Εξωδικαστικός μηχανισμός: Τι αλλάζει με το σταθερό επιτόκιο 3% και ποιους αφορά – Παραδείγματα
Διαβάζεται σε 7'
Σταθερό επιτόκιο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης προβλέπει η νέα τροπολογία του Κυριάκου Πιερρακάκη για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών. Πώς διαμορφώνονται οι δόσεις σε ρυθμίσεις 15 και 35 ετών, ποιο είναι το πιθανό όφελος και ποια τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
- 04 Νοεμβρίου 2026 08:28
Αλλαγές στο πλαίσιο αποπληρωμής των οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού φέρνει η νέα τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης στο πλαίσιο του νομοσχεδίου για το ιδιωτικό χρέος για το οποίο τρέχει η κοινοβουλευτική επεξεργασία στην Ολομέλεια.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης είναι η καθιέρωση σταθερού επιτοκίου 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί της εφαρμογής κυμαινόμενου επιτοκίου μετά την πρώτη τριετία.
Η αλλαγή αφορά τους ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες και έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μακροχρόνιες ρυθμίσεις, καθώς ο εξωδικαστικός μηχανισμός προβλέπει δυνατότητα αποπληρωμής σε βάθος έως και 35 ετών.
Εφόσον, μάλιστα, η διάταξη ψηφιστεί, το νέο επιτόκιο θα εφαρμόζεται στις δόσεις που καταβάλλονται από την 1η Δεκεμβρίου 2026 και μετά. Με τον τρόπο αυτό, οι δικαιούχοι θα γνωρίζουν εκ των προτέρων το επιτόκιο που θα ισχύει σε όλη την περίοδο εξόφλησης, χωρίς να επηρεάζονται από τις μελλοντικές διακυμάνσεις του Euribor.
Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση για το επιτόκιο
Σήμερα, το επιτόκιο των ρυθμίσεων μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ανέρχεται σε 3% για τα πρώτα τρία χρόνια, όταν οι οφειλές καλύπτονται από εμπράγματες εξασφαλίσεις, και σε 4% για οφειλές χωρίς αντίστοιχες εξασφαλίσεις.
Μετά την παρέλευση της πρώτης τριετίας, εφαρμόζεται κυμαινόμενο επιτόκιο. Συγκεκριμένα, για τις εξασφαλισμένες οφειλές υπολογίζεται με βάση το Euribor τριμήνου συν 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ για τις ανεξασφάλιστες με βάση το Euribor τριμήνου συν 3 μονάδες.
Με το Euribor τριμήνου να βρίσκεται στο 2,67%, τα αντίστοιχα επιτόκια διαμορφώνονται σήμερα σε 5,17% και 5,67%.
Η νέα διάταξη προβλέπει τη διατήρηση του επιτοκίου στο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης, ανεξάρτητα από το εάν η οφειλή διαθέτει εμπράγματες εξασφαλίσεις ή όχι. Η εφαρμογή του συγκεκριμένου επιτοκίου προβλέπεται ως υποχρεωτικός όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης για τις κατηγορίες οφειλετών που πληρούν τα σχετικά κριτήρια.
Η επίδραση της αλλαγής διαφοροποιείται ανάλογα με το ύψος της οφειλής, τη διάρκεια αποπληρωμής και το καθεστώς που θα ίσχυε χωρίς τη νέα ρύθμιση.
Παραδείγματα για ρυθμίσεις 15 και 35 ετών
Τα αριθμητικά παραδείγματα αποτυπώνουν τη διαφορά που μπορεί να προκύψει στις μηνιαίες δόσεις και στο συνολικό ποσό αποπληρωμής, με βάση τα σημερινά δεδομένα των επιτοκίων.
Ρύθμιση 80.000 ευρώ σε 180 δόσεις
Για οφειλή 80.000 ευρώ, η οποία ρυθμίζεται σε 180 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή σε χρονικό διάστημα 15 ετών, το σταθερό επιτόκιο 3% διαμορφώνει τη μηνιαία δόση στα 552,47 ευρώ. Το συνολικό ποσό αποπληρωμής ανέρχεται σε 99.444,60 ευρώ.
Στο ισχύον καθεστώς, εάν η οφειλή διαθέτει εμπράγματες εξασφαλίσεις, η δόση για τους πρώτους 36 μήνες θα ήταν επίσης 552,47 ευρώ. Μετά την τριετία, όμως, και με επιτόκιο 5,17%, θα αυξανόταν στα 622,98 ευρώ.
Η διαφορά ανέρχεται σε 70,51 ευρώ τον μήνα για το υπόλοιπο διάστημα της ρύθμισης, με το συνολικό όφελος από τη διατήρηση του επιτοκίου στο 3% να υπολογίζεται σε περίπου 10.154 ευρώ.
Για οφειλή χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, η μηνιαία δόση με το σημερινό πλαίσιο θα διαμορφωνόταν στα 591,75 ευρώ κατά την πρώτη τριετία, με επιτόκιο 4%, και στη συνέχεια θα αυξανόταν στα 648,07 ευρώ, με επιτόκιο 5,67%.
Με τη νέα ρύθμιση, η δόση παραμένει στα 552,47 ευρώ. Η διαφορά ανέρχεται σε 39,29 ευρώ τον μήνα για τα πρώτα τρία χρόνια και σε 95,61 ευρώ για κάθε μήνα που ακολουθεί. Το συνολικό όφελος υπολογίζεται σε περίπου 15.182 ευρώ.
Ρύθμιση 200.000 ευρώ σε 420 δόσεις
Μεγαλύτερη είναι η διαφορά στις μακροχρόνιες ρυθμίσεις. Για οφειλή 200.000 ευρώ που αποπληρώνεται σε 420 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή σε διάστημα 35 ετών, το σταθερό επιτόκιο 3% διαμορφώνει τη μηνιαία δόση στα 769,70 ευρώ. Το συνολικό ποσό αποπληρωμής φτάνει τις 323.274 ευρώ.
Στην περίπτωση εξασφαλισμένης οφειλής, με το σημερινό καθεστώς η δόση θα παρέμενε στα 769,70 ευρώ για τους πρώτους 36 μήνες. Από την 37η δόση και μετά, με επιτόκιο 5,17%, θα αυξανόταν στα 1.012,18 ευρώ.
Η μηνιαία διαφορά θα ήταν 242,48 ευρώ, ενώ το συνολικό όφελος από το σταθερό επιτόκιο υπολογίζεται σε περίπου 93.043 ευρώ.
Για ανεξασφάλιστη οφειλή, η δόση θα ανερχόταν σήμερα σε 885,55 ευρώ κατά την πρώτη τριετία και σε 1.082,67 ευρώ για το υπόλοιπο διάστημα, με βάση το επιτόκιο 5,67%.
Με τη νέα ρύθμιση, η μηνιαία καταβολή περιορίζεται στα 769,70 ευρώ σε όλη τη διάρκεια της αποπληρωμής. Η διαφορά διαμορφώνεται σε 115,85 ευρώ τον μήνα για τα πρώτα τρία χρόνια και σε 312,97 ευρώ για τις επόμενες 384 δόσεις. Το συνολικό όφελος εκτιμάται σε περίπου 124.352 ευρώ.
Η διαφορά μεταξύ των δύο παραδειγμάτων συνδέεται κυρίως με τη διάρκεια της αποπληρωμής. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εφαρμόζεται το σταθερό επιτόκιο αντί του κυμαινόμενου, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι και η συνολική εξοικονόμηση.
Οι υπολογισμοί βασίζονται στο σημερινό επίπεδο του Euribor τριμήνου, στο 2,67%, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες μελλοντικές μεταβολές του ή η εφαρμογή μηχανισμού step-up. Συνεπώς, τα ποσά είναι ενδεικτικά και το τελικό όφελος εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά κάθε ρύθμισης.
Ποιοι μπορούν να υπαχθούν στη νέα διάταξη
Το σταθερό επιτόκιο 3% αφορά δύο κατηγορίες οφειλετών: όσους έχουν χαρακτηριστεί ευάλωτοι και όσους πληρούν τα κριτήρια του επιλέξιμου οφειλέτη.
Για τους ευάλωτους οφειλέτες προβλέπονται συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά όρια, ενώ απαιτείται η σχετική βεβαίωση.
Ειδικότερα, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, με προσαύξηση 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο τις 21.000 ευρώ.
Η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να ξεπερνά τις 120.000 ευρώ για ένα άτομο, με προσαύξηση 15.000 ευρώ ανά επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο τις 180.000 ευρώ. Παράλληλα, οι καταθέσεις και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά προϊόντα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και τις 21.000 ευρώ για νοικοκυριά πέντε μελών και άνω.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά τους επιλέξιμους οφειλέτες, οι οποίοι μπορούν να διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται.
Τα συνολικά ανώτατα όρια φτάνουν τις 42.000 ευρώ για το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, τις 360.000 ευρώ για την ακίνητη περιουσία και τις 42.000 ευρώ για τις καταθέσεις και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά προϊόντα, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, το εισοδηματικό όριο ορίζεται σε 14.000 ευρώ για ένα άτομο, 21.000 ευρώ για δύο μέλη, 28.000 ευρώ για τρία μέλη ή μονογονεϊκή οικογένεια με ένα ανήλικο παιδί, 35.000 ευρώ για τέσσερα μέλη και 42.000 ευρώ για νοικοκυριά πέντε μελών και άνω.
Από την ένταξη εξαιρούνται νοικοκυριά που εμπίπτουν στον φόρο πολυτελούς διαβίωσης ή δηλώνουν δαπάνες για πληρώματα σκαφών αναψυχής, δίδακτρα άνω των 1.500 ευρώ σε ιδιωτικά σχολεία ή απασχόληση οικιακού προσωπικού.
Αύξηση των προστίμων για τις εταιρείες διαχείρισης δανείων
Η νέα νομοθετική παρέμβαση περιλαμβάνει και αλλαγές στο πλαίσιο εποπτείας των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, γνωστών ως servicers.
Ειδικότερα, προβλέπεται η αύξηση του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος από 500.000 ευρώ σε 5 εκατ. ευρώ.
Η αύξηση αφορά παραβάσεις του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των εταιρειών, όπως ελλείψεις στην εταιρική διακυβέρνηση και στους εσωτερικούς ελέγχους, πλημμελή διαχείριση των αιτημάτων των δανειοληπτών, αδυναμία καταγραφής και εξέτασης παραπόνων, καθώς και παραβιάσεις των υποχρεώσεων που ισχύουν για τους αγοραστές και τους διαχειριστές πιστώσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορεί επίσης να επιβάλλει κυρώσεις σε περιπτώσεις πολλαπλών παραβάσεων. Τα πρόστιμα αυτά θα λειτουργούν συμπληρωματικά προς εκείνα που μπορεί να επιβάλει η Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, τα οποία κυμαίνονται από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη για παραβάσεις που σχετίζονται με τις διαδικασίες είσπραξης οφειλών.