό ήταν πως, παρά τον χαμηλό φωτισμό, δεν αισθάνθηκα την παραμικρή ανασφάλεια.
Περπατούσα χαλαρά, κοιτούσα τις βιτρίνες, χανόμουν στα στενά, χωρίς εκείνη τη γνώριμη επιφυλακή που συχνά σε συνοδεύει τη νύχτα σε μεγάλες μητροπόλεις. Ήταν μια αίσθηση ελευθερίας μέσα στον δημόσιο χώρο που με κέρδισε αμέσως.
Και που, όπως θα διαπίστωνα ξανά και ξανά, είχε κι αυτή την αντίφασή της.
Το φαγητό: Εδώ καταλαβαίνεις πόσο λίγα ξέρεις για την κινέζικη κουζίνα
Ας μιλήσουμε, όμως, για ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της Σαγκάης: το φαγητό της.
Ξεχάστε το «κινέζικο» που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Ή, τουλάχιστον, ξεχάστε την ιδέα ότι αυτή η εξευρωπαϊσμένη εκδοχή αντιπροσωπεύει μια τόσο τεράστια γαστρονομική παράδοση.
Στη Σαγκάη το φαγητό ήταν ολόκληρη περιπέτεια. Αχνιστά dumplings που έκρυβαν μέσα τους υπέροχο ζωμό, τηγανητά ψωμάκια που έπρεπε να δαγκώσεις προσεκτικά για να μη σε κάψει το ζουμί, αρωματικά noodles, σούπες που έμοιαζαν να περιέχουν μια ολόκληρη ιστορία σε κάθε κουταλιά.
Θαλασσινά, λαχανικά, tofu, αλλόκοτες για το ευρωπαϊκό μάτι υφές, γεύσεις που κινούνταν απρόβλεπτα ανάμεσα στο γλυκό, στο αλμυρό, στο ξινό και στο πικάντικο.
Το πιο απολαυστικό ήταν ότι πολλές φορές δεν ήξερες ακριβώς τι παρήγγελνες. Έδειχνες μια φωτογραφία, σκάναρες έναν κωδικό στο Alipay, χρησιμοποιούσες μια εφαρμογή μετάφρασης ή συνεννοούσουν με χειρονομίες.
Και λίγο αργότερα έφτανε στο τραπέζι σου κάτι που δεν είχες ξαναδοκιμάσει και ευχόσουν να μπορούσες να το βρεις και στην Αθήνα.
Η πιο μεγάλη αποκάλυψη δεν βρισκόταν απαραίτητα στα εντυπωσιακά εστιατόρια με τις εξαιρετικές κριτικές. Βρισκόταν συχνά στα μικρά, καθημερινά μαγαζιά, εκεί όπου ο κόσμος περίμενε για ένα ζεστό ψωμάκι, ένα πιάτο noodles ή μια λιχουδιά που ετοιμαζόταν μπροστά στα μάτια του.
Η Σαγκάη σε τάιζε υπέροχα. Ήταν από εκείνες τις πόλεις όπου, μόλις τελείωνες ένα γεύμα, άρχιζες ήδη να σκέφτεσαι το επόμενο.
Η πόλη όπου το κινητό σου γίνεται το κλειδί για τα πάντα
Εάν υπήρχε κάτι που με εντυπωσίασε όσο και οι ουρανοξύστες, ήταν η σχεδόν απόλυτη αυτοματοποίηση της καθημερινής ζωής. Στη Σαγκάη το κινητό δεν ήταν απλώς μια συσκευή επικοινωνίας. Ήταν το πορτοφόλι σου, το εισιτήριό σου, το μενού σου, ο χάρτης σου, ο τρόπος με τον οποίο παρήγγελνες φαγητό ή έβρισκες ταξί.
Τα QR codes ήταν παντού. Στο εστιατόριο σκάναρες, επέλεγες, παρήγγελνες, πλήρωνες, το ίδιο και στα μέσα μεταφοράς και στα καταστήματα.
Οι πλατφόρμες Alipay και WeChat αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας εκεί, ενώ το VPN ήταν απαραίτητο για να έχουμε πρόσβαση σε διαδικτυακές υπηρεσίες που χρησιμοποιούσαμε στην Ελλάδα και δεν ήταν διαθέσιμες στην Κίνα.
Και η αυτοματοποίηση δεν σταματούσε εκεί. Έβλεπες ρομποτικές συσκευές, αυτόματα συστήματα παραγγελιών, οθόνες σε κάθε πιθανό σημείο, μια τεχνολογική υποδομή που συχνά καταργούσε ακόμη και τη μικρότερη αναμονή. Η ευκολία ήταν εντυπωσιακή, όλα έμοιαζαν σχεδιασμένα ώστε να μη χάνεις χρόνο.
Κι εδώ αναπόφευκτα σκεφτόμουν τη δική μας καθημερινότητα. Την ατελείωτη γραφειοκρατία, τις δυσλειτουργίες, τις μετακινήσεις που γίνονται δοκιμασία, τα συστήματα που άλλοτε δουλεύουν και άλλοτε όχι. Η Σαγκάη, σε πολλά πράγματα, έδειχνε τι σημαίνει να οργανώνεις μια μητρόπολη γύρω από την ταχύτητα και την εξυπηρέτηση.
Υπήρχε όμως κι ένα παράδοξο. Όσο πιο εύκολη γινόταν η καθημερινότητά σου, τόσο λιγότερο φαινόταν να χρειάζεται να επικοινωνήσεις με έναν άλλον άνθρωπο.
Στις τέσσερις μέρες μου στη Σαγκάη, αυτή η τεχνολογική εξοικείωση μού προκάλεσε αρκετές φορές μια παράξενη αίσθηση. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τις εφαρμογές με απίστευτη φυσικότητα. Η σχέση τους με την τεχνολογία ήταν τόσο αυτονόητη, ώστε πολλές καθημερινές συναλλαγές δεν απαιτούσαν πια σχεδόν καμία ανθρώπινη επαφή.
Μέχρι εδώ, όλα καλά.
Τι γινόταν, όμως, όταν χρειαζόσουν κάτι που δεν προέβλεπε η οθόνη;
Όταν έκανες μια ερώτηση που δεν μπορούσε εύκολα να μεταφραστεί σε μια επιλογή στο κινητό; Σε αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, συνάντησα μια σχεδόν αμήχανη ακινησία. Ένα βλέμμα απορίας, σαν η ερώτηση να είχε βγει έξω από τις προδιαγραφές της καθημερινής λειτουργίας.
Δεν ξέρω πόσο από αυτό οφειλόταν στη γλώσσα, πόσο στις πολιτισμικές διαφορές και πόσο στη συνήθεια να βρίσκονται όλες οι απαντήσεις μέσα σε μια εφαρμογή. Ξέρω όμως ότι μου έλειψε μερικές φορές εκείνη η αυθόρμητη ανθρώπινη συνεννόηση που γεννιέται όταν κάποιος προσπαθεί να σε βοηθήσει ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι του ζητάς.
Και δεν ήταν ότι δεν συναντούσες ευγένεια ή προθυμία, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να σε εξυπηρετήσουν, όμως η τεχνολογία είχε γίνει τόσο ισχυρός μεσολαβητής, ώστε κάποιες φορές δυσκόλευε την επικοινωνία που υποτίθεται ότι διευκόλυνε.
Η απόλυτη αίσθηση ασφάλειας και το βλέμμα που δεν κοιμάται ποτέ
Και φτάνουμε στο μεγάλο «αλλά». Γιατί υπήρχε κάτι στη Σαγκάη που με εντυπωσίασε σχεδόν όσο η τεχνολογική της υπεροχή: η αίσθηση ασφάλειας.
Περπατούσα σε μεγάλους δρόμους, σε μικρά στενά, σε φωτισμένες λεωφόρους αλλά και σε ήσυχες, υποφωτισμένες γειτονιές, χωρίς να αισθάνομαι ανησυχία.
Σε ένα καφέ, μπορούσες να αφήσεις πάνω στο τραπέζι το κινητό ή ακόμη και το λάπτοπ σου και να πας στην τουαλέτα χωρίς να φοβάσαι ότι, επιστρέφοντας, θα είχαν εξαφανιστεί. Μία σιγουριά καθόλου αυτονόητη στη Δύση.
Ωστόσο, αν σήκωνες λίγο το βλέμμα, καταλάβαινες ότι δεν ήσουν ποτέ πραγματικά μόνος. Υπήρχαν παντού κάμερες. Στις λεωφόρους, στις διασταυρώσεις, στις εισόδους κτιρίων, στους σταθμούς, στα καταστήματα, σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους.
Η Κίνα έχει δημιουργήσει ένα από τα εκτενέστερα δίκτυα βιντεοεπιτήρησης στον κόσμο. Τα συστήματα αυτά δεν περιορίζονται στην απλή καταγραφή εικόνας. Σε πολλές περιπτώσεις συνδέονται με τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου, ανάλυσης δεδομένων και αυτοματοποιημένου εντοπισμού παραβάσεων.
Το εύρος και οι δυνατότητές τους έχουν καταγραφεί σε διεθνή δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, όπως και οι ανησυχίες για τη χρήση τους από τις αρχές.
Και εδώ βρισκόταν η θεμελιώδης αντίφαση, καθώς από τη μία πλευρά, αισθανόσουν ασφαλής και η καθημερινότητα έμοιαζε προστατευμένη από μικροπαραβατικότητα και απρόοπτα. Από την άλλη, γνώριζες πως η ίδια τεχνολογία που μπορούσε να εντοπίσει έναν κλέφτη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για να παρακολουθήσει έναν διαδηλωτή, έναν αντιφρονούντα ή έναν άνθρωπο που η εξουσία θεωρούσε ενοχλητικό.
Το ερώτημα ήταν τι άλλο συνόδευε αυτή την ασφάλεια. Ποια δεδομένα συλλέγονταν, ποιος αποκτούσε πρόσβαση σε αυτά, ποιος αποφάσιζε για τη χρήση τους και ποιες δυνατότητες είχε ο πολίτης να αντιδράσει όταν η επιτήρηση στρεφόταν εναντίον του.
Αξίζει, λοιπόν, να πάει κάποιος στη Σαγκάη;
Η Σαγκάη είναι μια συναρπαστική πόλη. Ένας προορισμός που αξίζει να γνωρίσεις, όχι μόνο για την ομορφιά και την ενέργειά του, αλλά και επειδή σε αναγκάζει να σκεφτείς τον κόσμο στον οποίο οδεύουμε.
Έναν κόσμο πιο γρήγορο, πιο αποτελεσματικό, πιο αυτοματοποιημένο. Έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα μπορεί να γίνεται ολοένα πιο εύκολη, την ίδια στιγμή που η ιδιωτικότητα και η προσωπική αυτονομία δοκιμάζονται.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να ταξιδέψει κανείς στην Κίνα για να δει αυτές τις “τάσεις”. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες της Δύσης συγκεντρώνουν ήδη τεράστιες ποσότητες προσωπικών δεδομένων, ενώ η ψηφιακή επιτήρηση επεκτείνεται και σε δημοκρατικές κοινωνίες.
Η διαφορά βρίσκεται στους θεσμούς, στα δικαιώματα και στα όρια που μπορούν να επιβληθούν σε εκείνους που διαθέτουν την τεχνολογική ισχύ. Γι’ αυτό και η Σαγκάη δεν είναι απλώς μια συναρπαστική ταξιδιωτική εμπειρία. Είναι μια ματιά σε ένα πιθανό μέλλον.