ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΠΑΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΝΩ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ 100.000 ΝΕΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ;
Υπάρχουν λόγοι που οι πλατφόρμες streaming και η ανάγκη μας για ασφάλεια “πνίγουν” τις νέες κυκλοφορίες στα charts.
Ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν ήταν πιο εύκολο από ό,τι είναι σήμερα, να γράψει κάποιος μουσική, να την ηχογραφήσει και να τη διανείμει σε όλον τον πλανήτη.
Ποτέ όμως, δεν ήταν και πιο δύσκολο να ακουστεί.
Όχι μόνο γιατί υπάρχει υπερπροσφορά (καθημερινά εμφανίζονται περισσότερα από 100.000 τραγούδια σε υπηρεσίες livestreaming), αλλά επειδή ανταγωνίζονται και την ιστορία.
Και κάπως έτσι, όπως αποκάλυψε η Luminate, των ανεξάρτητων δεδομένων και αναλύσεων διασκέδασης που παρακολουθεί την κατανάλωση μουσικής, ταινιών και τηλεοπτικών προϊόντων, στο πρώτο μισό του 2026 η μουσική που κυκλοφόρησε “από πριν από 18 μήνες έως 3 χρόνια” και επίσημα κατηγοριοποιείται ως “κατάλογος”, αντιστοιχούσε σε ποσοστό +70% της συνολικής κατανάλωσης μουσικής στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Κάτι ανάλογο φαίνεται να γίνεται και σε άλλες χώρες του πλανήτη.
Τι λέει όμως, αυτό το δεδομένο για εμάς και τι για τη μουσική βιομηχανία; Γιατί ακούμε παλιά τραγούδια, περισσότερο από νέα;
Από τη φυσική αναζήτηση στο ατελείωτο ψηφιακό ράφι
Γιατί αφήσαμε την αναζήτηση των νέων “κουλουριών” για εκείνα που ξέρουμε και εμπιστευόμαστε; Ερευνητές προτείνουν κάποιες υποθέσεις, ως λόγους αυτής της μετατόπισης και στο Νο1 είναι… αυτό που είπαμε στην αρχή: την ατελείωτη προσφορά, σε συνδυασμό ωστόσο, με την οικονομία του streaming.
Τα παλιά τα χρόνια, για να ακούσεις μουσική είχες τις εξής επιλογές: να βάλεις ραδιόφωνο ή ένα μουσικό τηλεοπτικό κανάλι ή να βάλεις μια κασέτα στο κασετόφωνο -έναν δίσκο στο πικ απ, ένα CD στο CD player. Προηγουμένως, έπρεπε να ντυθείς, να βγεις από το σπίτι σου, να πας σε δισκοπωλεία και να αγοράσεις κασέτα, δίσκο ή CD.
Ο κάθε καλλιτέχνης εν τω μεταξύ, δεν “κυκλοφορούσε” νέα δουλειά κάθε τρεις ή έξι μήνες. Υπήρχε μια χρονοβόρος διαδικασία που αφορούσε πολλές διαφορετικές ειδικότητες, από τη δημιουργία ενός τραγουδιού έως την κυκλοφορία του.
Τώρα, χρειάζεται ένα upload από τους δημιουργούς που μπορούν να κυκλοφορούν δουλειές τους και κάθε μέρα.
Για τις πλατφόρμες του streaming εν τω μεταξύ, ό,τι και αν ακούς (παλιό ή νέο) είναι το ίδιο. Το μόνο που τις νοιάζει είναι πόσες φορές ακούγεται κάτι, με τα έσοδα να είναι τα ίδια είτε κυκλοφόρησε χθες, είτε το ‘70.
Ο θάνατος της «μονοκουλτούρας» και τα funds των εκατομμυρίων
Τα περιορισμένα media σήμαιναν πως παλαιότερα ό,τι ακούγαμε στο ραδιόφωνο, το βλέπαμε στο MTV και εν πάση περιπτώσει ήταν πολύ πιο εύκολο να ξέρουμε το ΤΟΡ5 των τραγουδιών, κάθε εβδομάδα.
Στο σήμερα, υπάρχουν άπειρες “μικροκοινότητες” (niche bubbles), με έναν καλλιτέχνη να μπορεί να έχει 20.000.000 streams και ο ακριβώς διπλανός του, να μην τον έχει ακούσει ποτέ.
Σε αυτήν τη συνθήκη, αντιλαμβάνεσαι πως λειτουργούν πολύ καλύτερα, ως πολιτιστικός παρονομαστής, τα παλιά κλασικά hits που τα ξέρουμε όλοι, από όπου και αν προερχόμαστε.
Θέλω να έχεις υπ’ όψιν σου πως funds όπως η Hipgnosis, η Blackstone και η Universal έχουν αγοράσει τα δικαιώματα καταλόγων, από τον David Bowie και τον Bob Dylan έως τη Shakira και τους Red Hot Chili Peppers, για εκατοντάδες εκατομμύρια.
Προφανώς θέλουν να βγάλουν χρήματα από τέτοιες επενδύσεις. Έτσι, δεν αφήνουν τα τραγούδια τους στην τύχη τους. Για αυτό και τα βλέπουμε παντού τελευταία, από ταινίες και σειρές σε πλατφόρμες, έως διαφημίσεις και video games.
Η δικτατορία του skip και το safe bet των αλγορίθμων
Αν νομίζεις πως κάνεις ό,τι θες στις πλατφόρμες, είσαι βαθιά γελασμένος/η. Αλγόριθμοι κατευθύνουν προτιμήσεις, ώστε να μείνεις στον πάροχο για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μελέτες σχετικά με τις συνήθειες των ακροατών αποκαλύπτουν ότι πατάμε πιο γρήγορα το “skip” σε άγνωστους ήχους, παρά σε αναγνωρίσιμες μελωδίες.
Όταν λοιπόν, ένας αλγόριθμος εισάγει ένα άγνωστο κομμάτι, η αφοσίωση μειώνεται εκτός βέβαια και αν αυτό που ακούς, σου τραβήξει αμέσως την προσοχή. Αλλά δεν υπάρχει εγγύηση πως θα “αιχμαλωτίσει” πλήθος κόσμου, που είναι και το ζητούμενο.
Και για αυτό οι αλγόριθμοι ανακυκλώνουν γνωστά ακούσματα που έχουν επιβιώσει μέσα στα χρόνια -άρα υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να αρέσουν σε περισσότερους.
Γιατί ο εγκέφαλος κολλάει στα παλιά
Η έρευνα της γνωστικής ψυχολογίας καταγράφει με συνέπεια τo reminiscence bump (κορύφωση των αναμνήσεων). Ως τέτοιo περιγράφεται η τάση των ενηλίκων να αναπτύσσουν βαθιές, δια βίου συναισθηματικές προσκολλήσεις στη μουσική που άκουσαν, σε ηλικίες μεταξύ 12 και 22 ετών.
Εν τω μεταξύ, έχει διαπιστωθεί και ότι κατά τη διάρκεια δύσκολων οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών περιόδων, οι ακροατές χρησιμοποιούμε ενεργά τη μουσική ως “συναισθηματική άγκυρα” και εργαλείο για τη ρύθμιση της διάθεσης.
Η “νοσταλγική μουσική” λοιπόν, προκαλεί άνεση, αντιληπτή απλότητα και συναισθηματική ασφάλεια. Μας ωθεί να επανεξετάσουμε οικεία κομμάτια, αντί να καταβάλουμε γνωστική προσπάθεια στην επεξεργασία νέων μουσικών δομών.
Να κάνουμε δηλαδή, κάτι γνώριμο, οικείο και άρα άχαστο.
Η γενιά του TikTok δεν νοιάζεται για χρονολογίες
Προ social media, ένας καλλιτέχνης (ή η εταιρεία παραγωγής του) προωθούσε τη δουλειά του μέσω φυσικής παρουσίας σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, αλλά και αναπαραγωγή στο ράδιο, από VJs και από DJs. Έτσι, ο καθένας μας ανακάλυπτε -μεμονωμένα- αυτό που του άρεσε.
Σήμερα, η ανακάλυψη καθοδηγείται κυρίως από το TikTok, το Instagram Reels και το YouTube Shorts, με τους δημιουργούς να δίνουν προτεραιότητα στον ήχο που μεταδίδει μια γρήγορη διάθεση ή μια ατάκα σε 15 δευτερόλεπτα.
Συνηθέστερα, οι δημιουργοί ντύνουν το περιεχόμενο τους με γνωστές μουσικές, για να έχουν μεγαλύτερο reach. Εφόσον “κουμπώνει” καλά ο ήχος με την εικόνα, οι νέες γενιές (Gen Z και Gen A) το αποθεώνουν, αδιαφορώντας για το “έτος γέννησης” του κομματιού.